Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Η καρδιά αποζητά την ηδονή αρχικά


Η καρδιά αποζητά την Ηδονή – αρχικά –
Και έπειτα – εξαίρεση απ’ τον Πόνο –
Και έπειτα – εκείνα τα μικρά Αναλγητικά
Που νεκρώνουν το βάσανο

Και έπειτα – να πάει να κοιμηθεί –
Και έπειτα – εάν εισακουόταν
Απ’ τον Ανακριτή της
Το προνόμιο να πεθάνει


Μετάφραση: Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά
από το Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, εκδόσεις Gutenberg

Emily Dickinson

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Η λάμψη

–  Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
–  Όμως ­– είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.

Μίλτος Σαχτούρης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

VI



 Την καταδίκη μου ζητώ
την ενοχή μου θέλω ν’ αποδείξω
μα όλα τα δικαστήρια με αποπέμπουν δεν αναγνωρίζουν το έγκλη-
μα της ύπαρξης

Κι όμως η ύπαρξη είναι φονικό
χρόνος αιμόφυρτος μ’ εξηνταδυό σφυριές που σέρνεται στις φλέβες
μας
σπαράγματα του αχανούς που έγιναν οι τρώγλες του «δικού» μας
δήθεν χώρου
σκηνώματα πεφιλημένων που περιβληθήκαμε για σώματά μας
επαναλήψεις ξένων πεπρωμένων
κι όλα όσα ονομάζουμε «σταθμούς της ζωής»
όπου δεν ανταμώνουμε ποτέ μόνο χωρίζουμε
διασχίζοντας και διαμελίζοντας ο ένας τον άλλον
καθώς καθένας μας πορεύεται πάντα για αλλού

"Εκ Περάτων",
Βύρων Λεοντάρης 

Θύμηση



Έτσι ήταν τ’ απογεύματα της πρώτης μας νεότητας
ακούγαμε Las Hojas Muertas, My Foolish Heart
ή Sin Palabras στο Hotel del Puerto
κι εσένα τ’ όνομά σου ήτανε διάφανο
και αντηχούσε υπέροχο ψιθυριστά
κι εγώ πίστευα στις θεές των προγόνων μου
και σου ιστορούσα ψέματα γλυκά
για τη ζωή στους μακρυσμένους τόπους που επισκέφτηκα.

Τα σαββατόβραδα
κάναμε μεγάλους περίπατους στη μουσκεμένη άμμο
ξυπόλυτοι πιασμένοι χέρι χέρι μες στην απόλυτη σιωπή
που τη ραγίζανε μονάχα οι ψαράδες στα φωτισμένα τους πλεούμενα
αναφωνώντας για την ευτυχία μας.

Μετά επιστρέφαμε στην καλύβα του Billy
και πίναμε ένα κονιάκ μπρος στη φωτιά
καθισμένοι σ’ ένα μικρό χαλάκι του Λυρσά
κι έπειτα φίλαγα τα ξέπλεκα μαλλιά σου
κι άρχιζα να ταξιδεύω το κορμί σου με χέρια τόσο σίγουρα
που δεν τρομάξανε ποτέ στον έρωτα ή στη μάχη.

Η γύμνια σου αναδυότανε μες στη μικρή νυχτερινή μας κάμαρη
φωτιά που έκαιγε ανάμεσα στα ξύλινα χωρίσματα
κάτω απ’ το φως της λάμπας που μας έλουζε
σάμπως παράξενος ανθός από χιλιάδες δώρα καμωμένος
που με αφήνει πάντα έκπληκτο
και με καλεί σε νέα τοπία ανεξερεύνητα.

Κι η ανάσα σου κι η ανάσα μου δυο κοντινά ποτάμια
και το δέρμα σου και το δέρμα μου δυο χώρες δίχως σύνορα
κι εγώ όπως η καταιγίδα μέσα σου τη ρίζα να ακουμπώ των ηφαιστείων
κι εσύ για μένα ένα κρυφό φαράγγι
για να περνάει μοναχά το φως της χαραυγής.

Κι ήρθε ο καιρός που ήσουν μόνο η θάλασσα
μόνο η θάλασσα γεμάτη με τα ψάρια της και την αλμύρα της
να πέφτω διψασμένος στα κόκκινα μυστικά των κοραλλιών της
και σ’ έπινα αχόρταγα, αξεδίψαστα
πάλι και πάλι όπως το θαύμα που αναβλύζει
μες απ’ την τρύπα που άνοιξε μικρό παιδί στην άμμο.

Ω αγάπη κι είναι ετούτη η στιγμή κάμποσα χρόνια αργότερα
όπου το πρόσωπό σου παίρνει να γίνεται αχνό
κι η θύμησή μου αδιάκοπα αδειάζει από σένα.

Το όνομά σου ήταν μικρό κι ένα τραγούδι το ψιθύριζε
κάποιου αλλοτινού καιρού.

