Follow by Email

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Θα νικήσουμε(Venceremos)

Αποκομμένος απ’' όλους κι απ’' όλα σε μαγεμένη τροχιά.
Πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα τίποτα δεν με ακουμπά.
Στον παράξενό μου χρόνο.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ'’ αγκαλιάσω να μ'’ αγκαλιάσεις, να ξεγελιέσαι, να ξεγελιέμαι
να σ’' αγαπήσω, να μ’' αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσο δούλι
σαν ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά, μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά,
στων προσώπων μας τις ζάρες.

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάντζα καμιά.
Ντύθηκε η μέρα τα ρούχα της νύχτας και η ψυχή μου πηδά, στου απέραντου την ψίχα.

θες ν'’ αγγίξεις την αλήθεια, για βγες απ’' έξω, απ’ τη συνήθεια.
Σύρε κι έλα να με λούσεις κι ας είμαι της καθαρευούσης.
Να σ’' αγαπήσω, να μ' ’ αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσο δούλι.
Δρεπανοφόρα άρματα περνάν, στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν,
ασυγκίνητο σ'’ αφήνει.

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα, θωρακισμένε καιρέ.
Με μια πικρή, παγερή τρυφεράδα σε θυσιάζουν μωρέ
μα αυταπάτες πια δεν έχω.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα.
Δες θα φτιάχνουμε στιχάκια, να περπατάν σαν καβουράκια.
Πλάγια και ακριβά τα χάδια, φως αχνό μες τα σκοτάδια.
Μ'’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ, στο μαγγανοπήγαδο της ήττας μου περνώ.
Venceremos, Venceremos

Νικόλας Άσιμος

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ είμαι ανοίξτε



Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Μετάφραση Ανδρέας Εμπειρίκος
Andre Breton

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

To χαμόγελό σου


Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Νάξο και στα γύρω νησιά
ήταν έντονη η ανάμνηση της αρχαίας Σφίγγας
Είχε τα χείλη σου ξέρεις
και το χαμόγελό σου...

Αυτό το “σαχλαμάρες λες  αλλά μ’ αρέσει να σ’ ακούω”
το “δε σε καταλαβαίνω  αλλά είμαι πλάι σου κι αρκεί”
το “να σου βάλω ένα  αίνιγμα;
ποιος ξέρει τι να σκέφτεσαι  για μένα;”
το “περνάω μέτρια αλλά η ζωή είναι τόσο γλυκιά”
το “αχ και να μπορούσα όσα θέλω”

Το χαμόγελό σου...
και ρυτίδες να το περικύκλωναν
και με την αφή να το ‘βλεπα
όταν πια δε θα μπορούσα με τα μάτια
θα το αναγνώριζα ανάμεσα  σε χιλιάδες

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Το σύνταγμα της ηδονής



Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
      Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π. Καβάφης

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Το άπειρο


Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος
ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μας κρύβουν
τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω
οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις
τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη
κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω
μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα
συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου
μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,
και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας
που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου
πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.
Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.


Μετάφραση :  Νάσος Βαγενάς
Giacomo Leopardi


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Σ'έχω τόσο ονειρευτεί


Σ' έχω τόσο ονειρευετεί που πιά δεν είσαι αληθινή.
Προφταίνω άραγε ν' αγγίξω αυτό το σώμα που παλλε-
ται, να φιλήσω πάνω σ' αυτό το στόμα μια αγα-
πημένη φωνή που γεννιέται;
Σ' 'εχω τόσο ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμέ-
να σφίγγοντας τη σκιά σου, ν' αγγίζουν το στή-
θος μου, ίσως δεν θα μπορούσαν να τυλίξουν το
κορμί σου.
Και είναι πολύ πιθανό, αν γίνει αληθινό το όραμα που με
κατέχει χρόνια τώρα, να μεταμορφωθώ κι εγώ-
σε μια σκιά.
Ω! πλάστιγγες των αισθημάτων!
Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που σίγουρα δεν μπορώ πια να
ξυπνήσω. Αποκοιμιέμαι όρθιος, το κορμί μου έ-
χει εκτεθεί σ' όλες τις μορφές της ζωής και του
έρωτα, και συ, η μόνη που μετρά σήμερα για μέ-
να, είσαι τόσο μακριά που είναι πιο εύκολο ν'
αγγίξω οποιαδήποτε άλλα χείλη ή μέτωπο παρά
το δικό σου σώμα.
Σ' έχω τόσο ονειρευετεί, έχω τόσο μιλήσει, περπατήσει
και πλαγιάσει με το φάντασμά σου, ώστε το μό-
νο που μου απομένει είναι να είμαι ένα φάντα-
σμα μες στα φαντάσματα, πιο σκιά κι από τον ί-
σκιο που περπατά- και θα συνεχίζει να βαδίζει
χαρούμενα- πάνω στο ηλιακό ρολόι της ζωής
σου.

Μετ. Βερονίκη Δαλακούρα
Ρόμπερτ Ντεσνός

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Άκου, το κέρας θλίβεται

Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση
κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει
κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει
με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.

Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή
που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)
από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή
και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.

Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,
σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,
με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.

Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:
ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,
που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας
Paul Verlaine

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτικό


Χορέψαμε

Γραμμές και όνειρα στα φώτα της νυχτερινής αγκάλης
άνοιξη διάχυτη στη γαλήνη των πάρκων

Ουρανός καθάριος
γυμνός από ξέρες και λάσπη

Ακούμε τους ήχους
τα κλαδιά που ακινητούν στην αιωνιότητα

Τα βήματά μας
σ' έναν παλμό ροδίου

Από την Συλλογή "Αισθηματική ηλικία"
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Άννα

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει
Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο
να σε φτάσω.

Άρης Αλεξάνδρου

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Σκοπιά

Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτική διαθήκη


«Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται
τώρα σας λέω πως είχα τσέπες
στο γυμνό μου δέρμα.
Στην ανακομιδή στα τρίχρονα
όλοι εσείς που 'χατε νταραβέρια με το σώμα μου
σύρτε τη λήθη σας μέχρι το λάκκο
θα βρείτε κει κομμάτια γλώσσας χείλη
κραυγές χνούδια λαιμών κοντές ανάσες
ελάτε να σκυλέψετε με τη σειρά σας
ό,τι σας σκύλεψα είναι άθικτο σας περιμένει
έχω μια μουσική για σας από τα πλήκτρα των δοντιών
ελάτε
τ' αρπαχτικά σας δάχτυλα  καυτά να νιώσω
για τελευταία φορά στα κόκαλά μου».

Γιάννης Βαρβέρης

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Το κυρίαρχο σκουλήκι


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν, έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

ποιήματα 1831-1849, εκδ. Κοροντζή
Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Ιπτάμενοι Σχηματισμοί


Ξημέρωσε το σήμερα
με τους κραδασμούς της χτεσινής επάρκειας.
Πώς πλήθυνα έτσι σ' αυτόν τον περίπατο
του απρόσμενου
και πώς εισχώρησα έτσι απαλά
στη διάσταση του χειραφετημένου χρόνου;
Είναι άξιον απορίας,
όμως μπορείς και όχι
μια και χιλιάδες των ημερών ακούσματα
προφήτευσαν την ανεύρεση των αγνοούμενων είμαι.

Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται
το αύριο να κοστολογήσω,
δεν ξέρω αν στην αβλαβή επιδίωξη του λιγοστού
μού επιτρέπεται την άρνηση να θεσμοθετήσω,
ούτε ξέρω,
αν στον κώδικα της ενταξιακής συνάθροισης
μού επιτρέπεται το ανένταχτο ν' αθροίσω.
Μια μονοδρόμηση όλη κι όλη
που ξέπνοα κυνηγά την υποσημείωση
στην τοποθεσία των ψιλών γραμμάτων.

Ω εσύ λαθραναγνώστη ήλιε των συστολών μου
σε πόσες σελίδες ακόμη θα μονομαχήσω
και με πόσες λέξεις ακόμη θα διασταυρωθώ
ως μνηστήρας κι εραστής
ως αντίζηλος μιας εκ προθέσεως διαστροφής.
Είτε το θέλεις, είτε όχι
η ανυπόδητη αντοχή μου
στα κατατόπια της αφθαρσίας με σέρνει
σ' εκείνη, δεν ξέρω αν το θυμάσαι,
την πυκνή αραίωση του απροσπέλαστου.

Και είναι ώρα να ξεκουραστώ
από το κάποτε των καιρών
και είναι ώρα να ξεπλύνω την αίσθηση
του απωλεσθέντος ίσκιου
που κουβαλώ κατάσαρκα των απομνημονευμάτων.

