Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Για κείνον που ζητάει ένα ποίημα για τον πόλεμο


Είναι καλύτερα θαρρώ σε χρόνια σαν κι αυτά

Του ποιητή το στόμα να μένει σιωπηλό, γιατί, μα την αλήθεια,

Δεν έχουμε το χάρισμα να επέμβουμε σ’ ενός πολιτικού δουλειά.

Είναι αρκετή του ποιητή η ανάμειξη, όση να ευχαριστήσει

Μια κόρη στη νωχέλεια της νιότης της,

Ή ένα γέροντα σε μία χειμωνιάτικη νυχτιά.


W. B. Yeats

Κραυγή δέκατη πέμπτη


Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ

Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα

Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο

Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της

Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά

Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας

Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα

Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού


Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε

Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε

Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα

Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο

Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν

Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά

Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες

Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες

Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.


Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν

Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ

Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια

Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε

Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ

Με σπασμένη φωνή που κλαίει

Κάθε φορά στη θύμησή τους.


Κραυγές της νύχτας (1960) 

Κλείτος Κύρου

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

Μπροστά σ'ένα παλιό άλμπουμ


Γυρίζεις πάντοτε, μελαγχολία,

Ώ, γλυκύτητα της μοναχικής ψυχής.

Διάπυρη οδεύει προς το τέλος της η χρυσαφένια μέρα .


Με ταπεινότητα λυγίζει στον πόνο ο υπομονετικός,

Βγάζοντας ήχους αρμονίας και τρυφερής παραφροσύνης

Κοίτα! Σκοτεινιάζει κιόλας


Ξαναγυρίζει η νύχτα και κάτι θνητό παραπονιέται

Και κάποιο άλλο πάσχει μαζί του

Τρέμοντας κάτω από τα φθινοπωρινά αστέρια

Το κεφάλι σκύβει βαθύτερα χρόνο με το χρόνο.


Georg Trakl

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Ο βράχος και το κύμα


«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα

μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,

έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα

του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:

«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,

και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,

περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,

να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,

μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα

και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,

με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,

τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.

Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι

θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»


Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,

αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.

Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,

του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν

και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,

καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε

τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.


Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,

χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα

ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,

και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;

Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,

αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,

και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;

Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»


«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος

χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,

έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,

σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...

Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...

Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου

το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου

τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.

Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,

καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,

γίγαντας στέκω εμπρός σου!»


Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του

εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.

Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει

σα να 'ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη

η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει

στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,

που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Πού θα είσαι;


Θα έρθουν με τήβεννους

να σωφρονίσουν

και με λευκές ρόμπες

να υποτάξουν

κι εσύ πού θα είσαι

όταν έρθουν;


Πού θα είμαστε όλοι εμείς

όταν έρθουν;


από το περιοδικό "Τεφλόν", 2014

Pat Parker

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

Το Νεκροταφείο


Άνθρωπε, που κοιτάζεις μέσα στη θάλασσα –

στερώντας τη θέα από εκείνους που έχουν πάνω της το ίδιο δικαίωμα όσο έχεις κι εσύ για τον εαυτό σου –

είναι φύσει ανθρώπινο να σταθείς στη μέση ενός πράγματος,

αλλά δε γίνεται να σταθείς εν μέσω αυτής:

η θάλασσα δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει παρά έναν καλοσκαμμένο τάφο.

Τα έλατα στέκονται σε πομπή – έκαστο με ένα σμαραγδένιο τρίγωνο στην άκρη – εσωστρεφή όπως τα περιγράμματά τους – λέγοντας τίποτα·

η απώθηση, ωστόσο, δεν είναι το πιο εξόφθαλμο χαρακτηριστικό της θαλάσσης·

η θάλασσα είναι ένας συλλέκτης, ταχύς στο να επιστρέψει το αδηφάγο βλέμμα.

Υπάρχουν κι άλλοι πέρα από εσένα οι οποίοι ενδύθηκαν αυτό το βλέμμα –

η έκφραση των οποίων έπαψε να είναι μία διαμαρτυρία –

τα κόκκαλα των οποίων έπαψαν να είναι το αντικείμενο της έρευνας για τα ψάρια

εφόσον δεν έχουνε αντέξει·

άντρες ρίχνουν τα δίχτυα, δίχως επίγνωση πώς βεβηλώνουν έναν τάφο,

και κωπηλατούν γρήγορα μακριά· όμοια με τα πόδια της αράχνης στην επιφάνεια

κινούν συγχρονισμένα τα πτερύγια λες και δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα

όπως ο θάνατος.

Οι κυματισμοί αναδιπλώνονται εις εαυτόν σε μία φάλαγγα – υπέροχοι κάτω από ένα αφρώδες δίκτυο,

και καταλήγουν ξέπνοα ενώ η θάλασσα θροΐζει μέσα κι έξω από τα φύκια·

τα πουλιά βουτούν στον αέρα με τη μέγιστη ταχύτητα, γιουχάροντας κατά το σύνηθες–

τις ρίζες των βράχων γδέρνει το καύκαλο μιας χελώνας, ανάμεσά τους εν κινήσει κι ο ωκεανός, κάτω από τον παλμό των φάρων και τον ήχο των σημαδούρων,

όπως πάντα προελαύνει, δείχνοντας λες και δεν είναι αυτός ο ίδιος ωκεανός

μες στον οποίο όλα τα πεταμένα πράγματα δεσμεύονται να βουλιάξουν –

μες στον οποίο το αν αναδεύονται ή αν θα στροβιλιστούν, δεν θα ‘ναι

από δική τους βούληση ή συνείδηση.


Marianne Moore

Πορτραίτο προλετάριας



Μια εύσωμη νέα ξέσκουφη γυναίκα

με ποδιά

Τα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω στέκεται

στον δρόμο

Το ένα πόδι με την κάλτσα πατάει

στο πεζοδρόμιο

Το παπούτσι της στο χέρι. Κοιτάζοντας

προσεχτικά στο βάθος του

Τραβάει έξω τον χάρτινο πάτο

να βρει το καρφί

Που την πόναγε


William Carlos Williams