Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερα από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μου αρέσει
Είναι γιατί μου αρέσει
Είναι γιατί μου αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.

Boris Vian

Σινεμά

Υπάρχουν κάποιοι που καυλώνουν
Υπάρχουν και κάποιοι που δεν καυλώνουν
Γενικά εγώ συγκαταλέγομαι
Στη δεύτερη κατηγορία.

Louis Aragon

Το ψάρεμα της φάλαινας

Στο ψάρεμα της φάλαινας , στο ψάρεμα της φάλαινας
Έλεγε ο πατέρας με μια θυμωμένη φωνή
Στο γιό του τον Προσπέρ , κάτω απ’ την
ντουλάπα τεντωμένο ,
Στο ψάρεμα της φάλαινας , στο ψάρεμα της φάλαινας ,
Δε θέλεις να πας ,
Και λοιπόν γιατί ;
Και λοιπόν γιατί να πάω να ψαρέψω ένα ζώο
Που δε μου έχει κάνει τίποτε , μπαμπά ,
Πήγαινε μπαμπά , πήγαινε εσύ να το ψαρέψεις ,
Αφού αυτό σου κάνει κέφι ,
Προτιμώ να μείνω στο σπίτι με τη φτωχή μου τη μανούλα
Και με τον ξάδερφό μου τον Γκαστόν
Έτσι με το φαλαινοθηρικό ο πατέρας βγήκε ολομόναχος
Στη θάλασσα τη μανιασμένη…
Να ο πατέρας μέσα στη θάλασσα
Να το παιδί μέσα στο σπίτι
Να και η φάλαινα μέσα στο θυμό
Και να κι ο ξάδερφος ο Γκαστόν που αναποδογυρίζει
τη σουπιέρα με το βραστό .
Η θάλασσα ήταν φριχτή
Η σούπα ήταν καλή
Και να πάνω στην καρέκλα ο Προσπέρ απεγνωσμένος :
Στο ψάρεμα της φάλαινας , δεν πήγα
Και γιατί λοιπόν να πάω ;
Ίσως και να την αρπάζαμε
Λοιπόν τότε θα μπορούσα να φάω .
Όμως να που ανοίγει η πόρτα και με νερά να στάζουν
Ο πατέρας εμφανίζεται λαχανιασμένος
Κρατώντας τη φάλαινα πάνω στη πλάτη του
Ρίχνει το ζώο πάνω στο τραπέζι μια φάλαινα όμορφη
με γαλάζια μάτια
Ένα ζώο που σπάνια το βλέπουμε
Και λέει με μια φωνή αξιολύπητη :
Στα γρήγορα να την κομματιάσετε
Πεινάω , διψάω , θέλω να φάω
Όμως να που ο Προσπέρ σηκώνεται .
Κοιτάζοντας τον πατέρα του μέσα στο άσπρο των ματιών
Μέσα στο άσπρο των γαλάζιων ματιών του πατέρα του
Γαλάζια όπως αυτά της φάλαινας με τα γαλάζια μάτια
Και γιατί λοιπόν να κομματιάσω ένα φτωχό ζώο που
τίποτε δε μου’ χει κάνει ;
Τόσο το χειρότερο δε θέλω το μερίδιο μου
Μετά πετάει το μαχαίρι στη γη
Όμως η φάλαινα το αρπάζει , και πηγαίνει με βιασύνη
πάνω στον πατέρα
Τον κόβει τον πατέρα σε μερίδες
Αχ , αχ λέει ο ξάδερφος Γκαστόν ,
Μου θύμισε το κυνήγι , το κυνήγι των πεταλούδων ,
Και να
Να ο Προσπέρ που ετοιμάζει τα αγγελτήρια
του θανάτου ,
Η μητέρα που πενθοφορεί για τον δυστυχισμένο της σύζυγο
Και η φάλαινα με δακρυσμένο μάτι αντικρύζοντας την
κατεστραμμένη οικογένεια .
Απότομα αρχίζει και φωνάζει :
Και λοιπόν γιατί σκότωσα αυτόν το φτωχό ηλίθιο
Τώρα οι άλλοι θα με καταδιώξουν με την εξωλέμβιο
Και μετά θα εξοντώσουν όλη τη μικρή μου οικογένεια .
Τότε , σκάζοντας ένα ανήσυχο γέλιο
Κατευθύνεται προς την πόρτα και λέει
Στη χήρα περνώντας δίπλα της :
Kυρία μου , αν έρθει κανείς και με ζητήσει
Να απαντήσετε με καλή καρδιά :
H φάλαινα έχει βγει
Παρακαλώ καθίστε .
Περιμένετε εκεί .
Σε δεκαπέντε χρόνια χωρίς αμφιβολία θα έχει επιστρέψει …


1946
Jacques Prevert

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Τεμπελιά

Δὲν ἔχω κέφι γιὰ δουλειά,
πάλι μὲ δέρνει τεμπελιὰ
καὶ κάθομαι στὸ στρῶμα...
Βρίσκω τὸ σῶμα μου βαρὺ
καὶ ὀλ᾿ ἡ γῆ δὲ μὲ χωρεῖ
κι ὁ οὐρανὸς ἀκόμα.

Κακὰ νομίζω τὰ καλὰ
καὶ βλέπω μία στὰ χαμηλὰ
καὶ μία κοιτῶ ἐπάνω...
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸν χαζὸ
ἂς ἠμποροῦσα νὰ μὴ ζῶ
μὰ ...δίχως νὰ πεθάνω.

Γεώργιος Σουρής

Η εποχή των σκιών

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν' αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

Γιάννης Αγγελάκας

Αποκαθήλωση

Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μέσ’ στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.
Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν·
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.
*
Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν·
μονάχα σα να σε κατεβάζουν προσεχτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τα τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα.

(Το κατώγι)
Γιώργος Παυλόπουλος

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ατόφιος άνεμος

(απόσπασμα)

Αέναο είναι το παρόν
                21 του Ιούνη
Αρχίζει σήμερα το καλοκαίρι
                 Δυο τρία πουλιά
Έναν κήπο ανακαλύπτουν
                 Εσύ διαβάζεις, τρως ένα ροδάκινο
Πάνω στο κόκκινο κάλυμμα
                                     Γυμνή
Σαν το κρασί στο γυάλινο σταμνί……
        Αέναο είναι το παρόν
Ο ήλιος εκοιμήθηκε στη μέση των βυζιών σου
Το κόκκινο κάλυμμα μαύρο είναι και πάλλει
Ούτε πλανήτης ούτε στολίδι
                                        Φρούτο
Το όνομά σου χουρμάς
                                Datia
Κάστρο από αλάτι αν επιτρέπεις
                                κηλίδα κόκκινη
πάνω στην πέτρα αναίσθητη….
Αν η φωτιά είναι νερό
                  Είσαι μια διάφανη σταγόνα
Αληθινό κορίτσι
                      Διαφάνεια του κόσμου
           Αέναο είναι το παρόν….
Μόνο τα μάτια σου ανθρώπινο νερό
                                       Και κάτω
Στο ραγισμένο διάστημα
Ο πόθος σε σκεπάζει με δυο φτερούγες μαύρες
Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν
                             Ζώα που φωσφορίζουνε
Και κάτω
           Το ζεστό φαράγγι
Το κύμα που διαστέλλεται και σπάει
                     Οι ανοιχτές σου γάμπες
Λευκότης που βυθίζεται
Ο αφρός των σωμάτων μας παραδομένων…

Octavio Paz