Μια νωχελική συνήθεια τώρα με φιλοξενεί
κι ήταν προχτές το σούρουπο
που άκουσα να λέει κάτι για τους γδάρτες
που στελέχωναν το σθένος της επιτάχυνσης,
μα δεν έδωσα σημασία.
Α τώρα πια το πήρα απόφαση,
δεν μπλέκω τις φτερούγες μου
στα συρματόσχοινα των συνωστισμένων αξιώσεων,
μια πανάρχαια περγαμηνή του αυθεντικού
που έχει πέσει στα χέρια μου
κι όχι τυχαία
μπορεί να συνηγορήσει προς αυτήν ή την άλλη
κατεύθυνση της παρέκκλισής μου.

Και δε με νοιάζει που πρέπει ν' αφήσω
το ανεξήγητο στην επίκτητη διάθεσή του
ούτε και με πειράζει που πρέπει να προσδώσω
στο απροσδιόριστο τα θέλγητρα της απροδιοριστίας του,
μόνο που σ' αυτήν την ανώφελη οφειλή
συνωμότης μου το όνειρο και
δικαίωμά μου η φυγή.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999)
Ρουμπίνα Θεοδώρου





Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Να ειπωθούν όλα

Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις
Και μου λείπει ο καιρός, και μου λείπει το θάρρος
Ονειρεύομαι ξετυλίγω στην τύχη τις εικόνες μου
Εχω άσχημα ζήσει, κι έχω μάθει άσχημα να μιλώ καθαρά.

Να ειπωθούν όλα για τους βράχους, τη λεωφόρο και τα λιθόστρωτα
Τους δρόμους και τους διαβάτες τους τα λιβάδια και τους βοσκούς
Το χνούδι της άνοιξης και τη σκουριά του χειμώνα
Το κρύο και τη θέρμη συνθέτοντας ένα και μόνο καρπό

Θέλω να δείξω το πλήθος και κάθε άνθρωπο χώρια
Μαζί μ΄ ό,τι τον ζωντανεύει και ό,τι τον απελπίζει
Και κάτω από τις ανθρώπινες εποχές κάθε τι που φωτίζει
Την ελπίδα του και το αίμα του την ιστορία του και τη λύπη του

Θέλω να δείξω το τεράστιο πλήθος διαιρεμένο
Το πλήθος διαμοιρασμένο όπως σε κοιμητήριο
Και το πλήθος πιο δυνατό απ΄ τη σκιά του την ακάθαρτη
Έχοντας γκρεμίσει τους τοίχους του έχοντας νικήσει τ΄ αφεντικά του

Την οικογένεια των χεριών, την οικογένεια των φύλλων
Και το περιπλανώμενο ζώο χωρίς προσωπικότητα
Τον ποταμό και τη δροσιά γονιμοποιά και εύφορα
Τη δικαιοσύνη όρθια την εξουσία καλά φυτεμένη

(1951)

Απόδοση Παναγιώτης Φραντζής, με βάση τη μετάφραση του Σπύρου Τζουβέλη
Paul Eluard

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Υποθήκαι

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν’ αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονιέρα σου φύλλο.

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Αυτή η γη είναι δική σου


 Αυτή η γη είναι δική σου, αυτή η γη είναι δική μου
Απ' την Καλιφόρνια μέχρι το νησί της Νέας Υόρκης
Απ' τα κοκκινόδεντρα δάση μέχρι τα νερά του Ρεύματος Του Κόλπου
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς περπατούσα στις στροφές της εθνικής οδού
Είδα από πάνω μου τον απέραντο ουρανό
Είδα κάτω την χρυσή κοιλάδα
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Περιπλανήθηκα, σουλατσάρισα και ακολούθησα τα ίδια μου τα βήματα
Στην λαμπερή άμμο των αδαμάντινων ερήμων αυτής της χώρας
Και άκουγα παντού γύρω μου την ίδια φωνή
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Όταν ο ήλιος πρόβαλλε φωτεινός και πήγαινα περίπατο
Και τα σιτοχώραφα μου έγνεφαν και τα σύννεφα της σκόνης κυλούσαν
Καθώς η ομίχλη διαλυόταν μια φωνή έψαλλε
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς συνέχιζα να περπατώ είδα μια επιγραφή
Έγραφε «Απαγορεύεται Η Διέλευση»
Αλλά στην άλλη πλευρά δεν έλεγε τίποτα
Εκείνη η πλευρά φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Στη σκιά του καμπαναριού είδα τους συνανθρώπους μου
Δίπλα στο κτίριο της Πρόνοιας είδα τους συνανθρώπους μου
Και καθώς στέκονταν εκεί πεινασμένοι στάθηκα και εγώ και ρώτησα
Αυτή η γη έχει φτιαχτεί για εσένα και για εμένα;
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με σταματήσει
Καθώς περπατώ στη λεωφόρο της ελευθερίας
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με κάνει να γυρίσω πίσω
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα


απόδοση στα ελληνικά:  Θάνος Μαντζάνας
Woody Guthrie



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ἔρημος σὰν τὴ βροχή


Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Τα βάσανα της αγάπης


        Du musst das Leben nicht verstehen,
                         dann wird es werden wie ein Fest.
                                    R.M. RILKE

καθώς ανέμισαν
τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια
μου
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά
την είδα
- και την επρόσεξα -
την ωραία
νεαρή
κόρη

με συνεκίνησε
η αρμονία
των κινήσεών της
η ραδινότης των μελών
του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός
της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο
από το
κομψό
ολόδροσο
πλάσμα

κι' αμέσως σκέφτηκα
- και "φιλοσόφησα" -
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
- μα είμαι βέβαιος -
να υποφέρη
μαρτυρικά
να δυστυχήση
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι' έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το
πλασματάκι

και να ματώνη η καρδιά του
ν' απελπίζεται
ως θ' αποδίδη
έστω και
κόκκο νου
στ' ολότελα
άδειο
μικρό
κρανίο



(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)
Νίκος Εγγονόπουλος

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ψιθυριστά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν 
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μου

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου 
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια 
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή 
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω 

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες 
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα 
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία 
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν 
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα 
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ 
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά 
Δεν πα να λένε έπειτα 
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες 
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες 
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται 
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα 
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους 
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα 
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν 
Επειδή 

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους  

Louis Aragon

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Αμέρικα

Ας γίνουμε εραστές θα παντρέψουμε τις περιουσίες μας μαζί
Έχω κάποια ακίνητη περιουσία εδώ στην τσάντα μου
Έτσι αγοράσαμε ένα πακέτο τσιγάρα και τις πίτες της κυρίας Γουάγκνερ
Και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για την αμερική
Κάθυ, είπα όπως ανεβήκαμε σε ένα Γκρέυχαουντ Εξπρές στο Πίτσμπεργκ
Το Μίσιγκαν μου φαίνεται σαν όνειρο πια
Μου πήρε τέσσερις μέρες με ωτοστόπ απ' το Σάγκινα
Έφυγα να ψάξω για την αμέρικα

Γελούσαμε στο λεωφορείο
Παίζαμε παιχνίδια με τις φάτσες
Εκείνη είπε πως ο άνδρας με την καμπαρντίνα ήταν κατάσκοπος
Είπα πρόσεχε στην πραγματικότητα το παπιγιόν του είναι κάμερα

Πέτα μου ένα τσιγάρο, νομίζω έχει ένα στο παλτό μου
Καπνίσαμε το τελευταίο μία ώρα πριν
Οπότε κοίταξα το σκηνικό, εκείνη διάβασε το περιοδικό της
Και το φεγγάρι ανέβηκε πάνω από ένα ανοιχτό πεδίο

Κάθυ, είμαι χαμένος, είπα, αν και ήξερα ότι κοιμόταν
Είμαι άδειος και πονάω και δεν ξέρω γιατί
Μετρώντας τα αμάξια στα διόδια του Νιου Τζέρσεϋ
Έχουν όλοι φύγει να ψάξουν για την αμέρικα
Όλοι να ψάξουν για την αμέρικα
Όλοι να ψάξουν για την αμέρικα

Paul Simon

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ

S’i’ credesse che mia risposta fosse
a persona che mai tornasse al mondo,
questa fiamma staria sanza più scosse;
ma però che già mai di questo fondo
non tornò vivo alcun, s’i’ odo il vero,
sanza tema d’infamia ti rispondo.
Dante Alighieri,
La Commedia Divina: Inferno,
Canto XXVII 61-66

Πάμε λοιπόν εσύ κι εγώ,
καθώς απλώνεται το δειλινό στην ουρανό
Σαν ναρκωμένος με αιθέρα ασθενής στο χειρουργείο.
Πάμε, μέσ' από κάποια μισοέρημα στενά,
Αποτραβιούνται τα μουρμουρητά τα σιγανά
Των χωρίς ησυχία
Νυχτών σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Και ρεστοράν με πριονίδια και κελύφη από στρείδια :
Στενά, που σαν συζήτηση ανιαρή τραβάνε
Με στόχο δόλιο να σε πάνε
Σε μια ανυπόφορη αμφιβολία ...
Ω, μη ρωτάς "Τι είναι αυτή η σκέψη;"
Ας κάνουμε, έλα, την επίσκεψη.


Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.
Η κίτρινη ομίχλη που τη ράχη της τρίβει στα τζάμια,
Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει το μουσούδι της στα τζάμια,
Γλείφτηκε στις γωνιές του απογεύματος,
Και χασομέρησε στις λίμνες κάτω απ' τις υδρορροές
Άφησε πάνω της να πέσει η αιθάλη απ' τις καπνοδόχους,
Γλίστρησε απ' την ταράτσα μ' έναν πήδο ξαφνικά,
Και, βλέποντας πως ήταν ένα ήπιο βράδυ του Οκτώβρη,
Γύρω απ' το σπίτι κουλουριάστηκε κι αποκοιμήθηκε βαθιά.

Κι αλήθεια, θα υπάρξει χρόνος
Για την κίτρινη καπνιά που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου
Τρίβοντας τη ράχη της πάνω στα τζάμια
Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος
Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει τα πρόσωπα που συναντάς
Θα υπάρξει χρόνος να καταστρέψεις και να δημιουργήσεις,
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών
Που υψώνονται και σου σεβίρουν μια ερώτηση στο πιάτο
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος για αμέτρητα διλήμματα,
Και για εκατοντάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
Πριν απ' το τσάι και τα βουτήματα.



Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.

Κι αλήθεια θα υπάρξει χρόνος
Να αναρωτηθώ "Τολμώ; Τολμώ;"
Χρόνος για να γυρίσω, τα σκαλιά να κατεβώ,
Μ' ένα σημείο φαλακρό στη μέση του κρανίου μου -
(Θα πουν: "Α, πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!")
Το πρωινό παλτό μου, το κολάρο μου σφιγμένο κάτω απ' το πιγούνι,
Ο λαιμοδέτης μου πλούσιος και σεμνός, στερεωμένος όμως
από μια απλή καρφίτσα -
(Θα πουν: "Μα πόσο είναι αδύνατα τα χέρια και τα πόδια του!")
Τολμώ
Να ενοχλώ το σύμπαν;

Σε μια στιγμή υπάρχει χρόνος
Για αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που μια στιγμή θα ανατρέψει.


Διότι γνωρίζοντάς τα ήδη όλα αυτά, γνωρίζοντάς τα όλα αυτά -
Γνωρίζοντας τ' απογεύματα, τ' απομεσήμερα, τα πρωινά,
Έχω μετρήσει τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ
Γνωρίζω τις φωνές που χάνονται σε θανάσιμης πτώσης εφέ
Πίσω απ' τη μουσική, από ένα μακρινό δωμάτιο.
Λοιπόν, πώς θα τολμούσα;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, γνωρίζοντάς τα όλ' αυτά -
Τα μάτια που σε καθηλώνουν σε μια φράση τυπική,
Κι εφόσον είμαι τυπικός και ισορροπώ πάνω σε μια καρφίτσα,
Κι εφόσον είμαι καρφιτσωμένος και συστρέφομαι στον τοίχο,
Λοιπόν, πώς θ' άρχιζα
Να φτύνω τα υπολείμματα των ημερών μου και των τρόπων;
Και θα τολμούσα πώς;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα χέρια, γνωρίζοντάς τα όλ' αυτά -
Χέρια με μπρασελέ και άσπρα και γυμνά
(Μα κι απλωμένα στο φως της λάμπας, με χνούδι ανοιχτόχρωμο!)
Να' ναι το άρωμα από φουστάνι
Που έτσι να παρεκτρέπομαι μα κάνει;
Χέρια αφημένα στο τραπέζι, ή τυλιγμένα σ' ένα σάλι.
Πώς θα τολμούσα, λοιπόν;
Και πώς θα άρχιζα;


Θα πω, έχω περάσει, σούρουπο από δρομάκια
Και είδα τον καπνό που ανεβαίνει απ' τις πίπες
Μοναχικών ανθρώπων, με πουκάμισα, γερμένων στα παράθυρα;
Θα πρέπει να' μουν δυο τραχιές δαγκάνες οστρακόδερμου
Που διατρέχουν τον πυθμένα σιωπηλών ωκεανών.

Και το απομεσήμερο, τ' απόγευμα κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Κατευνασμένο από δάχτυλα μακριά,
Σε νάρκη... κουρασμένο... ή προσποιούμενο αδιαθεσία,
Απλωμένο στο δάπεδο, εδώ, ανάμεσα σε σένα και σε μένα.
Θα' πρεπε μετά το τσάι και τα κέικ και τ' αναψυκτικά
Να' χω το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της;
Όμως, κι αν θρήνησα και νήστεψα, και θρήνησα και προσευχήθηκα,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (που φαλακραίνει)
φερμένο πάνω σ' ένα δίσκο,
Δεν είμαι προφήτης - κι εδώ δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Έχω δει τη στιγμή που τρεμοσβήνει η μεγαλοσύνη μου,
Κι έχω δει τον αιώνιο Θυρωρό να μου κρατάει το παλτό, χασκογελώντας,
Και, για να μην πολυλογώ, φοβήθηκα.


Και θ' άξιζε, μετά απ' όλα αυτά,
Μετά απ' τα φλυτζάνια, τη μαρμελάδα, το τσάι,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα στις κουβέντες μας,
Θα άξιζε, ενώ
Πρέπει να καταπιώ μ' ένα χαμόγελο το θέμα,
Το σύμπαν να συνθλίψω σ' ένα μπολ,
Να το αλείψω σε μια αμφιβολία ανυπόφορη, θα άξιζε
Να πω: "Είμαι ο Λάζαρος, έρχομαι από τους νεκρούς,
Έρχομαι να σας πω τα πάντα, θα σας πω τα πάντα"-
Αν έλεγες, ταχτοποιώντας το κεφάλι της στο μαξιλάρι:
"Αυτό δεν είναι αυτό που εννοούσα,
Δεν είναι αυτό καθόλου"
Και θ' άξιζε εντέλει,
Θ' άξιζε,
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τις αυλόπορτες και τους ψιχαλισμένους δρόμους,
Μετά τις νουβέλες και τα φλυτζάνια, μετά τις φούστες που σέρνονται στο πάτωμα-
Κι αυτό, και τόσα άλλα;-
Είναι αδύνατον να πω τι εννοώ ακριβώς!
Όμως, σαν κάποιος προβολέας μαγικός που διαπερνώντας τα νεύρα σκιαγραφεί σε μια οθόνη:
Θα άξιζε
Ταχτοποιώντας ένα μαξιλάρι ή ρίχνοντας μια σάρπα,
Και στρέφοντας προς το παράθυρο αν έλεγες:
"Αυτό δεν είναι αυτό,καθόλου,
Δεν είν' αυτό που εννοούσα!"


Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκηψ Άμλετ, ούτε και είχα πρόθεση να είμαι
Είμαι ένας αξιωματούχος παραστάτης, ένας που θα κάνει
Να σημειωθεί μια πρόοδος, ν' αρχίσει μια σκηνή ή δυο,
Τον πρίγκηπα να συμβουλέψει, αναμφίβολα εργαλείο βολικό,
Ευλαβικό, ευτυχές που χρησιμοποιείται,
Πολιτικός, προσεχτικός και λεπτολόγος
Όλο ψηλές προτάσεις, όμως λίγο αμβλύνους
Καμιά φορά, πραγματικά, σχεδόν γελοίος -
Καμιά φορά, σχεδόν, ο Γελωτοποιός.

Γερνάω... Γερνάω...
Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα μπατζάκια.
Θα χτενίσω προς τα πίσω τα μαλλιά μου; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;
Θα φορέσω άσπρο κοστούμι φανελένιο και θα περπατώ στην παραλία.
Έχω ακούσει τις σειρήνες, μία προς μία, να τραγουδούν.

