Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Έρθης δεν έρθης


Έρθης δεν έρθης, εγώ θα σύρω
ταργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
το κουρασμένο κορμί να γείρω
στην έρμη πέτρα τη μυστική.

Καί θα προσμένω και θα πεθαίνω
και θανασταίνομαι -μιλώ, μένω-
με τη μιλιά σου·
έρθης δεν έρθης, θα σ᾿ αγκαλιάζω
και με τη σκέψη μου θα ταιριάζω
τη ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στο χώμα θα πάω να ψάξω
το πάτημά σου να βρω, θα δράξω
γη μεσ᾿ στη φούχτα να τη φιλήσω,
κι από κλωνάρια κι από χορτάρια
μέσα στα χέρια δροσιά θα κλείσω,
σαν απ᾿ τη σάρκα κι απ᾿ τη δροσιά σου.
Πέρα της χώρας ανάρια ανάρια,
παιζογελώντας με, τα λυχνάρια
θα μ᾿ αχνοστέλνουν το φάντασμά σου.
Μ᾿ όλα της νύχτας τα λυχνιτάρια
θα ψάξω νάβρω το πέρασμά σου.

Καί με το σείσμα ταχνού του τρόμου
η με το κάρφωμα εκστατικό,
στη γνωρισμένη πλαγιά του δρόμου,
έρθης δεν έρθης, θα καρτερώ.

Τρελό καρτέρι, και ολόγυρά μου
η κρυφή νύχτα και η σιγανή·
μόνο γιομάτη θα είν᾿ η καρδιά μου
από την ψάλτρα σου τη φωνή.

Καί οι στρατολάτες που θα περνάνε,
και όσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι από σένα θα μου μηνάνε,
και θα μου παίρνουν κάτι από σένα.

Γιά σε ξανάβρα και ξαναπήρα
των είκοσί μου χρονών τη λύρα,
κ᾿ έρριξ᾿ απάνου
στους λυγισμένους μου ώμους του πλάνου
πάθους απότομα την πορφύρα.

Της ορμής είμ᾿ εγώ το παιδί,
τανάσασμα είσαι των άγριων κρίνων,
το λάτρεμα είσαι, το φυλαχτό
των ερωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνή κατάρα, μοίρα κακή
τούτ᾿ η λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
η σπλαχνισμένου αγγέλου ευκή
να ξεψυχήσω με τ᾿ όνομά σου;

Έρθης, δεν έρθης, εγώ θα σύρω
ταργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
στην έρμη απάνου πέτρα θα γείρω,
Ίσκιε, στα πόδια σου το κορμί...

Κωστής Παλαμάς

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Ἔρθης δὲν ἔρθης


Ἔρθης δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
τὸ κουρασμένο κορμὶ νὰ γείρω
στὴν ἔρμη πέτρα τὴ μυστική.

Καὶ θὰ προσμένω καὶ θὰ πεθαίνω
καὶ θἀνασταίνομαι -μιλῶ, μένω-
μὲ τὴ μιλιά σου·
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ σ᾿ ἀγκαλιάζω
καὶ μὲ τὴ σκέψη μου θὰ ταιριάζω
τὴ ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στὸ χῶμα θὰ πάω νὰ ψάξω
τὸ πάτημά σου νὰ βρῶ, θὰ δράξω
γῆ μέσ᾿ στὴ φούχτα νὰ τὴ φιλήσω,
κι ἀπὸ κλωνάρια κι ἀπὸ χορτάρια
μέσα στὰ χέρια δροσιὰ θὰ κλείσω,
σὰν ἀπ᾿ τὴ σάρκα κι ἀπ᾿ τὴ δροσιά σου.
Πέρα τῆς χώρας ἀνάρια ἀνάρια,
παιζογελώντας με, τὰ λυχνάρια
θὰ μ᾿ ἀχνοστέλνουν τὸ φάντασμά σου.
Μ᾿ ὅλα της νύχτας τὰ λυχνιτάρια
θὰ ψάξω νἅβρω τὸ πέρασμά σου.

Καὶ μὲ τὸ σεῖσμα τἀχνοῦ τοῦ τρόμου
ἢ μὲ τὸ κάρφωμα ἐκστατικό,
στὴ γνωρισμένη πλαγιὰ τοῦ δρόμου,
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ καρτερῶ.

Τρελὸ καρτέρι, καὶ ὁλόγυρά μου
ἡ κρυφὴ νύχτα καὶ ἡ σιγανή·
μόνο γιομάτη θὰ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου
ἀπὸ τὴν ψάλτρα σου τὴ φωνή.

