Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Σε περιμένω παντού


Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,

μη χάσεις το θάρρος σου.


Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να ‘χει καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται

να παραμερίσει την καρδιά του.


Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα

σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων και τα

καθήκοντα των συντρόφων.


Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,

θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.


Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.


Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι

απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ.


Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί

και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται

ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει

ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.


Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,

εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι

για ένα καινούργιο κόσμο… εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!


Τάσος Λειβαδίτης

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Βιολέτες για μια εποχή

. . .
σ’ ακολούθησα, απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο ερχόταν η ευωδία του κήπου (ώ, θα ‘μαστε νεκροί κι η άνοιξη θα ’ρχεται πάλι και πάλι) – σε πλησίασα, με κοίταξες στα μάτια και τότε σε φίλησα, σε φίλησα για όλα τα χρόνια που θα περάσουν, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν, σε φίλησα και σε κράτησα πάνω μου -
. . .

. . .
Θεέ μου, τι ηλίθια που τέλειωσαν όλα
νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν και μας ακολουθούν
χρόνια που θα πεθάνουν μαζί μας
κι άλλοτε μια παράξενη αίσθηση ότι έχω ξαναζήσει, θυμάμαι
πράγματα που δεν έγιναν ποτέ, αναγνωρίζω δρόμους που δεν
έχω ξαναπεράσει
είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα
πως ο ήλιος θα βγει και τ’ άλλο πρωί
είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας
. . .

. . .
συχνά κάθομαι στη σκάλα και κοιτάζω το πεπρωμένο
κανείς δεν πιστεύει αυτά που βλέπω, τα γράφω κι εγώ και τα
            ταχυδρομώ στους μεταγενέστερους
μα όταν ένας άνθρωπος στο δρόμο γυρίσει και σε κοιτάξει με πόνο η
            μισή ανθρωπότητα έχει σωθεί
ή νοσταλγώ ένα ρόδο κι είμαι έτοιμος να πεθάνω για να το βρω-
. . .

. . .
  ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δεν θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή...

Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις.

Κι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ’ αυτό που ζήσαμε...

Όμως, εδώ τέλειωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια
   μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική...


Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

25η ραψωδία της Οδύσσειας

Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλες τους
άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νιότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το συκώτι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.

Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μού καναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.

Και νά μαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομμύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθιά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.

Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώρης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.

Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.

Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.

Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφοσύνη
και τα ποιήματα.

Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφήσανε μια νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στοίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδυ, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν' ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομμένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθιά, βαθιά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλοσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Καντάτα

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ’ έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Εκμυστήρευση

Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα
μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που
……είδε κάποτε σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.

από τη συλλογή "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (1990)"
Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Περιμένοντας τὸ βράδυ


Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Ποῦ εἶσαι


Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε

«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;

Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει

Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε
ἄγνωστο ποῦ…

Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…

Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια

Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;

Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…

Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…

Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Ο μουσικός


Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατα του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα»,
……ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

Τάσος Λειβαδίτης