Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ποικιλόθρον' ἀθανάτ'

(Καμιά μετάφραση δε μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση του πρωτότυπου, γι'αυτό το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει εδώ θα ήταν η μετάφραση των αρχαίων ελληνικών (αιολικής διαλέκτου) να αποσιωπηθεί σκόπιμα, ώστε να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον στο πρωτότυπο. Ωστόσο, ο ιστότοπος περιέχει γενικά μεταφράσεις, γι' αυτό έπεται του πρωτοτύπου και η προτιμώμενη μετάφραση.)

ποικιλόθρον' ἀθανάτ' Ἀφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε·
μή μ' ἄσαισι μηδ' ὀνίαισι δάμνα,
πότνια, θῦμον,

ἀλλὰ τυίδ' ἔλθ', αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες

ἄρμ' ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ' ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ' ἀπ' ὠράνω ἴθε-
 ρος διὰ μέσσω·

αἶψα δ' ἐξίκοντο· σὺ δ', ὦ μάκαιρα,
μειδιαίσαισ' ἀθανάτωι προσώπωι
ἤρε' ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημμι

κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλαι θύμωι· τίνα δηὖτε πείθω
.. σάγην ἐς σὰν φιλότατα; τίς σ', ὦ
Ψάπφ', ἀδικήει;

καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ', ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
 κoὐκ ἐθέλοισα.

ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ' αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.

                   ***

Aθάνατη Aφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,
κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ: δέσποινα,
μη βασανίζεις με έγνοιες και στεναχώριες την καρδιά μου!

Aλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε άκουσες
τη φωνή μου από μακριά και εισάκουσες την
προσευχή μου. Tότε άφησες το χρυσό παλάτι του
πατέρα σου και ήρθες ζεύοντας την άμαξά σου.
Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε γρήγορα κάτω
στη μαύρη γη.

Xτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον
αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό. Γρήγορα φτάσανε· κι εσύ,
μακαρισμένη, με γελαστό το αθάνατό σου πρόσωπο,
με ρωτούσες τι έπαθα πάλι, γιατί σε κάλεσα πάλι,
τι επιθυμεί πιο πολύ η τρελή καρδιά μου. «Ποιο αγαπημένο
πρόσωπο πρέπει η πειθώ να φέρει τώρα στην αγάπη σου;
Πες μου, Σαπφώ, ποιος σε αδικεί;

Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια. Δε δέχεται
δώρα; Θα σου προσφέρει η ίδια. Δε σ' αγαπά; Σύντομα θα
σ' αγαπήσει, ακόμη και παρά τη θέλησή της.» Έλα και τώρα
και λύτρωσέ με από το βαρύ μαράζι. Eκπλήρωσε αυτό που
η καρδιά μου ποθεί να γίνει και γίνε σύμμαχός μου.

(1D, 191P, μετάφραση Δ. Iακώβ)
Σαπφώ

XL

Μη ζητήσεις, Λευκονόη, δεν είναι θεμιτό να μάθεις, ποιο τέλος έχουν ορίσει οι θεοί σε μένα, ποιο σε σένα, και μη δοκιμάζεις τους Βαβυλώνιους αριθμούς. Πόσο καλύτερο είναι να υπομένει κανείς ο,τιδήποτε του συμβεί! Είτε ο Δίας έδωσε περισσότερους χειμώνες, είτε έδωσε τελευταίο τούτο το χειμώνα, που τώρα συντρίβει την Τυρρηνική θάλασσα ενάντια στους σκοπέλους. Να είσαι σώφρονας αφήνοντας την αθυμία, να διυλίσεις τα κρασιά σου, και, επειδή η ζωή είναι λίγη, να κόψεις τη μακρά ελπίδα. Ενώ μιλούμε, ο φθονερός χρόνος έχει φύγει. Απόλαυσε το σήμερα, όσο γίνεται λιγότερο εύπιστη στην επόμενη ημέρα.

(Από τις "Ωδές", εκδόσεις Παπαδήμα, μετάφραση Μπαλτά)
Horatius

Ο κρεμασμένος

Απ' τις ρίζες των μαλλιών μου κάποιος θεός μ' άρπαξε.
Τσουρουφλίστηκα στα μπλε του βολτ σαν προφήτης στην έρημο.

Μεμιάς χάθηκαν οι νύχτες από μπρος σα σαύρας βλέφαρο:
Ένας κόσμος από φαλακρές λευκές μέρες σε μια ανίσκια κόγχη.

Όρνιου βαρεμάρα με κάρφωσε σ' αυτό το δέντρο.
Αν ήταν εγώ, θα 'χε κάνει κι αυτός, αυτό που κανα 'γω.

(μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ 
Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές - εκδ. ύψιλον, 1983)
Sylvia Plath

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Η άνοδος


Οι λέξεις όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός
Μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν
Με άνδρες που σπέρνουν και γυναίκες που μιλούν
Μέσα στους ποππυσμούς των φιλημάτων
Σαύρες περνούν μέσα στα ρίγη των ακτών
Πελάγους που απλώνεται μέχρι την άμμο
Με πλαταγίσματα με παφλασμούς
Ολίγον πριν ο ήλιος ανατείλη
Ενώ ακούονται φωνές των ραψωδών της ύλης
Και αλαλαγμοί αλέκτορος ορθίου
Επί μιας στήλης άλατος χωρών μεσημβρινών
Όταν ογκούνται οι πόθοι στους αιγιαλούς
Μυριάδων που πορεύονται μεσ' στις ριπές του ανέμου
Μπροστά στα μάτια των ολβίων κορασίδων
Που κύπτουν με τα στήθη των εγγίζοντα το ύδωρ
Το καθαρό νερό των ρυακιών
Ώσπου να βρουν και να αισθανθούν στα σώματα και στας
ψυχάς των
Άνευ ορίων άνευ όρων
Την κεκτημένη άνοδον της ηδονής.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Κάτω από τον κόσμο υπάρχουν πολλοί κώλοι πολλά μουνιά

Κάτω από τον κόσμο υπάρχουν πολλοί κώλοι, πολλά μουνιά
πολλά στόματα και πούτσοι,
κάτω από τον κόσμο υπάρχει πολύ τελείωμα, και πολύ σάλιο στάζει
σαν ρυάκι,
Υπάρχουν πολλά Σκατά κάτω από τον κόσμο, που κυλάνε κάτω από πόλεις μες στα ποτάμια, πολύ κατρουλιό πλημμυρίζει κάτω από τον κόσμο,
Πολύ μύξα στου κόσμου τα βιομηχανικά ρουθούνια, βρισιές κάτω απ’ του κόσμου
το σιδερένιο μπράτσο, αίμα
διαχέεται έξω απ’ του κόσμου τα στήθη,
ατέλειωτες λίμνες δακρύων, θάλασσες από αηδιαστικά ξερατά ορμούν μεταξύ των ημισφαιρίων πλημμυρίζουν προς το Sargasso, παλιά λαδωμένα κουρέλια και υγρά φρένων, ανθρώπινη βενζίνη-
Κάτω από τον κόσμο υπάρχει πόνος, σπασμένοι μηροί, βόμβες νάπαλμ φλέγονται
σε μαύρα μαλλιά, φώσφορος τρώει αγκώνες μέχρι κόκαλο
εντομοκτόνα μολύνουν τις παλίρροιες των ωκεανών, πλαστικές κούκλες ξεβρασμένες στον Ατλαντικό, παιχνίδια στρατιωτάκια συνωστισμένα στον Ειρηνικό, Β-52 βομβαρδιστικά πνίγουν τον αέρα ζούγκλα με αναθυμιάσεις και θαυμάσιες λάμψεις
Ρομπότ με βόμβο γέρνουν πάνω σε ορυζώνες πετώντας σωρούς χειροβομβίδων,
πλαστικές σφαίρες ψεκάζονται στη σάρκα, ορυχεία με δόντια δράκων &
ζελένιες φωτιές πάνω σε αχυρένιες σκεπές και σε νεροβούβαλους,
διάτρητες χωριάτικες καλύβες από αιχμηρά βλήματα, χαρακώματα γεμάτα με αέρια-
δηλητηριώδεις εκρηκτικές σκόνες -
Κάτω από τον κόσμο υπάρχουν σπασμένα κρανία, συνθλιμένα πόδια, βγαλμένοι βολβοί, άκαμπτα δάχτυλα, ανοιγμένα σαγόνια,
Δυσεντερία• εκατομμύρια άστεγοι, βασανισμένες καρδιές, άδειες ψυχές.
Απρίλιος 1973
 (Μετάφραση: Γιώργος Αλισάνογλου)
Allen Ginsberg

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Το καράβι του δάσους

Ξέρω ότι
αν είχα
μια φορεσιά
ένα φράκο
χρώματος πράσινο ανοιχτό
με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια
Αν στη θέση της
αόρατης
αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει
για κεφάλι
είχα μια τετράγωνη πλάκα
πράσινο σαπούνι

Έτσι που ν’ ακουμπά
απαλά
η μια της άκρη
ανάμεσα στους δυο μου ώμους

Αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

Ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
σαν ήμουνα παιδί
κοιτάζοντας ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή



Σήμερα είναι Κυριακή
Για πρώτη φορά με άφησαν σήμερα και βγήκα στη λιακάδα
Δε μου ‘τυχε ποτέ σε όλη τη ζωή μου
Να μείνω έτσι ακίνητος κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό
Και ν’ απορώ που είναι τόσο μακριά μου
Τόσο γαλάζιος, τόσο απέραντος
Έκατσα κατάχαμα γεμάτος σεβασμό
Κι ακούμπησα την πλάτη στον ασβεστωμένο τοίχο.
Και τούτη τη στιγμή δε μπαίνει ζήτημα
Να ριχτώ στα κύματα, μήτε μς νοιάζουν οι αγώνες
Μήτε που σκέφτομαι καθόλου τη λευτεριά και τη γυναίκα.
Η γη, ο ήλιος, κι εγώ μέσα στον ήλιο ευτυχισμένος.

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, εκδ. Ελληνικά γράμματα)
Nazim Hikmet