Roque Dalton

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Η είσοδος του μετρό


Ήταν ο οδηγός της. Αυτός ζούσε σε μία κόλαση. Κάθε μέρα σκεφτόταν πως ήταν νεκρός. Χρόνια, αφού αυτός πέθανε, αυτή τον σκέφτεται να σκοντάφτει μεθυσμένος μέσα στην περιστροφική πόρτα του μετρό. Μόνο οι δυο τους στην πλατφόρμα. Αυτός να της ζητάει χρήματα, πένες για να περάσει την είσοδο.
Στο γηροκομείο, μία παράλυτη γυναίκα φρουρεί την πόρτα.
Ρωτάει: «Θα γυρίσεις πίσω;» Καθένας μέσα ή έξω πρέπει να της απαντήσει.
«Μη με αφήνεις εδώ. Έλα πίσω.»
Η Μπέατρις λέει ψέματα για να περάσει το απλωμένο για χειραψία τρεμάμενο χέρι της.

Ο πατέρας της ξέρει ότι τον παρατάει σήμερα. Αυτός περιμένει.
Το κεφάλι του που πεθαίνει γυρίζει και περιπλανιέται στον αέρα.
Ένα δάκρυ γλιστράει από το δεξί της μάτι, ωμή, ξεκάθαρη μετάνοια.
Τι εννοούσε; Τις κραυγές του στην τηλεόραση που ζητούσαν θάνατο,
τα σκυλιά που είχαν στηθεί σαν κοράκια. Ο δρόμος του για το δάσος
ήταν λεπτός όπου κι αν πατούσε.

Πριν την πάει εκεί, της δείχνει την κουδουνίστρα του φιδιού στο συρτάρι του,
Τεντωμένη σαν δείκτης ρολογιού, φυλαχτό τσέπης για προστασία,
ένα αναμνηστικό από το μεγαλύτερο που είχε σκοτώσει μέχρι τώρα.
Την καλεί στο δάσος, «Πρόσεχε πού βάζεις τα πόδια σου».

Το αγαπημένο της μέρος είναι χαμηλά, ο υγρός κόλπος με τα κλαδιά,
την άμμο που κάνει σχηματισμούς σαν ίχνη φιδιού. Η θέση του είναι ψηλή,
ένα στέκι από πλατύφυλλο πεύκο. Σε αυτόν τον μακρύ διάδρομο,
το φως αναβοσβήνει, καθώς το τσεκούρι του δαγκώνει μέσα στις παραμορφώσεις ενός δέντρου, σάπια σκουλήκια, εκκρίσεις.
Τα γάντια του τρέχουν πάνω κάτω στα φτερά του φλοιού. Το στόμα της γεμίζει βάμμα από νέφτι.
Στο πρόσωπο του δέντρο, δάκρυα κολοφωνίου σκληραίνουν και λάμπουν.
Θυμάται με ποιον τρόπο αντιμετώπισε το κρεβάτι. Ορειβασία δίπλα του.
Χωρίς άγγιγμα, αλλά με ενθουσιασμό.
Σαν να επιβιβάζεσαι σε ένα τρένο και οι ιστορίες να διαδέχονται η μία την άλλη.
Αυτός να ρίχνει λάστιχα σαν πέταλα αλόγων στο Μίσιγκαν, αυτός να παλεύει αλιγάτορες στον βάλτο της Φλόριντα.
Τα λόγια του να κροταλίζουν σαν τροχοί πάνω σε ράγες, μετά να ροχαλίζει.
Αυτή νόμιζε ότι πήγαιναν μαζί. Έμεινε πίσω. Αυτή που περιμένει,
αυτή που δεν πάει πουθενά μέσα στο φορτωμένο δωμάτιο, με τον ιδρώτα του, τα τσιγάρα και το κουταλάκι.
Κανένας τρόπος να διηγηθεί την ιστορία της.
Την μεταφέρει στην πλάτη του απέναντι από το ποτάμι.
Ο ήλιος λάμπει κάτω από τα πόδια της, όπως κι ο τρόμος αυτού που κρύβεται από κάτω. Σκαρφαλώνει για να σταθεί μαζί του στην άκρη, όπου το αμμώδες έδαφος δίνει τη θέση του στο νερό.
Η ερειπωμένη γη πίσω της, τα αποτυχημένα σφραγισμένα στόμια ανθρακωρυχείων,
τα ασημένια δολάρια σαν φεγγάρια στα χέρια ανδρών το βράδυ των εκλογών.

Ξέρει ότι τον αφήνει σήμερα. Αυτή ρωτάει, «Θα πεθάνεις πριν επιστρέψω». Αυτός λέει ότι υποθέτει πως ναι.
Βλέπει τα δάκρυά της, λέει: «Μην το παίρνεις τόσο βαριά.»
Υποσχέθηκε στη μητέρα του ότι θα επέστρεφε. Δεν υποσχέθηκε ποτέ σε αυτήν.
Στο παρελθόν, πατούν την άκρη του ποταμιού και το νερό συγχωρεί.