Δε νομίζω πως θα τραγουδήσουνε για μένα.

Να καλπάζουνε στην ακροθαλασσιά, πάνω στα κύματα τις έχω δει
Να χτενίζουνε την άσπρη χαίτη των κυμάτων που ανεμίζει
Όταν ο αέρας τα νερά, λευκά και μελανά, αναρριπίζει.

Στης θάλασσας τα δώματα, με τα θαλασσοκόριτσα
Τα τυλιγμένα φαιοπόρφυρες φυκιάδες, ξεχαστήκαμε
Κι ώσπου να μας ξυπνήσουνε ανθρώπινες φωνές, πνιγήκαμε.

"T.S.Eliot -Ποιήματα", Εκδόσεις Printa, μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη
Thomas Eliot







Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Θέλοντας να πεθάνω


Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ' αυτό το ταξίδι.
Επειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ' τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, τη μαγεία του.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ' το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ' τη γλώσσα σου! -
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό- με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ' τη σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας τη σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ' την πρίζα
και τον έρωτα, ό,τι κι αν ήταν, μια μόλυνση.

Anne Sexton


Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Βρόχος


Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος


Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο


Κυκλικά, Περιστροφικά, Περικυκλωμένα
Κόκκινο Πλούσιο κυκλικό τρικ μαγικό
άσωτο αιλουροειδές τρέχει προσεχτικά
Εάν καταλαβαίνεις τι εννοώ.
Αυτό είναι το υπαρκτό φαντασιακό Βέρμοντ
Το στόμα σ’ οδηγεί προς τα ‘δω
Εγώ, προς τα ‘κει
Όχι και τόσο ταχύ, το χέρι αρκετά αργό
για να υπάρχουμε στον χρόνο πεθαίνουμε οικοδομώντας
πρίσματα σ’ έναν άδειο χώρο
Η αλήθεια γρηγορότερη. Αυτές οι διακοπές
οι απειλές με όπλα, πυροβολόντας τη δημοκρατία
Το όνειρο του προέδρου πίσω
από τον θρόνο
Τέσσερα σκοραρισμένα / βιαστικός πυρετός, η κλινική
η σοφία της σύφιλης, γιατρός νοσοκόμα
Ινδιάνοι αμερικανοί, Ατλαντίδα σώσε μας
οδήγησέ μας σε χρόνους ανάγκης
προσευχή στο σώμα του κυττάρου του μυαλού
προσευχή στη μέση κάποιου που προσεύχεται
στον στερνό ψίθυρο του απογεύματος, καθώς
το χέρι ήσυχα γλιστράει μες στα γαλήνια
αγκάθια, στις πέτρες, στις καταιγίδες
Περιμένω τον ερχομό σου
δίχως αδιαφορία Μίλα μου!
Μη μ’ αφήνεις μόνο εδώ πέρα στον βασανιστικό
προθάλαμο της κλινικής Τα ανιαρά μπαρ, η μητέρα του
που θα βοηθήσει μ’ ένα σπίρτο κι ένα τσιγάρο
Φεύγω. Θεέ! Ποιο είναι τ’ όνομά σου;

απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο «JIM MORRISON- Ε Ρ Η Μ Ι Α : ΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» σε μετάφραση Γιώργου Αλισάνογλου
James Douglas Morrison

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Αποχρώσεις


Γίναμε εραστές μόνο μια φορά,
πρώτα εσύ αδιαφόρησες
και το ειδύλλιο χάθηκε,
ωστόσο παραμείναμε φίλοι.
Κάτι ξεχωριστό αποπνέεις ως άτομο,
εκείνη η λαμπερότητα στο πνεύμα σου.
Ενώ αποφεύγω να σε προκαλώ,
με κολακεύει που στη ματιά μου
κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι,
σαν να αναθερμαίνεις μια προσέγγιση.
Προτιμώ να σε έχω φίλο, όχι εραστή μου.

από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία εκδόσεις Μεταίχμιο
Αλεξάνδρα Μπακονίκα,

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πρόλογος


Στοὺς φίλους μου

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Γιώργος Σαραντάρης

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι το ακατοίκητο


Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ
που 'ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο

Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
μες στον αέρα πιάνω
Μια κοριτσίστικη φωνή
κι ένα σκοπό στο πιάνο

Μαρία και Βασιλική
χλωμή σαν Παναγίτσα
Με την νταντέλα τη λευκή
και τη χρυσή καρφίτσα

Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα
σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.

Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Το σύμπαν-μοναξιά

Τις οπώρες της μέρας κλώτσησε η γη
Μια γυναίκα, μια μόνη, δεν κοιμάται
Τα παράθυρα κλειστά.

Μια γυναίκα κάθε νύχτα
Ταξιδεύει σε μεγάλο μυστικό.

Χωριά κουρασμένα
Που τα κορίτσια γυρνούν με χέρια γυμνά
Σαν συντριβάνια
Η νιότη φουντώνει μέσα τους
Και γελάει πατώντας στα νύχια
Χωριά κουρασμένα,
Όπου όλα τα πλάσματα είναι ολόιδια .

Paul Eluard

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Πάψετε πια


Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι
και να μη νοιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! -
να βγούμε μόνοι απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων -

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά, που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!..

Κώστας Ουράνης

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει

Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε
ἄγνωστο ποῦ…

Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…

Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια

Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;

Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…

Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…

Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο Θεός του Πολέμου

Είδα τον παλιό θεό του πολέμου να στέκει μέσα σ’ ένα βάλτο ανάμεσα σε μια χαράδρα κι ένα βράχινο τοίχο.
Βρωμούσε τζάμπα μπίρα και φορμόλη και σ’ εφήβους έδειχνε τ’ αρχίδια του,
γιατί τον είχαν ξανανιώσει κάποιοι προφεσόροι. Διακήρυχνε με τη βραχνή φωνή του λύκου τον έρωτά του για καθετί νεαρό.
Δίπλα του στεκόταν μια έγκυος γυναίκα κι έτρεμε.
Κι αδιάντροπα συνέχιζε το κήρυγμά του, όπου τον εαυτό του παρουσίαζε
σαν τον μεγάλο άνθρωπο της τάξης. Και περιέγραφε το πως παντού έβαζε στους αχυρώνες τάξη αδειάζοντάς τους.
Η φωνή του πότε ήτανε δυνατή και πότε σιγανή, πάντα βραχνή όμως.
Με δυνατότερη φωνή μιλούσε για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν
και με τη σιγανότερη φωνή δίδασκε τις γυναίκες πώς να μαγειρεύουν γλάρους και κοράκια.
Την ίδια ώρα η πλάτη του ανήσυχη ήταν κι όλο πίσω γυρνούσε να κοιτάξει,
λες και φοβόταν κάποια μαχαιριά.
Και κάθε πέντε λεπτά βεβαίωνε το κοινό του πως θα τους πάρει πολύ λίγο από το χρόνο τους.

Bertold Brecht

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η λιποταξία της Χιονάτης

Έτσι
χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα - ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.

Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.

Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.

Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω

ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα

να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;

Κική Δημουλά

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Συννεφάκι από βενζίνη


μέσα στο δάσος
εκεί όπου ανάμεσα απ' τα πυκνά κλαριά
φτάνει λίγο φως
απ' τον βαρύ ουρανό
κοντά στο χώμα
που το σκεπάζει
παχύ στρώμα
σάπια φύλλα
σε μια κλάρα χαμηλή
κάθεται ένα πουλί


ένα πουλί
πολύ
περίεργο:
σα μαδημένο
σα σκεφτικό

ένα παλιό πουλί

τι να σκέπτεται άραγες
αυτό το πουλί
το παλιό
στο σκοτάδι;

αχ! τίποτα
δε σκέπτεται απολύτως τίποτα!

απλούστατα
συνέλαβε δι' αυτήν
ένοχον
πάθος

(από το Mην Oμιλείτε εις τον οδηγόν, Kύκλος 1938) 
Νίκος Εγγονόπουλος

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Αθήνα


Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .
Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
                                    Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»



Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)
Λευτέρης Πούλιος

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι


Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
σαν ο ήλιος μετά την βροχή μια συγγνώμη
που δεν γίνεται δεκτή
μες στο κρανίο της θαλασσοταραχής·
εγώ εδώ
και εκεί οι ανοιχτοί της μηροί
τώρα η σιωπή ρίχτηκε σε μια γωνία
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει
σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα
βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.

