Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Ανάταση


Από τενάγη πάνω, πάνω από κοιλάδες και πανώρια
όρη, και από τα δάση και τις θάλασσες μα και τα νέφη
πιο πέρα, αλλά και από τον ήλιο που όλο στους αιθέρες γνέφει,
και πέρα απ᾽ των σφαιρών του σύμπαντος τ᾽ αστερωμένα όρια,

ω πνεύμα μου, εκεί υψώνεσαι κι εκεί πετάς μ᾽ ευκινησία,
και σαν δεινός κολυμβητής που χώνεται στο μέγα κύμα
χαρούμενος των άπειρων περάτων αφαιρείς το ντύμα
ξεσκίζοντάς το με άφατη ηδονή και με αντρική λαγνεία.

Πέτα μακριά από τούτα τα φριχτά μιάσματα όσο πάει·
πέτα να εξαγνιστείς στον πιο ψηλό απ᾽ τον ψηλότερο αέρα
και πιές σαν πιόμα απάρθενο, σαν θεικό ποτό εκεί πέρα
το πυρ το καθαρό που τα διαυγή πληροί και αίθρια χάη.

Απ᾽ τις τεράστιες θλίψες πίσω, από την πλήξη, την ανία,
που ρίχνουνε το βάρος τους στην ύπαρξη την ομιχλώδη,
πανευτυχής εκείνος είναι που με φτερωμένο πόδι
εκσφενδονίζεται στα γαληνά και πάμφωτα πεδία·

με σκέψεις όποιος σαν κορυδαλλός πετάει στων διαστημάτων
τις ανοιχτές οδούς κι ελεύθερος τους ουρανούς διαβάζει,
αυτός πλανάρει πάνω απ᾽ τη ζωή και ακόπως μεταφράζει
τη γλώσσα των ανθέων και όλων των αμίλητων πραγμάτων.

Charles Baudelaire

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Θάνατος των Εραστών


Θα ‘χουμε κλίνες, με μια απαλή ευωδία
Βαθιά ανάκλιντρα όπως στους τάφους
Και παράξενα λουλούδια πάνω στα ράφια
Ανθισμένα για μας, κάτω απ’ ουρανούς πιο ωραίους
Καθώς θα στερεύουν οι τελευταίοι μας πόθοι
Θα ‘ναι οι καρδιές μας δύο αχανείς λαμπάδες
που αντανακλούν τη διπλή τους λάμψη
πάνω στα δυο πνεύματά μας, τούτοι οι δίδυμοι καθρέπτες
Κάποιο δειλινό φτιαγμένο σε μυστήριο ρόδινο και γαλανό
Θ’ ανταλλάξουμε μοναδικό έναν κεραυνό
ανυπόφορο αντίο, τι μακρόσυρτος λυγμός
Και αργότερα ένας Άγγελος, μισανοίγοντας τις πόρτες
Θα έρθει ανασταίνοντας, πιστός και χαρούμενος
Τους θολούς καθρέπτες, και τις σβησμένες φλόγες

Charles Baudelaire

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ο εχθρός


Μια καταιγίδα η νιότη μου ήταν σκοτεινιασμένη,
που τήνε σκίζει εδώ κι εκεί φωτός αναλαμπή·
στον κήπο μου οι νεροποντές τη γύμνια έχουν σπαρμένη,
και του έχουν μείνει λιγοστοί ροδόχρωμοι καρποί.

Να, το χινόπωρο άγγιξα των ιδεών, κι ακόμα
το φτυάρι και το δίκρανο θα πάρω μια φορά,
κι απ’ την πλημμυρισμένη γη, μαζεύοντας το χώμα,
θα κλειώ τις τρύπες που άνοιξαν σαν τάφους τα νερά.

Κι οι νέοι ανθοί του ονείρου μου, ποιος ξέρει αν βρούνε πάλι
στο χώμα αυτό που πλύθηκε σαν άμμο στ’ ακρογιάλι
κρύφια τροφή να πάρουνε, δύναμη κι ευωδιά.

Ω, αλίμονο, ω, αλίμονο, τη ζωήν ο Χρόνος κλέβει
κι ολοένα ο Σκοτεινός Εχθρός, που τρώει μας την καρδιά,
απ’ το αίμα που εμείς χάνουμε ορθώνεται κι αντρειεύει!