Δεν της υποσχέθηκε ποτέ να τη συναντήσει στην πόλη, σε οποιαδήποτε από τις πόλεις που πέρασε:
Με τα πόδια στο Λος Άντζελες το 1931, ψάχνοντας για δουλειά.
Άφησε το τρέιλερ την αυγή, περπατώντας. Πουλούσε κομμένα λουλούδια στη γωνία,
πήρε μπάλες του γκολφ από μία έκταση δρόμων, ένα κέρμα ο κουβάς.
Στις κλειδωμένες πύλες του αεροσκάφους ονειρεύτηκε μία πτήση πάνω από την πόλη
σαν ασημένιος άγγελος.
Ζήτησε να δουλέψει στη αυλή ενός σπιτιού. Ο ιδιοκτήτης υπόσχεται για το αύριο.

Αυτός κρατάει τα χέρια του και λέει, σαν να μιλάει σε έναν αδερφό ή μια αδερφή,
«Μη με ξεχνάς».

Αλαμπάμα, ΗΠΑ
(Όχι Μετάφραση από Όχι Ποιήματα)
Minnie Bruce Pratt

Καραντίνα


Στη χειρότερη ώρα στη χειρότερη εποχή
του χειρότερου χρόνου όλης της ανθρωπότητας
ένας άνδρας βγήκε από το πτωχοκομείο με τη γυναίκα του.
Περπατούσε -και οι δύο περπατούσαν- βόρεια.

Αυτή ήταν άρρωστη από πυρετό πείνας και δεν μπορούσε να κρατηθεί.
Τη σήκωσε και την έβαλε στην πλάτη του.
Περπατούσε έτσι δυτικά, δυτικά και βόρεια.
Μέχρι που καθώς έπεφτε η νύχτα, κάτω από παγωμένα αστέρια έφτασαν.

Το πρωί βρέθηκαν και οι δύο νεκροί.
Από κρύο. Από πείνα. Από τις τοξίνες μιας ολόκληρης ιστορίας.
Αλλά τα πόδια της ήταν σφιχτά κολλημένα στο στήθος του.
Η τελευταία θέρμη της σάρκας του ήταν το τελευταίο του δώρο σε αυτήν.

Μην αφήσετε κανένα ποίημα να φτάσει σε αυτό το κατώφλι.
Δεν υπάρχει χώρος εδώ για ανακρίβεια
Εγκωμιάστε τις εύκολες χάρες και την αισθησιακότητα του σώματος.
Υπάρχει μόνο χρόνος για αυτό το ανελέητο απόθεμα.

Ο θάνατός τους μαζί τον χειμώνα του 1847.
Επίσης, ό,τι υπέφεραν. Πώς έζησαν.
Και τι υπάρχει ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα.
Και σε ποιο σκοτάδι αυτό μπορεί καλύτερα να αποδειχθεί.

Δουβλίνο, Ιρλανδία
(Όχι Μετάφραση από Όχι Ποιήματα)
Eavan Boland

Καραντίνα


Επειδή δεν έπρεπε να μυρίσω τον φόβο της αγελάδας
Επειδή δεν έπρεπε να καρφώσω έναν άνδρα, να δω τα μάτια του να αγριεύονται,
επειδή δεν έπρεπε να σύρω τις πέτρες
που σχηματίζονται μέσα στο παιδικό κορμί, επειδή δεν σκοτείνιασαν
τα χέρια μου σε υγρό χώμα, μήτε φούσκωσαν από το χτύπημα της μηχανής,
ούτε οι βελόνες έπλεξαν τη μέση μου, επειδή όταν το εργοστάσιο κατέρρευσε
δεν μύρισα καθόλου καπνό, και κανένας δεν με ανάγκασε να γονατίσω στις μπότες του μπάτσου και να μετρήσω τον χτύπο της καρδιάς μου να μειώνεται καθώς κάθε ήχος
βυθιζόταν, επειδή τα χέρια μου δεν χρειάστηκε ποτέ να αντισταθούν στην παρηγόρια
από τη ζεστασιά του αίματος, επειδή το κρέας ήταν τυλιγμένο σε πλαστικό και επειδή υπάρχουν ποντικοπαγίδες, επειδή η δουλειά μου ήταν να μένω καθαρή και ευγνώμων και κυρίως φανταστική, έχω κλέψει ό,τι λίγο μπορώ:
κρεμμύδια, γυαλόχαρτο, μια χούφτα δέρματος,
το μεταλλικό βογκητό του σκουπιδότοπου, την βεβιασμένη αναπνοή, τα καυτά μαχαίρια.

ΗΠΑ
(Όχι Μετάφραση από Όχι Ποιήματα)
Franny Choi