Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή Καρέλλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή Καρέλλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Στον χρόνο


Η αλλαγή δεν ήρθε να μου προσφέρει

την αλλαγή. Τι είναι μήπως

η αλλαγή και τι μπορεί ν’ αλλάξει,

απαλλαγή καμιά δεν θα υπάρξει

του εαυτού μας το τέλμα

μας κρατάει καλά. Αυτό είναι

και το τέρμα.

Η αρχή ωστόσο είναι

μόνο κάποια συναλλαγή.


Ζωή Καρέλλη 

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Έρωτες

 


Ι


Σ’ αγκαλιές τα σώματα ζητούν,

να ξεκουραστούν μαθημένα,

η θλίψη κι η ασκήμια να τυραννούν.


Ανάπαυση μέτρια,

περίσκεπτη εμπιστοσύνη,

μετρημένη παράδοση του σώματος,

σχεδόν υπόκριση ερωτική

ατελής ομιλία, η απαγορευμένη.


Στρέφονται από δω κι από κει

τυράννια και συστροφή, τα σώματα,

συμπλοκή άχαρη, καμιά παρηγορία.


Τα σώματα μένουν φτωχά,

άκαμπτα και κουρασμένα.

Τα παιδεύει της ηδονής εκμηδένιση.


ΙΙ


Σκέφτομαι τις πόρνες με τα σώματα πεθαμένα,

–απ’ την κούραση κιόλας απ’ την ανάγκη–

που πρέπει ακόμα να ζήσουν.

Σκέφτομαι τις πόρνες, που φιλούν τα στόματα,

όταν, από καιρό, έχουν πεθάνει τα δικά των σώματα,

φιλούν τα χαλασμένα στόματα, σπασμένα, γεροντικά,

χαλαρά, σιχαμερά, που δεν έχουν

ομιλία καμιά, ήχον φωνής να ταιριάζει,

την φοβερήν ώρα, όταν πλαγιάζει

το ένα σώμα στ’ άλλο κοντά.


Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)

Ζωή Καρέλλη


Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

10 Απριλίου 1938


 Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη πού περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι o καρπός πού αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι ή θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
πού αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις
στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου,
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποίοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμμιά;

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι’ αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

Ζωή Καρέλλη

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Μεγάλη Παρασκευή


Στην καρδιά της Άνοιξης,
φέτος το Πάσχα έπεσε πολύ αργά
και το περιβάλλει η πάσα εμορφιά
της χαρούμενης εποχής.
Χαρά, όταν οι τελετές της ταφής
και της Ανάστασής Σου συμπίπτουν
με τα μειλίχια βραδινά, όπου η δροσιά
είναι μυρωμένη, καθώς ανακατωμένη
με το λιβάνι, την αισθάνομαι να μου έρχεται
στο περίσκεπτο πρόσωπο.

Χαίρομαι, χαιρόμουν δηλαδή στο παρελθόν.
Θυμούμαι και δοκιμάζω τη νοσταλγία εκείνη,
εκείνων των καιρών, όταν τα βραδινά,
– με το ιώδες χρώμα, της ανθισμένης γλυσίνας
κάπως, ή της πασχαλιάς που στρώνεται
πάνω στο επιτάφιο κέντημα,-
τα έμορφα ανοιξιάτικα βραδινά,
πήγαινα ταχτικά ν’ ακούσω την ακολουθία
των Παθών Σου.
Κι άλλοτε το είπα,
πως δεν πηγαίνω πια στην εκκλησία.
Ψες πήγα.

Περάσαμε απ’ το δροσερό πάρκο,
γεμάτο σκιές που φυλάγουν την αμαρτία.
Ποιαν αμαρτία;
Γιατί να είναι αμαρτία
ο έρωτας των ανθρώπων την άνοιξη;
Αμφιβολία. με σκέψεις διπλές
προχώρησα και μπήκα στην εκκλησία Σου.
Μια εκκλησία καινούρια, άσχημη,
με εικόνες κακοβαμμένες.
Ένας χαμηλός ουρανός, το χρώμα στο ταβάνι,
με τα πολλά άστρα, φτηνό.
Δε σε βοηθούσε το περιβάλλον να συγκεντρωθείς
να λησμονηθείς στην ψαλμωδία
κι αυτή καθόλου κατανυκτική.

Μα εγώ, καθώς προσήλθα,
καθώς μπήκα στην εκκλησία Σου
κι αν τα είδα όλα αυτά, στο τι!
Εκείνο που μ’ άρπαξε σα χέρι βαρύ,
που απλώθηκε απάνω μου,
ήταν η αμαρτία που έκανα,
προσερχόμενος σε Σένα,
με την καρδιά μου κενή από Σένα.
Είναι κενή από Σένα η καρδιά μου;

Δεν ξέρω αν οι αναμνήσεις
μιας εποχής περίπαθης πίστης,
δε μ’ αφήνουν ακόμα εμένα
να χαρώ μόνο αισθητικά τη θρησκεία Σου.

