Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Αθήνα


Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .
Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
                                    Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»



Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)
Λευτέρης Πούλιος

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι


Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
σαν ο ήλιος μετά την βροχή μια συγγνώμη
που δεν γίνεται δεκτή
μες στο κρανίο της θαλασσοταραχής·
εγώ εδώ
και εκεί οι ανοιχτοί της μηροί
τώρα η σιωπή ρίχτηκε σε μια γωνία
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει
σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα
βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.

Γιάννης Λειβαδάς

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Γαλάζια σπλάγχνα



Κάτοικε τοῦ ὀνείρου
μαζεύω τὴ φωνή μου ἀπὸ κάθε ἄκρη
καὶ τὸ ὑπόλειμμά της αὐτὸ στὴ σινδόνη τῶν δέντρων
κ᾿ ἐκεῖνο κεῖ ψηλὰ στὸ σκουριασμένο βράχο
ὅπου ὀργίζεται ὁ γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
γιὰ τὴ μεγάλη ἀποκάλυψη
ρίχνω στὸν ἄνεμο μακρόσυρτη ἀγάπη:
Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
ἔχασα.
Μὰ χάνουν καὶ τ᾿ ἄνθη
τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο...
Κάλλιο νὰ πλανηθεῖ ὁ χαρταετός μου
δὲ θέλω πιὰ ν᾿ ἀγγίξω τὰ χρώματά του
κλείνω τὰ μάτια μου γιὰ νὰ δῶ.
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ διασχίζει
κι ἄλλοτε ποὺ χτυπᾷ στὸν ἄκμονα
χίλιες φορές.
Εἶναι ἡ φωνὴ ἀπὸ ἕνα βάθος:
Γιὰ πάντα νὰ μὴν ἔχεις
τίποτα γιὰ τ᾿ ἀληθινὰ χέρια
μονάχος
ἀνήμπορος ἐκστατικὸς
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄξαφνη γιορτὴ τοῦ δευτερολέπτου
ποὺ παραδίδεται ὁ κόσμος.

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Μπαλάντα για την έγκριση του κόσμου


Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα, μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ' αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ' απ' τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν - για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ' άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!"»

Δεν μου αρέσει η φτήνεια κι η κακομοιριά.
Γι' αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικου σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια- το ξέρω- κι η έγκρισή μου.

(1930)
Bertolt Brecht

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο

να τ’ αγγίξω είπε αυτός
θα τσιρίξω είπε αυτή
μια φορά είπε αυτός
 απαλά είπε αυτή
να το δαγκώσω είπε αυτός
πόσο; είπε αυτή
δυνατά είπε αυτός
με πονά είπε αυτή
έλα πια είπε αυτός
όχι βαθιά είπε αυτή
τι μου ζητάς; είπε αυτός
να με κοιτάς είπε αυτή
να συνεχίσω; είπε αυτός
 θα σε μισήσω είπε αυτή
αν σε φιλήσω είπε αυτός
 θα σε αφήσω είπε αυτή
παίρνεις χάπι; είπε αυτός
είναι αγάπη; είπε αυτή
είσαι αναμμένη; είπε αυτός
 είμαι θλιμμένη είπε αυτή
θα μου ‘ρθει ίλιγγος είπε αυτός
 ναι αλλά η σύζυγος είπε αυτή
σιγά τώρα είπε αυτός
 κοιτάς την ώρα είπε αυτή
πώς βογκάς! είπε αυτός
 μη σταματάς είπε αυτή
πιο δυνατά είπε αυτός
 πιο αργά είπε αυτή
χύνω! Είπε αυτός
 σβήνω είπε αυτή
είσαι δικιά μου! είπε αυτός
είσαι δικός της! είπε αυτή.

(e. e. cummings,, 33 χ 3 χ 3, εκδ. Νεφέλη)
e. e. cummings

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Σάρκινο


Και πάλι σήμερα δεν θα μιλήσω για λαγόνες
Θα προτιμήσω λεγεώνες.
Για λαιμούς με υπόξινη γεύση
Θα μιλήσω για αθώα μέλη αποκομμένα, απομακρυσμένα.
Φοβάμαι ούτε καν για λεπτά μακριά χέρια
Θα θυμηθώ το τρέμουλο και τη χαιρεκακία στο κοίταγμά του.
Όπως όλοι καταλάβατε, θα μιλήσω για το δρον σώμα
Αδιαφορώντας για τους ερεθισμούς των οστεφυλάκων.

Νίκος Κυριακίδης

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ο πιλότος Νάγκελ


Στον ποιητή Ν. Ράντο*

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που 'ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank "Fjord Folden"
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...


Νίκος Καββαδίας

*Νικήτας Ράντος, όπως και Νικόλας Κάλας ,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη