Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

‘Ετσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια –ω, αγαπούλες!–
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

Νηπενθή, 1921
Κώστας Καρυωτάκης



Φιλία

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πέφτουνε πάνω στο τραπέζι
Ατέλειωτα
Της λάμπας τα μαλλιά
Η νύχτα αλλάζει το παράθυρο σε απεραντοσύνη
Κανείς δεν είν εδώ
Η ανώνυμη παρουσία με κυκλώνει .

Μετάφραση : Αργύρης Χιόνης
Octavio Paz

Άτιτλο

N᾽ αντέξουμε τη σκοτεινή πλευρά μας-
Από το πρωινό το μερτικό μας-
Για να γεμίσει το κενό ἀπ᾽ τη χαρά μας,
Απ᾽ την περιφρόνια το κενό μας-

Έν’ άστρο έδώ, κι έν᾽ άστρο εκεί,
Το δρόμο κάποιο χάνει!
Μία ομίχλη εδώ, μιά ομίχλη εκεί,
Και – μέρα πάλι – φτάνει!

Emily Dickinson

Όλα τα βράδια


Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

Joyce Mansour

Το μόνο που ζητώ


Το μόνο που ζητώ από μια γυναίκα είναι να νιώσει τρυφερά για μένα
όταν και μένα η καρδιά μου κτυπήσει τρυφερά γι’ αυτήν,
να γεννηθεί ανάμεσά μας ένα απαλό, απαλό τρεμούλιασμα
σα σιωπηλές καμπάνες.
Είναι το μόνο που ζητώ.
Με κούρασαν τόσο οι βίαιες γυναίκες που απαιτούν ν’ αγαπηθούν
δίχως να υπάρχει ίχνος αγάπης μέσα τους.

D.H. Lawrence

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Το πρόσωπό σου


Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει.


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Παρέλαση ερώτων


Η πρώτη ήταν εκείνο το λεπτό, κοκαλιάρικο κορίτσι...
Μου φαίνεται πως τώρα είναι παντρεμένη με κάποιον έμπορο.
Αναρωτιέμαι αν πάχυνε καθόλου.
Ακόμη καίγομαι για να την ξαναδώ.
Δεν είναι εύκολο πράγμα η πρώτη αγάπη.
........................... ανεβαίνει
......................... στεκόμαστε στη μέση του δρόμου
......................... ακόμη κι αν
........... γεμίσαμε τους τοίχους με τα ονόματά μας,
........................... στη φωτιά.
Η Τρίτη ήταν η Δις Munevver,
μεγαλύτερη από μένα.
Της έγραφα και πέταγα
τα γράμματα στον κήπο της.
Τα διάβαζε και έσκαγε απ’ τα γέλια.
Τα θυμάμαι ακόμη
και ντρέπομαι, σαν να ’ταν τώρα.
Η τέταρτη ήταν άγρια.
Μου έλεγε προστυχιές.
Μια μέρα γδύθηκε μπροστά μου.
Τα χρόνια πέρασαν,
μα δεν μπορώ να την ξεχάσω.
Κατοίκησε πολύ βαθιά τα όνειρά μου.
Ας προσπεράσουμε την Πέμπτη
κι ας έρθουμε στην έκτη.
την έλεγαν Nurunnisa.
Όμορφη,
μελαχρινή μου,
αγάπη μου, λατρεία μου,
Nurunnisa!
Η έβδομη ήταν η Aliye, αστή από καταγωγή,
μα δεν την εκτιμούσα.
Όπως όλες οι αστές,
ασχολιόταν συνεχώς με γούνες και σκουλαρίκια.
Η όγδοη ήταν πάνω κάτω τα ίδια σκατά.
Εμπιστεύεσαι τη γυναίκα ενός άλλου,
μα όταν θελήσεις να φτάσεις ως το τέλος,
αρχίζουνε τα ψέματα και οι καυγάδες.
Το ψέμα είχε γίνει δεύτερη φύση της.
Την ένατη την έλεγαν Ayten.
Χόρευε το χορό της κοιλιάς σε κάποιο μπαρ.
Όσο εργαζόταν ήταν σκλάβα του καθένα,
μα μόλις τέλειωνε, μπορούσε
να κοιμηθεί με όποιον της άρεσε.
Η δέκατη φάνηκε έξυπνη
και με παράτησε.
Δεν έκανε άσχημα.
Ο έρωτας είναι δουλειά για πλούσιους,
τεμπέληδες κι ανέργους.
Αν δυο καρδιές αγαπηθούν
ο κόσμος μοιάζει ωραίος κι αληθινός.
Αλλά δυο σώματα γυμνά
ανήκουν στην μπανιέρα.
Η δωδέκατη έκανε καριέρα.
Τι άλλο να έκανε;
Ήταν φτιαγμένη για άντρα σαδιστή.
Την έλεγαν Luxandra.
Τα βράδια ερχόταν στο δωμάτιό μου
κι έμενε μέχρι το πρωί.
Έπινε κονιάκ και μεθούσε.
Ξυπνούσε απ’ τ’ άγρια χαράματα
κι έφευγε για τη δουλειά.
Ας έρθουμε τώρα στην τελευταία.
Έπεσα πάνω της
σαν να μην είχα αγαπήσει άλλη γυναίκα.
Δεν ήταν μόνο θηλυκό. Ήταν προσωπικότητα.
Τέρμα οι βλακείες με τις ευγένειες,
το επίπεδο ζωής, την απληστία
και τα διαμαντικά.
«Αν είμαστε ελεύθεροι» μου είπε.
«Αν είμαστε το ίδιο» της είπα.
Ήξερε ν’ αγαπάει
και ήξερε να ζει.

[Το ποίημα βρέθηκε ημιτελές, μετά το θάνατό του, τυλιγμένο σε μια οδοντόβουρτσα.]

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Orhan Veli Kanik