Κύριε του Μυστικού Δείπνου, της Σταύρωσης,
της Μεγάλης κι ένδοξης Ανάστασης,
μέσα μου Σ’ αισθάνομαι
κι ας έχω απομακρυνθεί από Σένα.

Εύκολα δάκρυα μου υγραίνουν τα μάτια.
Πόσην ικανοποίηση μπορεί να μας δώσει
και της αθλιότητάς μας η αναγνώριση,
η ομολογία.

Ομολογία σε ποιον;
Στον ευπροσήγορο εαυτό μας;
Μεγαλώνει η αμαρτία.
Τίνος και με τι λογαριάζεται;
Κάνω να την αποτινάξω
και συλλογίζομαι πως ούτε αυτό
θάταν δύσκολο, όταν έχεις κριτή τον εαυτό σου,
που έχει μαζέψει τόση δικαιολογία,
όσα είναι τα λουλούδια της άνοιξης,
οι καρποί του καλοκαιριού Σου,
που παίρνει το βάρος του φθινοπώρου Σου,
ώσπου να φτάσει ο χειμώνας…

Όμως είναι άνοιξη, άνοιξη απόψε,
ακόμα και για κείνους που γνώρισαν
τους βαρείς σου χειμώνες
κι οι γυναίκες αν κλαίνε τον Άδωνι,
θρηνούν με το πάθος της ερωτικής χαράς
που περιμένουν.

Είν’ η πολλή αγάπη για τη ζωή αμαρτία;
Κύριε, καθώς τόσος υπάρχει ο θάνατος,
που Εσύ τον έχεις για τον άνθρωπό Σου δεχτεί,
πώς θα δεχτούμε εμείς οι εφήμεροι,
δίχως Εσέ, τη φοβερή τιμωρία;
Η δική μου ψυχή που την αισθάνομαι
τόσο πολύ να μου δονεί το σώμα,
που την αισθάνομαι ν’ ανθίζει στο σώμα μου,
για μένα έπαψε να είναι αθάνατη.

Έχω φτάσει την παγερή αδιαφορία
για ό,τι αφορά τα μετά θάνατον.
Έχω παραδεχτεί το κενό, το μηδέν
και με κυριεύει της ζωής το πάθος,
πόσο η ψυχή μου υποφέρει το πολύ πάθος
του σώματος την δυναστεύει
και με κυνηγά του αμαρτήματος η σημασία,
πολύμορφη, δίχως να την καταλαβαίνω
ποια είναι.
Διάχυτη μου μολύνει τα μάτια, την όσφρηση,
την ακοή, τη γέψη και την αφή.
Μήπως τόσο πολύ την αισθάνομαι,
γιατί του βαπτίσματος τη στιγμή δέχτηκα
το δικό Σου άγιο Μύρο κι αυτό με χωρίζει
κι αυτό μου θυμίζει τη που σου οφείλω υποταγή.

Άλλοτε προσερχόμουν
στα καθημαγμένα Σου πόδια κι ευλαβικά,
– ποτέ πιο ψηλά δεν τολμούσα ν’ ατενίσω
προς το πρόσωπό Σου και τη δική σου ανθρώπινη υπόσταση
πνοή τόσο εφήμερη,- ευλαβικά έψαυα
με τ’ αμαρτωλά των αισθήσεων χείλη…

Γιατί αμαρτωλά; Πώς τόσο αισθάνομαι
την ανάγκη συγχώρεσης!

Αόριστη συντριβή,
τούτη με συντρίβει η αοριστία,
γιατί δεν γνωρίζω πού ν’ αποθέσω
την αμαρτία μου για να κριθεί.
Μη δεν είναι ανύπαρχτη;
Φαντασία κι εκείνο που λογαριάζεται,
μένει η δύναμη μονάχα κι η αντοχή,
για να λογαριαστεί η ζωή μας.
Γιατί αισθάνομαι έξαφνα τη φθορά
της πλησμονής που με κατέχει,
του δυνατού πόθου που έχω παραδεχτεί,
γιατί δεν μπορεί να βαστάξει η ψυχή μου
την περήφανη ανθρώπινη στάση μου;
Ποια αιώνια στιγμή
έχει απομείνει από Σένα μέσα μου,
Κύριέ μου, και τι μου ζητεί η τυραννισμένη
μορφή Σου, ανθρώπινη;
Όταν Εσύ ήρθες σε μένα τόσο κοντά
κι εγώ φεύγω τώρα
κι έφτασα να μη βλέπω το θάνατό μου
σα συμφορά της ψυχής,
όταν θέλω να συμμαζέψω σε τούτης της γης
την εμορφιά την πάσα μου δύναμη,
όταν η δύναμή μου μ’ αντέχει σκληρά,
τι γυρεύω από Σένα Λόγε;

Της ύπαρξής μου το λόγο
το δέχτηκα λογικά, ακόμα
και την πάσαν ευθύνη.
Όταν μπήκα στην εκκλησιά Σου,
αισθάνθηκα τη μυστική μου φθορά,
ανησυχία βαθιά,
την αγνώριστή μου μετάνοια.

(Από τη συλλογή Αντιθέσεις, 1957)
Ζωή Καρέλλη