Γιάννης Λειβαδάς

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Γαλάζια σπλάγχνα



Κάτοικε τοῦ ὀνείρου
μαζεύω τὴ φωνή μου ἀπὸ κάθε ἄκρη
καὶ τὸ ὑπόλειμμά της αὐτὸ στὴ σινδόνη τῶν δέντρων
κ᾿ ἐκεῖνο κεῖ ψηλὰ στὸ σκουριασμένο βράχο
ὅπου ὀργίζεται ὁ γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
γιὰ τὴ μεγάλη ἀποκάλυψη
ρίχνω στὸν ἄνεμο μακρόσυρτη ἀγάπη:
Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
ἔχασα.
Μὰ χάνουν καὶ τ᾿ ἄνθη
τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο...
Κάλλιο νὰ πλανηθεῖ ὁ χαρταετός μου
δὲ θέλω πιὰ ν᾿ ἀγγίξω τὰ χρώματά του
κλείνω τὰ μάτια μου γιὰ νὰ δῶ.
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ διασχίζει
κι ἄλλοτε ποὺ χτυπᾷ στὸν ἄκμονα
χίλιες φορές.
Εἶναι ἡ φωνὴ ἀπὸ ἕνα βάθος:
Γιὰ πάντα νὰ μὴν ἔχεις
τίποτα γιὰ τ᾿ ἀληθινὰ χέρια
μονάχος
ἀνήμπορος ἐκστατικὸς
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄξαφνη γιορτὴ τοῦ δευτερολέπτου
ποὺ παραδίδεται ὁ κόσμος.

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Μπαλάντα για την έγκριση του κόσμου


Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα, μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ' αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ' απ' τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν - για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ' άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!"»

Δεν μου αρέσει η φτήνεια κι η κακομοιριά.
Γι' αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικου σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια- το ξέρω- κι η έγκρισή μου.

(1930)
Bertold Brecht

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο

να τ’ αγγίξω είπε αυτός
θα τσιρίξω είπε αυτή
μια φορά είπε αυτός
 απαλά είπε αυτή
να το δαγκώσω είπε αυτός
πόσο; είπε αυτή
δυνατά είπε αυτός
με πονά είπε αυτή
έλα πια είπε αυτός
όχι βαθιά είπε αυτή
τι μου ζητάς; είπε αυτός
να με κοιτάς είπε αυτή
να συνεχίσω; είπε αυτός
 θα σε μισήσω είπε αυτή
αν σε φιλήσω είπε αυτός
 θα σε αφήσω είπε αυτή
παίρνεις χάπι; είπε αυτός
είναι αγάπη; είπε αυτή
είσαι αναμμένη; είπε αυτός
 είμαι θλιμμένη είπε αυτή
θα μου ‘ρθει ίλιγγος είπε αυτός
 ναι αλλά η σύζυγος είπε αυτή
σιγά τώρα είπε αυτός
 κοιτάς την ώρα είπε αυτή
πώς βογκάς! είπε αυτός
 μη σταματάς είπε αυτή
πιο δυνατά είπε αυτός
 πιο αργά είπε αυτή
χύνω! Είπε αυτός
 σβήνω είπε αυτή
είσαι δικιά μου! είπε αυτός
είσαι δικός της! είπε αυτή.

(e. e. cummings,, 33 χ 3 χ 3, εκδ. Νεφέλη)
e. e. cummings

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Σάρκινο


Και πάλι σήμερα δεν θα μιλήσω για λαγόνες
Θα προτιμήσω λεγεώνες.
Για λαιμούς με υπόξινη γεύση
Θα μιλήσω για αθώα μέλη αποκομμένα, απομακρυσμένα.
Φοβάμαι ούτε καν για λεπτά μακριά χέρια
Θα θυμηθώ το τρέμουλο και τη χαιρεκακία στο κοίταγμά του.
Όπως όλοι καταλάβατε, θα μιλήσω για το δρον σώμα
Αδιαφορώντας για τους ερεθισμούς των οστεφυλάκων.

Νίκος Κυριακίδης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Ο πιλότος Νάγκελ


Στον ποιητή Ν. Ράντο*

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που 'ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank "Fjord Folden"
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...


Νίκος Καββαδίας

*Νικήτας Ράντος, όπως και Νικόλας Κάλας ,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ασήμαντα περιστατικά

Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση".

(απόσπασμα)
Αργύρης Χιόνης

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

H ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

Γιώργος Σεφέρης

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Οἱ μικροὶ γαλαξίες


Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ψυχή φευγάτη

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά .
Τ’άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου .
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη .
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις .
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια .
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα .
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω .
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου .
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα .
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου .
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου .

Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι .


Μετάφραση Νίκος Γκάτσος
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Ζωή μισοειδωμένη


Αστραπές ή ψάρια
μες στη νύχτα της θάλασσας
και πουλιά , αστραπές
μες στη νύχτα του δάσους .

Τα κόκαλά-μας αστραπές
μες στου κορμιού τη νύχτα
Τα πάντα , κόσμε , είναι νύχτα
κι είναι η ζωή αστραπή .

Octavio Paz

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Μ' ανοιχτά χαρτιά


Πολύ δεν τράβηξε ετούτη η κωμωδία;
Μ' ανοιχτά χαρτιά λοιπόν:
τη χλεύη σας δεν την προβλέπω μόνο.
Την προκαλώ.
Μέσα στην άγρια χαρά της αυτοταπείνωσής μου
επιτήδεια προσελκύω τα πέλματα που με ποδοπατούν
κι απ' τις πληγές που ανοίγω και μ' ανοίγετε,
που με τα δόντια συντηρώ ανοιχτές,
αντλώ ένα όπιο αναπόδραστο και τοξικό
που μ' οδηγεί ως το θάνατο χωρίς να με σκοτώνει.
Μονάχα σακατεύοντας
κι εξουθενώνοντας.


από τη συλλογή Αντιδικίες, 1981
Τίτος Πατρίκιος,

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια




Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν' η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ' αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

από τη συλλογή Ο περίπατος, 1960
Μίλτος Σαχτούρης


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ποίημα Γενεθλίων

Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια
μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

Sylvia Plath 

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ…

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, –κι ήσαν όλοι, γύρω μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονο μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Tη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου…

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου, –κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ’ είναι τάχα, για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
–κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου…

 [Αποχαιρετισμοί στη μουσική, II) 
Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Κ.Π. Καβάφης

Κυριακή Απόγευμα

Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι μπάντα δύσκολη.


Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος
Κική Δημουλά

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Νυχτερινό

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια νύχτα
κάτω από τους ίδιους αστερισμούς

Ακόμα μια νύχτα θα σφίξω τα χέρια σου·
τα μάτια σου είναι γατίσια σα μια ταράτσα φθινοπωρινού ξενοδοχείου
ο ουρανός υπόσχεται βροχή και ξέρεις
πόσο χλομιάζουν οι ώρες, τα τρένα αρχίζουν χειμερινά δρομολόγια
κι ύστερα δεν ξέρω αν θ’ ακούω για πάντα
εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή, εσένα μονάχα ή ένα γράμμα
δίχως καν σκέψη ανταπόκρισης

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη, χαμένος σε παιδικές χορωδίες
θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Ο εραστής

Mιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας
λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και ήτανε,
άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.


(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Σόνια


Έγειρε το χλωμό κεφάλι της μ’ ένα λυγμό
κι αποκοιμήθηκε
για πάντα
Πάνω της ο ουρανός ορεινός
άγονο τοπίο-σκοτεινός-
πέτρες μόνο και βράχια κι ούτε βροχή….
Νύφη εσύ με πασαλειμμένο το στόμα σου κόκκινο
τούλια χέρια λιωμένα δαντελωτά
προσφέρανε ικετευτικά
ένα ματσάκι κρινάκια
Γύρω στο χώμα οι φίλες σου
θλιμμένες και βαμμένες υπερβολικά
σουρσίματα αλλόκοτα κάνανε
σαν για να τις προσέξουνε
και παίξουν σε κάποια ταινία
Να αυτό το δαχτυλίδι ποίημα παιδικό
Λόγος Τιμής
αυτή την ώρα που οι Μελλοντικοί
το πέταγμα των αετών μαθαίνουν
αυτή την ώρα που το κούτελό σου
δείχνει εκείνο που δε φαίνεται
την ίδια πάντα ώρα
που οι ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΕΣ
τους Διαφορετικούς σκοτώνουν…

Κατερίνα Γώγου

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Οι άνθρωποι της λαγνείας

Ω άνθρωποι της λαγνείας, προσέξτε και μη μπείτε
σ’ αυτή τη χώρα της αγάπης,
Εδώ θα βρείτε μόνο το σταυρό
και την αγχόνη.