Καὶ οἱ στρατολάτες ποὺ θὰ περνᾶνε,
καὶ ὅσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι ἀπὸ σένα θὰ μοῦ μηνᾶνε,
καὶ θὰ μοῦ παίρνουν κάτι ἀπὸ σένα.

Γιὰ σὲ ξανἅβρα καὶ ξαναπῆρα
τῶν εἴκοσί μου χρονῶν τὴ λύρα,
κ᾿ ἔρριξ᾿ ἀπάνου
στοὺς λυγισμένους μου ὤμους τοῦ πλάνου
πάθους ἀπότομα τὴν πορφύρα.

Τῆς ὁρμῆς εἶμ᾿ ἐγὼ τὸ παιδί,
τανἄσασμα εἶσαι τῶν ἄγριων κρίνων,
τὸ λάτρεμα εἶσαι, τὸ φυλαχτὸ
τῶν ἐρωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνὴ κατάρα, μοῖρα κακὴ
τούτ᾿ ἡ λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
ἢ σπλαχνισμένου ἀγγέλου εὐκὴ
νὰ ξεψυχήσω μὲ τ᾿ ὄνομά σου;

Ἔρθης, δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
στὴν ἔρμη ἀπάνου πέτρα θὰ γείρω,
Ἴσκιε, στὰ πόδια σου τὸ κορμί...

Κωστής Παλαμάς

Ἀγρύπνησα...



J᾿ai fait ce que je pus...
Victor Hugo

Ἀγρύπνησα, ὑπηρέτησα, ἔκαμα ὅ,τι μποροῦσα,
κ᾿ εἶδα πὼς εἶχε ὁ πόνος μου συχνὰ γιὰ πληρωμὴ
περίγελο. Μὲ μάτιασε τὸ μίσος, καὶ ἀποροῦσα,
γιατὶ πολὺ καὶ ὑπόφερα καὶ δούλεψα πολύ.

27.2.22
Ξανατονισμένη μουσική, 1930
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 240
Κωστής Παλαμάς

Ἡδονισμός


Ἀπὸ τραγούδια ἕν᾿ ἄυλο κομπολόι
Σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ τραγούδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
Καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
Νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴν δροσάτη χλόη
Μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.

Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
Ποὺ κοιμίζει θὰ φέρω στάλα στάλα,
Μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμὶ νὰ σὲ ποτίσω

Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
Δυὸ βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
Στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

[Βραδυνὴ Φωτιὰ Β´]
Κωστής Παλαμάς

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα



Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα
στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.

Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα·
καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

Κωστής Παλαμάς

Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι


Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι
ἀμέτρητοι γιγάντων κόσμοι καὶ θηρίων,
ὁ Γαλαξίας, ἥλιων ὠκεανός, ὁ Ὠρίων,
τὰ Ζώδια, τοῦ Ἀπείρου τέρατα καὶ τρόμοι.

Μουγκρίζει ὁ Λέων στὴν ἐρμιὰ τῶν αἰθερίων,
κι ἡ Λύρα παίζει, καὶ σὰν τρόπαιο καὶ ἡ Κόμη
τῆς Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοὶ καὶ νόμοι
μέσα στὸ χάος χάνονται τῶν μυστηρίων.

Καὶ μὲ τὸν Ἥλιο Κρόνος, Ἄρης, Γῆ, Ἀφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
πρὸς τοῦ Ἡρακλῆ τὸ μεγαλόκοσμο μαγνήτη.

Μόνο ἡ ψυχή μου, σὰν τὸ πολικὸ τ᾿ ἀστέρι
ἀσάλευτη, ὅμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πάει δὲν ξέρει.

Κωστής Παλαμάς

Μυστικὴ Παράκληση




Δέσποινα,
κανένα φόρεμα τὴ γύμνια μου
δὲ φτάνει νὰ σκεπάσῃ,
ἡ μοναξιά μου εἶναι σὰν τ᾿ ἄδειο, σὰν τ᾿ ἀλόγιστο
χυμένο προτοῦ νἄρθῃ ἡ πλάση,
ἡ ἀρρώστια μου βογγάει σὰν τὰ μεγάλα δάση
καθὼς τὰ δέρνει ἡ μπόρα.

Ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

Ἐσὺ παρθένα, ἐσὺ μητέρα,
κι ἀπὸ δροσιά, κι ἀπὸ κελάϊδισμα
στάλα τοῦ αἰθέρα,
ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα Ἐσένα πίστεψα
καὶ λάτρεψα μονάχα Ἐσένα
ἀπὸ τὰ πρωτινὰ γλυκοχαράματα
κι ὡς τώρα μὲς στὰ αἱματοστάλαχτα
μιᾶς ὠργισμένης δύσης.

Δέσποινα, στήριξε μ᾿ Ἐσὺ καὶ μὴ μ᾿ ἀφήσης.