Charles Baudelaire

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ποιηματάριο ερωτικό και θλιβερό

Τι με νοιάζει η φρονιμάδα σου;
Ας είσαι όμορφη! ας είσαι λυπημένη!
Τα δάκρυα στο πρόσωπο προσθέτουν γοητεία,
Σαν το ποτάμι στο τοπίο ̇
Η καταιγίδα ξανανιώνει τα λουλούδια

Σ’ αγαπώ προπαντός όταν η χαρά
Αποσύρεται απ’ το χλομό σου μέτωπο.
Όταν η καρδιά σου στη φρίκη πνίγεται  ̇
Όταν πάνω στο παρόν σου ξεδιπλώνεται
Με το φρικτό σύννεφο το παρελθόν.

Σ’ αγαπώ όταν απ’ το μεγάλο σου μάτι ρέει
Ένα ζεστό δάκρυ σαν αίμα  ̇
Όταν, παρά το χέρι μου που σε λικνίζει,
Η αγωνία σου, πολύ βαριά διαπερνά
Σαν ρόγχο αποδημούντα.

Ανασαίνω, ηδονή θεία!
Ύμνο βαθύ, εξαίσιο!
Όλους τους λυγμούς του κόρφου σου,
Και πιστεύω ότι η καρδιά σου φωτίζεται
Απ’ τα μαργαριτάρια που χύνουν τα μάτια σου.

Γνωρίζω ότι η καρδιά σου, που βρίθει
Από παλιές αγάπες ξεριζωμένες,
Σπινθηροβολεί σαν ένα σιδηρουργείο,
Κι ότι στον κόρφο σου επωάζεις
Λίγο απ’ τον εγωισμό των αμαρτωλών  ̇

Αλλά, εφόσον τα όνειρα σου, αγαπητή μου,
Δεν αντανακλούν την Κόλαση,
Και μ’ εφιάλτη δίχως αναστολές,
Αναλογιζόμενη φαρμάκια και ρομφαίες
Συνεπαρμένη από μπαρούτι και σίδερο,

Μην ανοίγοντας στον καθένα παρά με φόβο,
Αποκρυπτογραφώντας τη δυστυχία παντού,
Παθαίνοντας σπασμούς όταν η ώρα σημαίνει,
Δεν θα ‘χεις νιώσει την περίπτυξη
Της ακάθεκτης Αηδίας,

Δε θα μπορέσεις, βασίλισσα σκλάβα
που δε μ’ αγαπάς παρά με φόβο,
Μες στη φρίκη της νοσηρής  νύχτας
Να μου πεις, ψυχή γεμάτη κραυγές:
«Ισότιμη σου είμαι, ω Βασιλιά μου!»

Charles Baudelaire

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ρομαντικό Ηλιοβασίλεμα


Πόσο ο ήλιος είναι ωραίος όταν ολόδροσος ανατέλλει,
σαν μια έκρηξη μας εκτοξεύει την καλημέρα του!
- Πανευτυχής εκείνος - εκεί που μπορεί μαζί με τον έρωτα
να χαίρεται την δύση του πιο δοξασμένη κι απ' όνειρο!

Θυμάσαι! Όλα τα είδα, λουλούδι, πηγή, αυλάκι,
να λιγώνονται κάτω απ' το μάτι του σαν καρδιά που πάλλει...
- Ας τρέξουμε προς τον ορίζοντα, είν' αργά, ας τρέξουμε γρήγορα,
για να αδράξουμε τουλάχιστον της δύσης την ηλιαχτίδα.

Αλλά μάταια κυνηγώ τον Θεό που αποσύρεται,
Η ακάθεκτη Νύχτα εγκαθιστά το βασίλειο της,
μαύρη, υγρή, απαίσια, γεμάτη ανατριχίλες.

Μια μυρωδιά τάφου μες της νύχτας τα σκοτεινά πέπλα επιπλέει,
και το πόδι μου φοβισμένο συνθλίβει, στου βάλτου την όχθη,
απρόβλεπτους φρύνους και κρύα σαλιγκάρια.

Charles Baudelaire