Darshan Singh

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Hotel des rouges

Αν κάτι έχω ζηλέψει στη ζωή μου, αυτό είναι τ’ άσπρα σεντόνια. Τα κολλαρισμένα άσπρα σεντόνια των ξενοδοχείων, που κοιμούνται πάνω τους τόσοι άνθρωποι, κλαίνε, γελάνε, κάνουν έρωτα, διαβάζουν, πεθαίνουν, κι όμως… Όταν πας εσύ, ο νέος πελάτης, σε υποδέχονται άσπιλα. Κουβαλούν κάτι απ’ τη σιωπή που σεργιανάει σ’ όλα τα ξενοδοχεία Γ΄ θέσης, κάτι απ’ τους γέρους κυρίους που σε κοιτούν υποψιασμένοι στη ρεσεψιόν, κάτι απ’ τα παλιωμένα έπιπλα με το γδαρμένο, τόπους-τόπους, ξύλο…

Το ξέρεις καλά πως κάτι κουβαλούν, αλλά στο δέρμα σου φαντάζουν τόσο αθώα, τόσο καινούργια, τόσο άπιαστα. Σέρνεις τα δάχτυλα πάνω τους και αισθάνεσαι την ικανοποίηση του να δημιουργείς πτυχές. Σε κυριεύει η ψευδαίσθηση ότι εσύ πρώτος θα τα τσαλακώσεις. Κι όμως, όταν φύγεις, καλά το ξέρεις, θα μπουν στο πλυντήριο, θα σιδερωθούν και θα επιστρέψουν στο ίδιο κρεβάτι, το ίδιο αθώα, όπως σου παρουσιάστηκαν και σένα.

Ζηλεύω που δεν είμαι ένα άσπρο σεντόνι ξενοδοχείου. Ζηλεύω που δεν μπορώ να ξεγράψω –τόσο εύκολα όπως αυτά–, τους ανθρώπους που κοιμούνται στην αγκαλιά μου, τους ανθρώπους που με τσαλακώνουν αλλά κι αυτούς που με χαϊδεύουν στοργικά κι ακουμπούν πάνω μου ξένοιαστα.

Θα ‘θελα να μην έχω μνήμη. Να κυλιέμαι σε μυρωδιές, γεύσεις, χρώματα, ήχους και να ‘μαι ευτυχισμένος. Κι ύστερα να κοιμάμαι αθώος, τον ύπνο ενός μικρού παιδιού και να ξυπνώ ξανά tabula rasa. Όχι τόσο, γιατί το παρόν είναι οδυνηρό, όσο γιατί το παρελθόν είναι αξεπέραστο.

Αλήθεια, ποιος ηλίθιος είπε, ότι ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές; Ο χρόνος μολύνει τις πληγές, ξανά και ξανά, έτσι που να αισθάνεσαι πως γεννήθηκες μαζί τους, πως θέριεψες μαζί τους και πως θα πεθάνεις μαζί τους. Αυτό το τελευταίο είναι που δεν αντέχεται. Κοιτιέσαι στον καθρέφτη, μετράς τις πρώτες άσπρες τρίχες, τις πρώτες αχνές ρυτίδες και τις ίδιες παλιές πληγές.

Λες θα σπάσω τον καθρέφτη, θα λυτρωθώ βλέποντας τα κομματάκια του γυαλιού να χοροπηδάνε δαιμονισμένα εδώ κι εκεί, κι ύστερα θα χορέψω ξυπόλητος ένα ζεϊμπέκικο, έτσι για την πάρτη μου και θα ξοφλήσω τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Χα! Aπό δω πήγαν κι άλλοι. Δεν βαριέσαι όμως… Πήγαν και ξαναπήγαν. Σιγά μην φτάνανε στο τέρμα.

Hotel des Rouges… Ένα κλαδί αγγίζει το μπαλκόνι μου. Γραπώνομαι πάνω του με μια πείνα πρωτόγνωρη. Χαζεύω τ’ αυτοκίνητα που τρέχουν δαιμονισμένα, το βουητό των περιστατικών, τα μπαλκόνια με τ’ απλωμένα ρούχα, τα λευκά σεντόνια… Κρατάω την ανάσα μου και θυμάμαι. Γίνομαι ένα με κείνο το ξερό κλαδί. Κολλάω πάνω του. Επιχειρώ τη Λήθη. Ταξίδι στο κέντρο της Μιλτιάδου…

Αικατερίνη Τεμπέλη

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Ν'ανθίζουμε ως το τίποτα

Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δεν συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ’ απατά.

Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
–είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη–
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ’ άχρηστο κομποσκοίνι
–οι απελπισμένοι έρωτες το’ χαν να ζουν ασκητικά–
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.

Τίποτα δεν ωφέλησε.

Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει ο χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Β'. Ψυχολογία

Ο κύριος αυτός
κάθε πρωί κάνει το λουτρό του
μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας
έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο
για τη δουλειά και για τους πελάτες.

Γιώργος Σεφέρης

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Είσοδος Κινδύνου

Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι
Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;
Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.

Έκτωρ Κακναβάτος

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο

Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο η καρδιά μου είναι
κόκκινο τούβλο και υλικό για οικοδομές
σα φυσαρμόνικα μέσα στην κατεδάφιση
Κι αν τσουρουφλίζεται στον ήλιο αυτός ο κάμπος
θα  γίνω δροσερός καρπός λουλούδι απόβραδο
βλασταίνοντας τα παιδικά σου μάτια
Κι αν βρέχει στο μικρό σταθμό θα σέρνω
τη μουσική σου μέσα στα χαλάσματα
σαν ξοδεμένο φως στο νεροχύτη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

49.

Οδηγίες χρήσης:
Όλοι τη γνωρίζουν καλά.
Ή τουλάχιστον κάπου την έχουν συναντήσει.
Χρήση εσωτερική,
η μακροχρόνια χρήση
Θα πρέπει να αποφεύγεται είναι
Καταστροφική
Μπορεί να οδηγήσει ακόμη και
Στον θάνατο.
Ο συσχετισμός στον άνθρωπο δεν έχει ακόμα
Επιβεβαιωθεί
Εν τούτοις θα πρέπει να γίνεται γνωστή.
Σε μεγάλες ποσότητες για χρόνια
Οι αλληλεπιδράσεις είναι μάλλον
Άγνωστες.
Δεν υφίσταται δε
Αντιμετώπιση στην υπερδόση.
Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει την ημερομηνία
Λήξης.
Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Σκεφτείτε καλά πριν την χρησιμοποιήσετε.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια κρατήστε την
Σε μυστικό μέρος
Μακριά από παιδιά -
Τέτοια είναι
η αλήθεια της ύπαρξης.

Γιάννης Λειβαδάς

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Τη νύχτα

Τα μάτια μου είναι τόσο κουρασμένα
απ' της πένητος μέρας μου τη φρίκη,
Στην ψυχή μου βαραίνουν, πετρωμένα,
τα μάγια ονείρου που πια δεν μου ανήκει.

Σαν φύλλα, απ' το φθινόπωρο παρμένα,
οι σκέψεις μου πλανώνται. Συντριμμένος,
με χείλη πληγωμένα, παγωμένα,
ο ήλιος πια ν' ανατείλη δεν προσμένω.

Πλην, ξέρω — θα 'ρθη η αυγή! Με καρτερούνε
κι άλλες άτυχες μέρες: θα βιωθούνε
μες σ' υπνηλία και τρομοκρατημένη
ηρεμία, κ' η προσφιλής, συγκινημένη
ελπίδα, την ψυχή την πληγωμένη
θ' ανερωτά: «Τι ελπίδες σε κρατούνε;»

μετάφραση Άρης Δικταίος
Dimitar Boyadjiev

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μελαγχολία

Τρομαγμένοι στεκόμαστε στα κάγκελα
Κι αναμετρούμε τα συμβάντα.
Κορόνες και χρυσά κιονόκρανα
Κατρακυλούν από την τελευταία κιθάρα

Μετράμε ακόμα μια φορά τις γυναίκες
Και τα αστέρια εορταστικά
Ώσπου της αγχόνης το πουλί στη στέγη
Δυνατά και συνεχώς κραυγάζει: Φρίκη!
Και το παιχνίδι ρολόι του κόσμου χτυπά
Γρήγορα και πιο γρήγορα φωναχτά.
Εκατό χιλιάδες στέκονται αμυνόμενοι
Γύρω από το δέντρο του κόσμου, που λυγίζει.
Κι ώρα την ώρα φτερουγίζει
Μια μαύρη κάργια.
Πίσω στη θλιμμένη χώρα
Τραβάει ο ήλιος στο χαμό!

