Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτικό


Χορέψαμε

Γραμμές και όνειρα στα φώτα της νυχτερινής αγκάλης
άνοιξη διάχυτη στη γαλήνη των πάρκων

Ουρανός καθάριος
γυμνός από ξέρες και λάσπη

Ακούμε τους ήχους
τα κλαδιά που ακινητούν στην αιωνιότητα

Τα βήματά μας
σ' έναν παλμό ροδίου

Από την Συλλογή "Αισθηματική ηλικία"
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Άννα

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει
Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο
να σε φτάσω.

Άρης Αλεξάνδρου

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Σκοπιά

Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτική διαθήκη


«Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται
τώρα σας λέω πως είχα τσέπες
στο γυμνό μου δέρμα.
Στην ανακομιδή στα τρίχρονα
όλοι εσείς που 'χατε νταραβέρια με το σώμα μου
σύρτε τη λήθη σας μέχρι το λάκκο
θα βρείτε κει κομμάτια γλώσσας χείλη
κραυγές χνούδια λαιμών κοντές ανάσες
ελάτε να σκυλέψετε με τη σειρά σας
ό,τι σας σκύλεψα είναι άθικτο σας περιμένει
έχω μια μουσική για σας από τα πλήκτρα των δοντιών
ελάτε
τ' αρπαχτικά σας δάχτυλα  καυτά να νιώσω
για τελευταία φορά στα κόκαλά μου».

Γιάννης Βαρβέρης

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Το κυρίαρχο σκουλήκι


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν, έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

ποιήματα 1831-1849, εκδ. Κοροντζή
Edgar Allan Poe

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ιπτάμενοι Σχηματισμοί


Ξημέρωσε το σήμερα
με τους κραδασμούς της χτεσινής επάρκειας.
Πώς πλήθυνα έτσι σ' αυτόν τον περίπατο
του απρόσμενου
και πώς εισχώρησα έτσι απαλά
στη διάσταση του χειραφετημένου χρόνου;
Είναι άξιον απορίας,
όμως μπορείς και όχι
μια και χιλιάδες των ημερών ακούσματα
προφήτευσαν την ανεύρεση των αγνοούμενων είμαι.

Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται
το αύριο να κοστολογήσω,
δεν ξέρω αν στην αβλαβή επιδίωξη του λιγοστού
μού επιτρέπεται την άρνηση να θεσμοθετήσω,
ούτε ξέρω,
αν στον κώδικα της ενταξιακής συνάθροισης
μού επιτρέπεται το ανένταχτο ν' αθροίσω.
Μια μονοδρόμηση όλη κι όλη
που ξέπνοα κυνηγά την υποσημείωση
στην τοποθεσία των ψιλών γραμμάτων.

Ω εσύ λαθραναγνώστη ήλιε των συστολών μου
σε πόσες σελίδες ακόμη θα μονομαχήσω
και με πόσες λέξεις ακόμη θα διασταυρωθώ
ως μνηστήρας κι εραστής
ως αντίζηλος μιας εκ προθέσεως διαστροφής.
Είτε το θέλεις, είτε όχι
η ανυπόδητη αντοχή μου
στα κατατόπια της αφθαρσίας με σέρνει
σ' εκείνη, δεν ξέρω αν το θυμάσαι,
την πυκνή αραίωση του απροσπέλαστου.

Και είναι ώρα να ξεκουραστώ
από το κάποτε των καιρών
και είναι ώρα να ξεπλύνω την αίσθηση
του απωλεσθέντος ίσκιου
που κουβαλώ κατάσαρκα των απομνημονευμάτων.

Μια νωχελική συνήθεια τώρα με φιλοξενεί
κι ήταν προχτές το σούρουπο
που άκουσα να λέει κάτι για τους γδάρτες
που στελέχωναν το σθένος της επιτάχυνσης,
μα δεν έδωσα σημασία.
Α τώρα πια το πήρα απόφαση,
δεν μπλέκω τις φτερούγες μου
στα συρματόσχοινα των συνωστισμένων αξιώσεων,
μια πανάρχαια περγαμηνή του αυθεντικού
που έχει πέσει στα χέρια μου
κι όχι τυχαία
μπορεί να συνηγορήσει προς αυτήν ή την άλλη
κατεύθυνση της παρέκκλισής μου.

Και δε με νοιάζει που πρέπει ν' αφήσω
το ανεξήγητο στην επίκτητη διάθεσή του
ούτε και με πειράζει που πρέπει να προσδώσω
στο απροσδιόριστο τα θέλγητρα της απροδιοριστίας του,
μόνο που σ' αυτήν την ανώφελη οφειλή
συνωμότης μου το όνειρο και
δικαίωμά μου η φυγή.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999)
Ρουμπίνα Θεοδώρου





Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Να ειπωθούν όλα

Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις
Και μου λείπει ο καιρός, και μου λείπει το θάρρος
Ονειρεύομαι ξετυλίγω στην τύχη τις εικόνες μου
Εχω άσχημα ζήσει, κι έχω μάθει άσχημα να μιλώ καθαρά.

Να ειπωθούν όλα για τους βράχους, τη λεωφόρο και τα λιθόστρωτα
Τους δρόμους και τους διαβάτες τους τα λιβάδια και τους βοσκούς
Το χνούδι της άνοιξης και τη σκουριά του χειμώνα
Το κρύο και τη θέρμη συνθέτοντας ένα και μόνο καρπό

Θέλω να δείξω το πλήθος και κάθε άνθρωπο χώρια
Μαζί μ΄ ό,τι τον ζωντανεύει και ό,τι τον απελπίζει
Και κάτω από τις ανθρώπινες εποχές κάθε τι που φωτίζει
Την ελπίδα του και το αίμα του την ιστορία του και τη λύπη του

Θέλω να δείξω το τεράστιο πλήθος διαιρεμένο
Το πλήθος διαμοιρασμένο όπως σε κοιμητήριο
Και το πλήθος πιο δυνατό απ΄ τη σκιά του την ακάθαρτη
Έχοντας γκρεμίσει τους τοίχους του έχοντας νικήσει τ΄ αφεντικά του

Την οικογένεια των χεριών, την οικογένεια των φύλλων
Και το περιπλανώμενο ζώο χωρίς προσωπικότητα
Τον ποταμό και τη δροσιά γονιμοποιά και εύφορα
Τη δικαιοσύνη όρθια την εξουσία καλά φυτεμένη

(1951)

Απόδοση Παναγιώτης Φραντζής, με βάση τη μετάφραση του Σπύρου Τζουβέλη
Paul Eluard