Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας


Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Νίκος Καροῦζος

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Το βιμπραφόν

Έχεις ακούσει Βιμπραφόν;
Προχτές ένα κοριτσάκι με ρωτούσε
τι κρύβει το βραχιόλι που φοράω.
Και `γω σου λέω τώρα,
κρύβει, μια σειρά από Βιμπραφόν.
Κάποιος χτυπάει στο παράθυρό μου.
Τι ξέρεις για τον εαυτό μου;

Το πάρκο σκούριασε.
Το φθινόπωρο μπαίνουν άνθρωποι στα νοσοκομεία.
Το φθινόπωρο είναι η εποχή των εγγραφών.

Όμως εμένα στο μυαλό μου
κυκλοφορεί το Βιμπραφόν.
Πυκνό, ανεξιχνίαστο, γοητευτικό παρόν μου.

Άχρηστες βιβλιοθήκες
είναι οι στιγμές που απορείς.
Ανεξιχνίαστες μαύρες τρύπες
που καταπίνουν, που καταπίνουν κάθε είδος διαφυγής
όταν δεν είναι οι οικονομικές συνθήκες
αλλά οι αρρώστιες
που σε χωρίζουν από αυτούς που επιθυμείς.

Έχεις ακούσει Βιμπραφόν;
Τώρα, μέσα στις χάντρες έχει εισχωρήσει,
κανείς δεν μπορεί να μας χωρίσει.
Κι όταν κάποιος χτυπήσει στο παράθυρό σου
να ξέρεις θα σου πει,
Το πάρκο σκούριασε.
Το φθινόπωρο μπαίνουν άνθρωποι στα νοσοκομεία.
Το φθινόπωρο είναι η εποχή των εγγραφών.
και μετά, θα σου ζητήσει λίγο Βιμπραφόν...

Λένα Πλάτωνος

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Αυτός ο έρωτας


Αυτός ο έρωτας
Τόσο βίαιος
Τόσο εύθραυστος
Τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι απαίσιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι απαίσιος
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο ήρεμος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας στη νύχτα
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται
Που τους έκανε να μιλάν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει
Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει
Ολόκληρος αυτός ο έρωτας
Τόσο ζωντανός ακόμη
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Εκείνος που υπήρξε
Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα
Και που δεν άλλαξε
Όμοια αληθινός σαν φυτό
Όμοια τρέμοντας σαν πουλί
Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι
Μπορούμε κ’ οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε
Μπορούμε να ξεχνάμε
Και μετά να ξανακοιμόμαστε
Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε
Να κοιμόμαστε ακόμη
Να ονειρευόμαστε το θάνατο
Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε
Και να ξανανιώνουμε
Ο έρωτας μας στέκει εκεί
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί
Μας κοιτάει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τον ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα και για όλους όσους αγαπιούνται
Και αγαπήθηκαν
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν ξέρω
Στάσου εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν άλλοτε
Στάσου εκεί
Μην κουνιέσαι
Μη φεύγεις
Εμείς αγαπιόμαστε
Σε ξεχάσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη
Μη  μας αφήσεις να κρυώσουμε
Πάντα πολύ μακρύτερα
Κι αδιάφορο πού
Δώσε μας σημάδι ζωής
Πολύ αργότερα στη γωνιά κάποιας δεντροστοιχίας
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε άξαφνα
Τέντωσέ μας το χέρι
Και σώσε μας.

Jacques Prevert

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει


Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Νίκος Καροῦζος

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

(Συλλογή Μεταίχμιο Β' 1957)
Τάκης Σινόπουλος

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Της αδικοθανατισμένης

Μιαν κόρη ρόδα μάζωνε κι αθούς εκορφολόγα,
να πλέξει ζόγια με  τ’ς αθούς, στεφάνι με τα ρόδα.
Κι ο Γιάννης εκατέβαινεν από λαγού κυνήγι,
Ζευγάρι ρόδα τση ζητά  και τέσσερα του δίνει.
Βγαν’απού το δαχτύλιν του όμορφο δαχτυλίδι,
Εις την ποδιάν τση το πετά κι εις τα βυζιά τση δίδει.

Κι η μάναν τση την τόπωσεν απού το παραθύρι,
-Μωρή, και δεν εντράπηκες να πάρεις δαχτυλίδι;
Αφησ’εσύ, σκύλα Μαριώ, κι α δε σε μηνυτέψω,
Απού ‘χεις δώδεκ’αδερφούς και δεκαοχτώ ξαδέρφους!

Ολημερίς τη μάλωνε κι αργα τη μηνυτεύγει
Και εις τσι δώδεκ’αδερφούς και δεκαοχτώ ξαδέρφους.
Δέρνουν την δώδεκ’αδερφοί κι οι δεκαοχτώ ξαδέρφοι,
Δέρνει τηνε κι η μάνα τση με την βαριάν τση ρόκα
Κι ο κύρης τ’ς ο πρωτόπαπας με το χοντρό ραβδίν του.
Ούλοι  μπλιο την εδέρνανε με πέτρες και με ξύλα,
Τα αίματα σουρώνανε, τα ρούχα ματωθήκαν.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα η κόρη ψυχομάχειε
Κι η μάναν τση μπαινόβγαινε κι έσερνε τα μαλλιάν τση
Κι ο κύρης τ’ς ο πρωτόπαπας τα γόνατάν του δέρνει.
Κι η μάναν τση τήνε ρωτά τζαγκουρνομαδισμένη:

-Θέλεις τα μπα, θέλεις τα ξα, θέλεις τα βελουδένια,
θέλεις τα καταπράσινα, που τα ‘φερεν ο Γιάννης;
-Δεν θέλω μπα, δεν θέλω ξα, δεν θέλω βελουδένια,
δεν θέλω καταπράσινα κι ας τα’φερε κι ο Γιάννης
θέλω τα ματωμένα μου , να κατεβώ στον Άδη,
να βγει ακουσμός εις τα χωριά, διαλαλημός στη χώρα,
πως μ’αδικοθανάτισαν για’να ζευγάρι ρόδα.

Δημοτικό τραγούδι

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα


Η νύχτα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να'ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

(μετάφραση Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Federico Garcia Lorca