μετάφραση: Σωτήρης Ε. Γυφτάκης
~ Γερμανόφωνη Ποίηση - Μέρος Δεύτερο (εκδ. λεξίτυπον, 2009)
Eugen Gottlob Winkler

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Γυναικεία ονόματα

Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
Η μια στην άλλη, αναζητούν.
Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
Ν' απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.
Γυναίκα είναι η θάλασσα κ' η πόρτα,
Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκαλα.
Γυναίκα η βρύση κ' η πλατιά βροχή,
Η στέρηση, η ανάμνηση κ' η προσευχή,
Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
Το δέντρο, το πουλί τ' αηδόνι, και το ψάρι.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961)
Γιώργος Θέμελης

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Τους προβολείς στήσε

Τους προβολείς στήσε
Τους προβολείς στήσε
άπλετο φως στη ράμπα να πέφτει.

Η δράση να κυλάει
να παρασέρνεται στη δίνη.

Η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά
σαν τον καθρέφτη
μα σαν φακός να μεγεθύνει.

Vladimir Mayakovsky

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Καθιστές Κοιλιές

Ευχαριστημένοι
Όπως εκείνοι που ξέρουν
Όπως εκείνοι που κρατάν στη χούφτα τους την αλήθεια
Καλά πιασμένη για να μη ξεφύγει
Και με περηφάνια
Σαν φύλακες των ίδιων σας των εαυτών
Εξουσιάζετε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης
Εσείς καθιστές κοιλιές.

Δεν υπάρχει αέριο
Δεν υπάρχει μολύβι
Που να φουσκώνει τόσο που τόση σαβούρα να βγάζει
Σαν τη δική σας δηλητηριώδη σιγουριά
Αυτή η σιγουριά τού να νιώθετε το πανωφόρι σας
Καλοπροστατευμένο από τον πισινό σας.

Κοιτάτε από εδώ κι από εκεί
Χαμογελάτε ξύνοντας πονηρά το βρωμερό στόμα σας
Κι από εκεί αποφαίνεστε όπως το αρχαίο μαντείο
Φουσκωμένες ηλιθιότητες
Αποφθέγματα που στραγγίζουν ανάμεσα στις σχισμές σαν ποντίκια.

Φτερωτό το ρωμαλέο πόδι
Το νεανικό και ρωμαλέο πόδι
Που θα γκρεμίσει σύντομα
Αυτό το φουσκωμένο με λάσπη, κακία και αδικία πανωφόρι
Παρασέρνοντας μαζί του και τον πισινό και την κοιλιά σας
Το θλιβερό σας πρόσωπο που μολύνει τον αέρα
Τον καθαρό και δίκαιο αέρα
Όπου σήμερα ξεσηκωνόμαστε
Ενάντια σε όλους σας
Ενάντια στην ηθική σας ενάντια στους νόμους σας
Ενάντια στην κοινωνία σας ενάντια στο θεό σας
Ενάντια σε σας τους ίδιους καθιστές κοιλιές
Με ένα στέρεο στάχυ
Γι’ αυτόν που σπρώχνει τη δύναμη του από τη γη
Για να ανοίξει ο ήλιος
Για να δώσει τον καρπό του
Καρπό του μίσους και της χαράς
Φρούτο του αγώνα και της γαλήνης.

Η αλήθεια βρίσκεται σε αμάχη και σε αυτή σας περιμένουμε
Καθιστές κοιλιές
Τεντωμένες κοιλιές
Νεκρές κοιλιές.

Luis Cernuda

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Το πρόσχημα

Συμμετείχαν σε επαγγελματικό συνέδριο
που γινόταν σε μεγάλο ξενοδοχείο.
Με πρόσχημα ότι η βρύση στη μπανιέρα της έπαθε βλάβη,
του ζήτησε να πλυθεί στο δωμάτιό του.
Επίτηδες άφησε ανοικτή την πόρτα του μπάνιου καθώς πλενόταν,
για να την δει γυμνή.
Ολοφάνερα του ρίχτηκε με αυτόν τον τρόπο.
Όμως ήταν και μια επίσπευση των κινήσεων
να κάνουν έρωτα για πρώτη φορά.
Γιατί η έλξη ανάμεσά τους με δαιμόνια επιμονή
συνεχώς μεγάλωνε.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Φύλλα Χλόης

«Τι λέτε πως εγίνηκαν οι γέροντες κ’ οι νειοι;
Τι λέτε πως γινήκαν οι γυναίκες,τα παιδιά;

Βρίσκονται κάπου καλά και ζωντανοί,
Το πιό μικρό βλαστάρι τ’αποδείχνει πως δεν υπάρχει θάνατος στ’αλήθεια
Μα κι αν εστάθη θάνατος ποτές, ίσα-ίσα τράβηξε
Πιό μπρος τη ζωή, και δεν καρτέραγε να τη σταματήσει,
Κ’έπαψε τη στιγμή που ματαφάνηκε η ζωή.

Όλα τραβάνε εμπρός και ξαναπλάθονται όλα,τίποτα δεν χάνεται,
Κι ο πεθαμός είν’άλλο απ’ότι ενόμιζε καθένας, είναι μια τύχη κάλλια.»

Walt Whitman

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Μόνωση

Θε μου, πού πήγαν οι άνθρωποι; Πού πήγε η ευωδία
του νεανικού μου δέρματος κ' η θέρμη των ήλιων;
Φθίνω στο σπίτι των σκιών και λιώνω την καρδιά,
μια χρυσαλλίδα, στις χλωμές σελίδες των βιβλίων.

Η αγάπη, μάταια, κάποτε, με θλίψη μου γελά –
είμαι μακριά κι απ' τα γλυκά βλέμματα των οικείων.
Πάνω απ' της ρούγας τα σκυφτά χαμόσπιτα, ψηλά,
στο χρυσό δείλι, γράφομαι βαρύς κ' εξαίσιος κίων.

Κι όμως τα βράδια νοσταλγώ: στον ίσκιο ενός καλού
κι αγαπημένου φίλου αβρά να γείρω να ξεϊδρώσω
– ρόδο που φύτρωσε άγονα στην άμμο του γιαλού,
του βλέμματος να ρουφώ τη ζαφειρένια δρόσο.

Ν' ακούω κοντά μου μια καρδιά να πάλλει δυνατά,
ένας παλμός ν' ανθεί για με και να κρατώ ένα χέρι
στα λυπημένα χέρια μου, κι ο νους μου να κοιτά
τη λάμψη του στα μάτια ενός που δέχεται και χαίρει.

Νά χουν σκοπό και προορισμό της νιότης μου οι παλμοί,
στιλπνοί καρποί να δένονται σε πρόθυμα κλωνάρια
κι όχι, καθώς των ασκητών οι εσπερινοί ψαλμοί,
να πνίγονται σε σιωπηλά, πένθιμα σεμινάρια.

Κι όταν της νύχτας ο άνεμος την πόρτα μας βροντά
κ' έντρομος το γκρεμό παλιάς πληγής θ' αναθυμιέμαι,
να τον καλώ γοερά, κι αυτός γλυκά να μου απαντά,
κι αχνά χαμογελώντας του, πάλι ν' αποκοιμιέμαι.


Γιάννης Ρίτσος
Από την συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα
[Α' Τόμος] (έκδ. 1978)

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Άτιτλο

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’άμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο-παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’αγκαλιάσεις.  Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .
Κι εκεί.


Από την συλλογή "Ιδιώνυμο"
Κατερίνα Γώγου

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα


Το στόμα σου φύτεψε
μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
Ήταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός
άρπαξε με τον ήλιο του
όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–
από τη ζωή.
Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
το μπουκέτο μάδησε,
μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου
δύο μπουμπούκια πόνος.

Jan Ramon Jimenez

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή Πρωί


Ι
Η απολαυστική γαλήνη της μέσα στο neglige
τα πορτοκάλια κι ο καφές, το ηλιόλουστο δωμάτιο
κι η ολοπράσινη ελευθερία του παπαγάλου
πάνω στο χαλί, διώχνουν μακριά
τις άφωνες σκιές του αρχαίου μαρτυρίου.
Όμως ξανά΄ονειροπολεί και τότε νιώθει μέσα της
ν’ απλώνεται το ρίγος της παλιάς καταστροφής
όπως όταν το πέλαγος έξαφνα σκοτεινιάζει.
Τα πορτοκάλια, ευωδιαστά, τα πράσινα λαμπρά φτερά
μοιάζουν ν’ ανήκουν σε μια ακολουθία νεκρών
που ξετυλίγεται πάνω από θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο.
Η μέρα είναι μια θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο
σταματημένη για να τη διασχίσει μέσα στ’ όνειρό της
και να ‘ρθει
στην Παλαιστίνη τη βουβή
τον τόπο του αίματος, τον τάφο.