Δέσποινα,
βῆμα δὲν ἔχω μήτε φτέρωμα,
μὲ γονατίζει τὸ στοιχειὸ τῆς θλίψης.
Ὑψώσου ποιός μου λέει; δὲ δύναμαι,
δύνασαι κάτου Ἐσὺ ὡς ἐμὲ νὰ σκύψῃς;

Ῥίξε ἀπὸ πάνου σου,
στοὺς ἀθανάτους τη θεόπρεπη
παράτησε ἁλουργίδα τοῦ Ὀλύμπου,
ἔλα, κατέβα ὁλόγυμνη, βαφτίσου
στὸν Ἰορδάνη τοῦ δακρύου,
κι ὕστερα κρύψε τὸ τρανὸ κορμὶ τὸ ἡλιόχαρο
στὴ σκέπη τὴ γαλάζια της Ἀειπάρθενης,
ποὺ εἶν᾿ ἡ χαρὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν μαρτύρων.

Δὲν εἶσ᾿ Ἐσὺ τῶν ἐθνικῶν ἡδονολάστρα ἡ Μοῦσα,
τῆς πλαστικῆς καὶ τῆς σκληρῆς
χαρᾶς δὲν εἶσαι ἡ Πιερίδα,
τοῦ σπλάχνους τοῦ τρανοῦ βαθιογάλανη
φορεῖς Ἐσὺ πορφύρα
κι ἀπὸ τοῦ θρήνου κατεβαίνεις τὴν πατρίδα.

Ἅ! δείξου στὸ μικρὸ καὶ τὸν ἀνήμπορο,
καὶ δείξου καθὼς δείχνεσαι στοὺς ταπεινούς,
καὶ φτάσε καθὼς φτάνει στοὺς ἁμαρτωλούς,
καὶ δείξου καθὼς δείχνεται στοὺς σκλάβους
ἡ Ἁγιὰ Λεοῦσα.

Ἄκου, ἕνα-σκούσμα τὸν ἀέρα σπάραξε·
Ποιὸς κλαίει;
Κοίτα, βροχὴ ἀπὸ λάβα βρέχει ἕνας θειφότοπος·
τί κλαίει;
Ἔλα κοντά, ἕνας ἤσκιος ἀργοσάλεψε,
καὶ λέει:
Τοῦ τραγουδιοῦ σου δὲ γυρεύω πιὰ τὸ θρίαμβο,
μηδὲ τὸν κόσμο τὸν ὁλάκριβο, τὴ Λύρα,
μηδὲ τὴ μοίρα
τοῦ δοξασμένου διαλεχτοῦ σου, Δέσποινα!

Λυπήσου,
καὶ πλᾶσε μου,
καὶ στεῖλε μου ἕναν ὕπνο ἥσυχο ἥσυχο,
μὲ τοῦ παιδιοῦ τὸ γλυκανάσασμα,
μαζί μου.

Κωστής Παλαμάς

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Σπαρασμός

Γύρω ἡ μαυρίλα,
μέσα ἡ καρδιά μου.
Στὸ πάτημά μου
τρίζουν τὰ φύλλα.

Νερό, ἀργοκύλα!
Στολίδια γάμου
ξεσκίδια χάμου.
Ἀνατριχίλα.

Μέσ᾿ στὸ βιβλίο
σκυμμένα μάτια,
καὶ δὲ διαβάζω.

Σιωπή, ἐρμιά, κρύο.
Πέρα; Παλάτια.
Σκοινιά. Σπαράζω.

Κωστής Παλαμάς

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Ηδονισμός

Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι
Σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω

Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

Βραδινή φωτιά Β’, 1944
Άπαντα, τομ. ΙΑ΄, σελ. 109
Κωστής Παλαμάς

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Το καλοκαίρι

Απ' το κανάλι οι πάσσαρες με τ' απλωτά πανιά
γυρίζουν πρίμα,
μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ' ακριβά,
το πέρασμά τους γλύκανε κ' εσένα, πικρό κύμα!

Και πιο καλοπιθύμητα και πιο φανταχτερά
κι από τα κρίνα,
πάσσαρες γοργοσάλευτες, με τ' άσπρα σας φτερά,
μας φέρνετε τ' αγόρια μας απ' τη μεγάλη Αθήνα.

Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές,
του πόθου τη σκόλη˙
και σείστε τα μαντήλια σας ανάερα, λιγερές˙
παραμονεύουν οι έρωτες˙ ετοιμαστήτε, μώλοι,

το καλοκαίρι μύρισε προσμένουν οι αμμουδιές
και τα πρυάρια,
πριν έμπης, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές
οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.

Κωστής Παλαμάς