Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Πόθοι

Πόθοι νεανικοί,
σαν πολύ ωραίοι, νεανικοί εραστές,
με άψογη την αγνότητα της ορμής,
μ' απαράμιλλη περηφάνεια κι ευγένεια.

Έσβησαν.
Όπως για κάποιους νέους λεν,
πως ο θεός τους αγάπησε
και νέοι πεθάναν.
Ίσως να εξαφανίστηκαν δίχως επιστροφή,
κάποιαν ωραία βραδιά,
με πλήρες φως, μελιχρό, της σελήνης.
H εκδοχή, πως ανίερα χέρια
τους έπνιξαν σε άνομα πάνω κρεβάτια,
σε δωμάτια για φτηνή ηδονή,
– ας την αποτρέψουμε,
τούτη την αποτρόπαια σκέψη.

Tα φαντάσματα που ξανάρχονται
ανήσυχα των πόθων,
πανέμορφα, τραγικά πρόσωπα,
ομολογούν κάποιο έγκλημα, 
εν τούτοις.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 1996)
Καρέλλη Ζωή





Επιθυμίες


Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν με δάκρυα , σε μαυσωλείο λαμπρό ,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά -
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μιά νύχτα , ή ένα πρωί της φεγγερό .

Κ.Π. Καβάφης

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Κάποτε




Ήμουν ερωτευμένος κάποτε μαζί σου,
Και να το πω ειλικρινά, ακόμα σ’ αγαπώ,
Αλλά ας μη σ’ απασχολεί πλέον αυτό,
Αφού δεν πρόκειται πια να σε ενοχλώ.
Εγώ σε λάτρευα σιωπηλά, παρθενικά,
Γοητευμένος από το δικό σου κάλλος.
Εγώ σε αγαπούσα άδολα και τόσο στοργικά,
Έτσι, ώστε να δώσει ο Θεός, να σ’ αγαπήσει κάποιος άλλος.


Alexander Pushkin




Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ο κήπος


Μύριζε πυρετὸς
κῆπος δὲν ἤτανε αὐτὸς
κάτι παράξενα ζυγαριὰ μέσα του
περπατοῦσαν
στὰ χέρια τὰ παπούτσια τους
φοροῦσαν
τὰ πόδια τους ἦταν μεγάλα ἄσπρα
καὶ γυμνὰ
κάτι κεφάλια σὰν ἄγρια φεγγάρια ἐπιληπτικὰ
καὶ κόκκινα τριαντάφυλλα ξάφνου
φυτρώνανε
γιὰ στόματα
ποὺ ὁρμοῦσαν καὶ τὰ ξέσκιζαν
οἱ πεταλοῦδες-σκύλοι


Ἀπὸ τά: Ποιήματα (1945-1971)· Ἐκδόσεις
Κέδρος, 2000.
Μίλτος Σαχτούρης




Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Τὸ δάσος




Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.


(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ὁ Ἀλλήθωρος»)
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά

Μ΄ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ΄ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ΄ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.

Κάτι 
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ΄ τη γλώσσα

-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος 
- Ε; Τι; 
- Αρίηω ηθύμως θμος 
- Δεν άκουσα τι πράγμα; 
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Οδυσσέας Ελύτης


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Γυμνὸ σῶμα

Ι.

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.


Ἀθήνα 24.9.80
Γιάννης Ρίτσος