Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Το μόνο που ζητώ


Το μόνο που ζητώ από μια γυναίκα είναι να νιώσει τρυφερά για μένα
όταν και μένα η καρδιά μου κτυπήσει τρυφερά γι’ αυτήν,
να γεννηθεί ανάμεσά μας ένα απαλό, απαλό τρεμούλιασμα
σα σιωπηλές καμπάνες.
Είναι το μόνο που ζητώ.
Με κούρασαν τόσο οι βίαιες γυναίκες που απαιτούν ν’ αγαπηθούν
δίχως να υπάρχει ίχνος αγάπης μέσα τους.

D.H. Lawrence

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Το πρόσωπό σου


Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει.


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Παρέλαση ερώτων


Η πρώτη ήταν εκείνο το λεπτό, κοκαλιάρικο κορίτσι...
Μου φαίνεται πως τώρα είναι παντρεμένη με κάποιον έμπορο.
Αναρωτιέμαι αν πάχυνε καθόλου.
Ακόμη καίγομαι για να την ξαναδώ.
Δεν είναι εύκολο πράγμα η πρώτη αγάπη.
........................... ανεβαίνει
......................... στεκόμαστε στη μέση του δρόμου
......................... ακόμη κι αν
........... γεμίσαμε τους τοίχους με τα ονόματά μας,
........................... στη φωτιά.
Η Τρίτη ήταν η Δις Munevver,
μεγαλύτερη από μένα.
Της έγραφα και πέταγα
τα γράμματα στον κήπο της.
Τα διάβαζε και έσκαγε απ’ τα γέλια.
Τα θυμάμαι ακόμη
και ντρέπομαι, σαν να ’ταν τώρα.
Η τέταρτη ήταν άγρια.
Μου έλεγε προστυχιές.
Μια μέρα γδύθηκε μπροστά μου.
Τα χρόνια πέρασαν,
μα δεν μπορώ να την ξεχάσω.
Κατοίκησε πολύ βαθιά τα όνειρά μου.
Ας προσπεράσουμε την Πέμπτη
κι ας έρθουμε στην έκτη.
την έλεγαν Nurunnisa.
Όμορφη,
μελαχρινή μου,
αγάπη μου, λατρεία μου,
Nurunnisa!
Η έβδομη ήταν η Aliye, αστή από καταγωγή,
μα δεν την εκτιμούσα.
Όπως όλες οι αστές,
ασχολιόταν συνεχώς με γούνες και σκουλαρίκια.
Η όγδοη ήταν πάνω κάτω τα ίδια σκατά.
Εμπιστεύεσαι τη γυναίκα ενός άλλου,
μα όταν θελήσεις να φτάσεις ως το τέλος,
αρχίζουνε τα ψέματα και οι καυγάδες.
Το ψέμα είχε γίνει δεύτερη φύση της.
Την ένατη την έλεγαν Ayten.
Χόρευε το χορό της κοιλιάς σε κάποιο μπαρ.
Όσο εργαζόταν ήταν σκλάβα του καθένα,
μα μόλις τέλειωνε, μπορούσε
να κοιμηθεί με όποιον της άρεσε.
Η δέκατη φάνηκε έξυπνη
και με παράτησε.
Δεν έκανε άσχημα.
Ο έρωτας είναι δουλειά για πλούσιους,
τεμπέληδες κι ανέργους.
Αν δυο καρδιές αγαπηθούν
ο κόσμος μοιάζει ωραίος κι αληθινός.
Αλλά δυο σώματα γυμνά
ανήκουν στην μπανιέρα.
Η δωδέκατη έκανε καριέρα.
Τι άλλο να έκανε;
Ήταν φτιαγμένη για άντρα σαδιστή.
Την έλεγαν Luxandra.
Τα βράδια ερχόταν στο δωμάτιό μου
κι έμενε μέχρι το πρωί.
Έπινε κονιάκ και μεθούσε.
Ξυπνούσε απ’ τ’ άγρια χαράματα
κι έφευγε για τη δουλειά.
Ας έρθουμε τώρα στην τελευταία.
Έπεσα πάνω της
σαν να μην είχα αγαπήσει άλλη γυναίκα.
Δεν ήταν μόνο θηλυκό. Ήταν προσωπικότητα.
Τέρμα οι βλακείες με τις ευγένειες,
το επίπεδο ζωής, την απληστία
και τα διαμαντικά.
«Αν είμαστε ελεύθεροι» μου είπε.
«Αν είμαστε το ίδιο» της είπα.
Ήξερε ν’ αγαπάει
και ήξερε να ζει.

[Το ποίημα βρέθηκε ημιτελές, μετά το θάνατό του, τυλιγμένο σε μια οδοντόβουρτσα.]

