Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κινούμενη Άμμος



Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Jacques Prevert

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης


Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά.

 (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
Anna Akhmatova

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Πόθος


Πᾶμε στὸ κάμπο πέρα κεῖ τ᾿ ἀπόβραδο
πιασμένοι ἀπὸ τὸ χέρι ὡραῖο κοράσι
ὁ ἀχὸς τῆς πολιτείας τῆς ἀρρωστιάρικης
ποτὲ νὰ μὴ μπορέση νὰ μᾶς φτάσῃ.

Καὶ κεῖ στὸν κάμπο πέρα τὸν ἀνθόσπαρτο
ὅπου γιορτάζει πάντα ἡ φύσι
ἀγκαλιαστοὶ θὰ νοιώσουμε τὸν ἔρωτα
ὡς ὅτου ἡ ψυχὴ νὰ μᾶς ἀφήσῃ.

Καὶ χελιδόνι νὰ γενῇ γοργόφτερο
ψηλὰ στὸν οὐρανὸ νὰ φτερουγίσῃ
νὰ διαλαλήσῃ ἐκεῖ μὲ τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ὅ,τι εἴχαμε ποθήσει.

* Ψευδώνυμο: Πέτρος Βαλχαλάς. Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας 
στὶς 22 Ἰανουαρίου 1928, ἀρ. φύλλου 114, σελίδα 7.

Νίκος Καββαδίας

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το Mετέπειτα


Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις
αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις

εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.
Aνάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,

θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.
Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
Ευαγγελίου του Χριστού — ζωής αδιασπάστου.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π.Καβάφης

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.

Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;

(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη)
Ηeinrich Heine

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

25η ραψωδία της Οδύσσειας

Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλες τους
άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νιότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το συκώτι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.

Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μού καναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.

Και νά μαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομμύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθιά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.

Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώρης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.

Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.

Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.

Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφοσύνη
και τα ποιήματα.

Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφήσανε μια νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στοίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδυ, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν' ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομμένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθιά, βαθιά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλοσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Anne Sexton