Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Η εποχή των σκιών

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν' αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

Γιάννης Αγγελάκας

Αποκαθήλωση

Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μέσ’ στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.
Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν·
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.
*
Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν·
μονάχα σα να σε κατεβάζουν προσεχτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τα τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα.

(Το κατώγι)
Γιώργος Παυλόπουλος

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ατόφιος άνεμος

(απόσπασμα)

Αέναο είναι το παρόν
                21 του Ιούνη
Αρχίζει σήμερα το καλοκαίρι
                 Δυο τρία πουλιά
Έναν κήπο ανακαλύπτουν
                 Εσύ διαβάζεις, τρως ένα ροδάκινο
Πάνω στο κόκκινο κάλυμμα
                                     Γυμνή
Σαν το κρασί στο γυάλινο σταμνί……
        Αέναο είναι το παρόν
Ο ήλιος εκοιμήθηκε στη μέση των βυζιών σου
Το κόκκινο κάλυμμα μαύρο είναι και πάλλει
Ούτε πλανήτης ούτε στολίδι
                                        Φρούτο
Το όνομά σου χουρμάς
                                Datia
Κάστρο από αλάτι αν επιτρέπεις
                                κηλίδα κόκκινη
πάνω στην πέτρα αναίσθητη….
Αν η φωτιά είναι νερό
                  Είσαι μια διάφανη σταγόνα
Αληθινό κορίτσι
                      Διαφάνεια του κόσμου
           Αέναο είναι το παρόν….
Μόνο τα μάτια σου ανθρώπινο νερό
                                       Και κάτω
Στο ραγισμένο διάστημα
Ο πόθος σε σκεπάζει με δυο φτερούγες μαύρες
Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν
                             Ζώα που φωσφορίζουνε
Και κάτω
           Το ζεστό φαράγγι
Το κύμα που διαστέλλεται και σπάει
                     Οι ανοιχτές σου γάμπες
Λευκότης που βυθίζεται
Ο αφρός των σωμάτων μας παραδομένων…

Octavio Paz

Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

‘Ετσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια –ω, αγαπούλες!–
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

Νηπενθή, 1921
Κώστας Καρυωτάκης



Φιλία

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πέφτουνε πάνω στο τραπέζι
Ατέλειωτα
Της λάμπας τα μαλλιά
Η νύχτα αλλάζει το παράθυρο σε απεραντοσύνη
Κανείς δεν είν εδώ
Η ανώνυμη παρουσία με κυκλώνει .

Μετάφραση : Αργύρης Χιόνης
Octavio Paz

Άτιτλο

N᾽ αντέξουμε τη σκοτεινή πλευρά μας-
Από το πρωινό το μερτικό μας-
Για να γεμίσει το κενό ἀπ᾽ τη χαρά μας,
Απ᾽ την περιφρόνια το κενό μας-

Έν’ άστρο έδώ, κι έν᾽ άστρο εκεί,
Το δρόμο κάποιο χάνει!
Μία ομίχλη εδώ, μιά ομίχλη εκεί,
Και – μέρα πάλι – φτάνει!

Emily Dickinson

Όλα τα βράδια


Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

Joyce Mansour