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Orhan Veli Kanik

Απροσάρμοστοι


Τέτοια ζωή μας μέλλονταν, να γράφουμεν επιστολές
που να μη στέλνουμε από μιαν αξήγητη δειλία
μονάχα να τις δένουμε σε κορδελίτσες παρδαλές
και να το βρίσκουμε και τούτο ασήμαντη ασχολία.
Να πάλλεται βαθιά η καρδιά, που άξια είτανε για τα καλά,
κι όμως να ζούμε πάντοτε στη σκοτισμένη αφάνεια·
οι ταπεινοί πατώντας μας να δείχνουν μέτωπο ψηλά
και τα δικά μας άπρεπα να φέρουνε στεφάνια.
Το πρόσωπο μας να φορεί φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν' αφήνουμε να λεν πως μας πηγαίνει
να βλέπουμε να φεύγει η ζωή μακριά μας ξένη, βιαστική
και να περνάμε, αθόρυβα μισώντας, μισημένοι.
Το κάθε τι, και πιο πολύ τ' όνειρο, να μας τυραγνά
τα βλέμματα των διαβατών στα μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι να δείχνουμε κι όμως τα χέρια μας τ' αγνά
να κράτησαν και να κρατούν ακόμα μενεξέδες.
Να λαχταρούμε σαν παιδάκια ευαίσθητα κι ασθενικά
-δικαίωση και παρηγοριά της ζωής μας την αγάπη
κι αν κάποτε τη βρήκαμε να μας προσμένει μυστικά
όμως το χέρι ν' απλωθεί ζητώντας την εντράπη.
Τα μέτρια ν' αποφεύγουμε μ' αδιάλλαχτην αποστροφή,
αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου
νάναι μας έπαθλο η πληγή, τι μάταιο γνώση μας σοφή
η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου.
Να ξεκινάμε τις αυγές και πάνω μας μαύροι οιωνοί
οι αμφιβολίες να μας κρατούν στην ίδια πάλι θέση
κ' εμείς μ' αηδία να φτύνουμε τον εαυτό μας που θρηνεί
και να φοράμε κόκκινο της ανταρσίας το φέσι.
Τότε να ονειρευόμαστε μιαν αλλαγή κ' ευθύς ξανά
να σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σε ιερή λατρεία του πόνου,
τις ήττες ν' ανεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινά
κι αξιοπρεπώς να παίρνουμε το λάχτισμα και του όνου.
Καχύποπτοι και μίζεροι μέσα στα φρούρια της σιωπής
να κλειδωνόμαστε άβουλοι, να κάνουμ' έτσι χάζι
τον κόσμον εξετάζοντας πίσω απ' τον κύκλο μιας οπής
και, θαρραλέοι, σκιά μικρού πουλιού να μας τρομάζει.
Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί
κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους.
Εχθρούς να υποψιαζόμαστε παντού κ' οι ολόφωτοι ουρανοί
να ισκιώνονται απ' τον ίσκιο μας και, φεύγοντας κινδύνους,
να ζούμε μόνοι πλέκοντας για τους εχθρούς δημίου σκοινί
και να κρεμάμε εμείς εμάς αθώους αντί για κείνους.

''Απροσάρμοστοι'', Τρακτέρ, Ποιήματα 1930-1960, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1972, σσ. 41-42.
Γιάννης Ρίτσος

Όλο το 24ωρο


Mισός αιώνας απογεύματα με τη γιαγιά μου
Σύννεφα σαύρες παρδαλές και άλλα τέρατα
Κορίτσια ελαφρόμυαλα σαν τα σπουργίτια
Με βάδισμα ενοχοποιητικό μες στα παλτά τους
Ένα σεντόνι ερημιάς πάνω στο πρόσωπό μου
Συναντήσεις καθημερινές σαν γκρεμισμένες εκκλησίες
Λιμουζίνες με περίεργες βλοσυρές εκφράσεις στο τιμόνι
Άγνωστοι στις γωνίες των δρόμων περιμένοντας
Άγνωστες που περνάνε στον πληθυντικό
Ζαχαροπλαστεία γεμάτα ερωτηματικές ματιές
Φάρμακα αντίδοτα για αισθήματα ασφυξίας
Ώρες που δεν ξανάρχονται και καφενεία φαντάσματα
Ξύπνημα πρωινό βαρύ ασήκωτο ή ευδιάθετο
Ξεκίνημα για μιας καρδιάς την πόρτα τη στενή
Αλλά κανείς στο σπίτι που είπανε πως έμενε
Τρελή Σουηδέζα με μάτια σα φανάρια
Αγώνες για τη Δημοκρατία αγώνες δρόμου και αγωνία
Μισός αιώνας παρά τέταρτο και κάτι ακόμα παραλίγο επάνω μου.


Νάνος Βαλαωρίτης

Καντάτα

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ’ έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Τάσος Λειβαδίτης

Παρουσία

Ήταν ο καιρός που ο κόσμος έμοιαζε με μια γαλάζια κάμαρα
Που τα κορίτσια εγκαταλείπονταν μέσα στους κρίνους

Προτού αρραβωνιαστείς με το χιόνι

Πριν απ’ τα δάκρυα τα λόγια και τους λυγμούς

Όταν ριγούσαν τα σώματα νικημένα απ’ το φως
Και η ψυχή μου έλιωνε σε νιφάδες

Όταν ο ήλιος έβρεχε
Φιλιά παράσημα και υακίνθους

Τότε μου φανερώθηκες
Ντυμένη τα χρώματα της καρδιάς μου

Στην αρχή φωτεινή
Με κάτασπρους φιόγκους
Από αισθήματα

Κι έπειτα κρύφτηκε τ’ ομοίωμά του
Πίσω απ’ τον άνεμο

Φωνή ανοιξιάτικη
Που γλίστρησες
Στον ουρανό


Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949) 
Τάκη Βαρβιτσιώτη