Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Μια απελπισμένη ζωντάνια

        […]    VIII

 «Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας». 

«Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
Κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως).

Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες

σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!». 
«Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοι σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
εγώ θα στέκομαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.

Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
όπως η πάλη των τάξεων –
που
διαλύονται…
σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

 (Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου, Τυπωθήτω)
Pier Paolo Pasolini

Δοκίμιο '73-'74




Τα πρώτα σπέρματα του πανικού σκορπίστηκαν εντάξει στην οδό Στουρνάρα αριστερότερα Αχαρνών. Δικά μας πρόσωπα Α-14 και Β-22 πρωτοστατούν. Κατέρχονται πολλοί σε χωριστές ομάδες - καταγράψατε. Και τώρα προσοχή στη ρυθμική κλιμάκωση προϊόντος ώστε. Καλώδια και πομποί σε θέσεις ασφαλείς να διαχωρίζονται οι φωνές. Τομείς προτεραιότητος τομείς εμπιστοσύνης. Τα περισκόπια να εισχωρήσουνε στο μέσα κύκλωμα αθορύβως. Ένταση στα συνθήματα κυρίως μετά τις τέσσερες το απόγευμα. Κανόνας. Στην επιφάνεια τίποτε να μην πυρακτωθεί. Γρήγορος χειρισμός των οπτικών μηχανημάτων. Και σταθερότητα και ψυχραιμία. Το νούμερο 334 να φύγει απ' τον εξώστη 7 να πάει απέναντι στο 3 αριστερό παράθυρο. Όλα τα πρόσωπα στο μισοσκόταδο τονίζω μισισκόταδο. Συντονισμός σε κάθε κίνηση. Δράση κι αντίδραση και προπαντός επικρουστήρες. Σωστό σημάδι και όχι στο μηδέν. Να φαγωθεί με κάθε τρόπο εκείνο το έψιλο + κάππα ευκίνητο κι ανήσυχο. Ν' ανατραπεί με γρήγορους φορείς το Ιώτα και το Ψι. Συμπλέξατε κι αποσυμπλέξατε. Η νύχτα αυτή να γίνει αφετηρία - πραγματικότητα των άλλων πραγματικοτήτων ώστε.

(αποσπάσματα την ενότητα "Δοκίμιο '73-'74" του έργου Το Χρονικό, Κέδρος, Αθήνα 1975) 
Τάκης Σινόπουλος

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Σπάνε τον κόσμο


Σπάνε τον κόσμο
Σε κομματάκια
Σπάνε τον κόσμο
Με σφυριές
Μα δε με νοιάζει
Φράγκο δε δίνω
Αυτό που μένει
Μου είν’ αρκετό
Φτάνει και μόνο π’ αγαπώ
Ένα φτερό γαλάζιο
Ένα μικρό αμμόδρομο
Ένα πουλί που τρέμει
Φτάνει και μόνο π’ αγαπώ
Ένα λεπτό χορτάρι
Μια στάλα από δροσιά
Το γρύλο μες στο δάσος
Μπορούν να σπαν τον κόσμο
Σε χίλια κομματάκια
Αυτό που μένει
Μου είν’ αρκετό
Θα έχω λίγο αέρα
Ελάχιστη ζωή
Μια σπίθα φως στα μάτια
Κι ακόμα, κι αν, κι ακόμα κι αν
Στη φυλακή με ρίξουν
Αυτό που μένει
Μου είν’ αρκετό
Φτάνει και μόνο π’ αγαπώ
Τη φαγωμένη πέτρα
Το σιδερένιο αγκίστρι
Που το ‘χει βάψει αίμα
Α πόσο αγαπώ
Το ξύλο απ’ το κρεβάτι μου
Το αχυρένιο στρώμα
Α πόσο αγαπώ
Την πόρτα που ανοίγει
Τον κόσμο που περνάει
Και σπρώχνοντας με πάει
Να ξαναβρώ το χρώμα
Και το ρυθμό της ζωής
Αυτές τις δυο κολόνες
Το τρίγωνο μαχαίρι
Τους μαυροφορεμένους
Επίσημους κυρίους
Γιορτάζω και μ’ αρέσει
Α πόσο αγαπώ
Αυτό το καλαθάκι
Γεμάτο με καρπό
Που πάνω του ακουμπάω
Μου φτάνει που αγαπώ
Ένα γαλάζιο χόρτο
Μια στάλα από δροσιά
Τον έρωτα ενός πουλιού
Που φοβισμένο τρέμει
Σπάνε τον κόσμο
Με τα σφυριά τους
Αυτό που μένει
Μου είν’ αρκετό
Αυτό που μένει
Είν’ αρκετό
Στ’ αλήθεια
Η καρδιά μου.

Boris Vian

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Άτιτλο


Στην νεφέλη κατάθλιψη εν σιγή
Λάβας κι από βασάλτη ύφαλου φύση
Την ίδια ηχώ έχει ακόμα αιχμαλωτίσει
Με σάλπιγγα που άτονα διενεργεί
Ποιο ταφικό ναυάγιον ( εκεί ,
Αφρέ , το ξέρεις , μα έχεις ξεχειλίσει )
Στερνό μες τα ρημάδια πάει να σβήσει
Τον ιστόν ήδη που έχει απεκδυθεί
Η αυτό μονάχα ξέχωρη μανία
Από έλλειψη φθοράς σε κυριαρχία
Ολ’ η άβυσσος ματαίως η εκτατή
Μες το μαλλί τής τόσο λεύκης ίνας
Που απλήστως θα ’χει πνίξει προστριβή
Το πλεύρισμα αποκύημα σειρήνας .

Mallarme Stephane

Άκρο

Η γυναίκα ολοκληρώθηκε.
Το νεκρό
         
Κορμί της φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας χρείας ελληνικής

Κυλάει στις έλικες της τηβέννου της,
Τα γυμνά

Πόδια της φαίνονται να λένε:
Φτάσαμε τόσο μακριά, τετέλεσται.

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο -άσπρο φίδι-
Ένα σε κάθε μικρή

Κανάτα γάλα, τώρα άδεια.
Τα χει διπλώσει

Ξανά μες το κορμί της σαν πέταλα
Ρόδου εν παρόδω, όταν ο κήπος

Κοκαλώνει και μυρωδιές αιμορραγούν
Απ τους γλυκείς βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.

Δεν έχει λόγο να λυπάται η σελήνη,
Καθώς κοιτά επίμονα απ την οστεοθήκη της.

Είναι συνηθισμένη σε τέτοια πράματα.
Τα μαύρα της σέρνονται και κροταλίζουν.

(Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)  1963                                   
Sylvia Plath

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Πρωινό τραγούδι

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχειά.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλεια μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά την δική σου αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες το βικτοριανό μου νυχτικό
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες.
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

Sylvia Plath

Λου τριαντάφυλλό μου


Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σ’ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σ’ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σ’ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω.

Guillaume Apollinaire