μτφρ. Σ. Καββαδάς
Wallace Stevens

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Μάσκες


Ήτανε βράδυ στο ποτάμι
κι η νύχτα με μαβιά παλάμη
ξέπλεκε κάθε της πλοκάμι
μες στο νερό που πόντιζε τη βαριά μας καρδιά

Ήταν το βράδυ ένα μετάξι
και στην ψυχή είχε βάλει τάξη
η σκέψη που όλα τα 'σωσε προτού να γεννηθούν

Κάποτε ανάβαν παραθύρια
κάποτε γέρναν τα γιοφύρια
και τα μουντά κι άναρθρα κτίρια
μας έδειχναν πως οι καρδιές χαλνούν ότι ποθούν

Μείναμε μόνοι δίχως γνώμη
ίσως μας πείραξε το ρόμι
που η νύχτα μητριά μας ποτίζει πυκνό
και μες στους δρόμους τα φανάρια
χορεύανε τρελά, σαν ζάρια

Πότε γοργά και πότε ανάρια
που κάποιο χέρι πέταγε λευκά απ' τον ουρανό

Γιώργος Σεφέρης


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Καθαρές κουρτίνες


Αγάπες που αγαπώ και πάθη που επιτρέπω :
Ένας ζεστός καφές το πρωί.
Το διάβασμα (όσο γίνεται πιο αργά) της εφημερίδας.
Μια βροχή πότε-πότε για να πλένει τα αισθήματα.
Το χώμα στα καινούρια σου τακούνια.
Η θάλασσα το απόγευμα με λίγη συννεφιά.
Γαρύφαλλα. Πολλά γαρύφαλλα.

Ακόμη : «Ο άνθρωπος που πηδάει πάνω απ' την πόλη» του Σαγκάλ.
Ν' ανεβαίνω παλιά ξύλινα σκαλοπάτια.
Το χέρι μου στο στήθος σου.
Κάποια ποιήματα του Καβάφη.

Όμως κυρίως το χέρι μου στο στήθος σου.

Νάσος Βαγενάς

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρα της Στάχτης

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


(Μετ: Γιώργος Μίχος)
Ρόκε Ντάλτον

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Παντούμ


Τ᾿ ἀστέρια κρατοῦν ἕναν κόσμο δικό τους
στὸ πέλαγο σέρνουν φωτιὲς τὰ καράβια
ψυχή μου λυτρώσου ἀπ᾿ τὸν κρίκο τοῦ σκότους
πικρή, φλογισμένη ποὺ δέεσαι μὲ εὐλάβεια.

Στὸ πέλαγο σέρνουν φωτιὲς τὰ καράβια
ἡ νύχτα στενεύει καὶ στέκει σὰν ξένη
πικρή, φλογισμένη ποὺ δέεσαι μὲ εὐλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιὸς νόμος σὲ δένει.

Ἡ νύχτα στενεύει καὶ στέκει σὰν ξένη
στὸ μαῦρο μετάξι τὰ φῶτα ἔχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιὸς νόμος σὲ δένει
καὶ τί θὰ σοῦ μείνει καὶ τί θὰ σ᾿ ἀφήσει.

Στὸ μαῦρο μετάξι τὰ φῶτα ἔχουν σβήσει
ἀκούγουνται μόνο τοῦ χρόνου τὰ σεῖστρα
καὶ τί θὰ σοῦ μείνει καὶ τί θὰ σ᾿ ἀφήσει
ἂν τύχει κι ἀστράψει βουβὴ πολεμίστρα.

Ἀκούγονται μόνο τοῦ χρόνου τὰ σεῖστρα
μετάλλινη στήλη στοῦ πόνου τὴν ἄκρη
ἂν τύχει κι ἀστράψει ἡ βουβὴ πολεμίστρα
οὔτε ὄνειρο θά ῾βρεις νὰ δώσει ἕνα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στοῦ πόνου τὴν ἄκρη
ψηλώνει ἡ στιγμὴ σὰ μετέωρο λεπίδι
οὔτε ὄνειρο θά ῾βρεις νὰ δώσει ἕνα δάκρυ
στὸ πλῆθος σου τὸ ἄυλο ποὺ σφίγγει σὰ φίδι.

Ψηλώνει ἡ στιγμὴ σὰ μετέωρο λεπίδι
σὰν τί νὰ προσμένει νὰ πέσει ἡ γαλήνη;
στὸ πλῆθος σου τὸ ἄϋλο ποὺ σφίγγει σὰν φίδι
δὲν εἶναι ὁ οὐρανὸς μηδὲ ἀγγέλου εὐφροσύνη.

Σὰν τί νὰ προσμένει νὰ πέσει ἡ γαλήνη;
Σ᾿ ἀνθρώπους κλειστοὺς ποὺ μετροῦν τὸν καημό τους
δὲν εἶναι οὐρανὸς μηδὲ ἀγγέλου εὐφροσύνη
τ᾿ ἀστέρια κρατοῦν ἕναν κόσμο δικό τους.

Γιώργος Σεφέρης

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη

Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις
πως δεν χρειάζεται ωκεανός  για να πνιγείς.
Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.

Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.
Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Γιὰ τὴ ζωή

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Τὶς πιὸ ὄμορφες μέρες μας δὲν τὶς ζήσαμε ἀκόμα
Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θά ῾θελα νὰ σοῦ πῶ
Δὲ στό ῾πα ἀκόμα.


(ἀπόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Nazim Hikmet 

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το έντομο

Από τους γοφούς σου ως τα πέλματα σου
θέλω να κάνω ένα μακρύ ταξίδι.

Είμαι πιο μικρός κι από έντομο.

Προχωρώ απ’ αυτούς τους λόφους,
έχουν το χρώμα της βρόμης,
έχουν σημάδια πολύ λεπτά
που μόνο εγώ γνωρίζω,
εκατοστά καμένα,
ωχρές προοπτικές.

Εδώ υπάρχει ένα μικρό βουνό.
Ποτέ δεν θα φύγω απ’ αυτό.
Ω! τι γιγάντιο μούσκλι!
Κι ένας κρατήρας, ένα τριαντάφυλλο
από φωτιά που έχει πάρει υγρασία.

Τα πόδια σου κατεβαίνω
σαν να γνέθω μια σπείρα
ή ταξιδεύω κοιμισμένος
και φτάνω ως τα γόνατα σου
με τη στρογγυλή σκληράδα
σαν να φτάνω στις στέρεες κορυφές
μιας διάφανης ηπείρου.

Από τα πόδια σου γλιστράω,
στα οκτώ ανοίγματα
ανάμεσα στα μυτερά, αργοκίνητα,
σε σχήμα χερσονήσων, δάκτυλα σου,
κι από αυτά στο κενό του λευκού σεντονιού
πέφτω, ψάχνοντας τυφλός
και πεινασμένος το περίγραμμα σου
καυτού αγγείου!

Pablo Neruda

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Σαλώμη

Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
        την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
                στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
        «ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
                Aστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
                ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
                Πλήν την επιθυμία του την χθεσινή
        ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα που στάζουνε βλέπει κι αηδιάζει.
                Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθεί
                προστάζει από εμπροστά του, κ’ εξακολουθεί
        του Πλάτωνος τους διαλόγους να διαβάζει.

Κ.Π.Καβάφης

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Υπό την απειλή του θέλω


Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.

Κική Δημουλά

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Η λατρεία

Ἀκούσατε ποτὲ νὰ σᾶς φωνάζουν ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀκρογιαλιὰ
χέρια κομψοτεχνήματα μετέωρα
φίλες χαρούμενες βγάζουν καπνὸ ἀπ’ τὰ μάτια
κι ἔχουν τριπλοδεμένο ἕνα χρυσὸ βραχιόλι στὰ μαλλιὰ
στὴν ἄμμο χαρτογύφτισσες ρίχνουν ἀλλόκοτα χαρτιὰ
ἀνοίγουν ἕνα πελώριο μαῦρο μάτι
Ἐδῶ – λένε – καὶ καρφώνουν τὸ χαρτὶ στὴν ἄμμο μὲ τὸ δάχτυλό τους
Πόρνες φοροῦν καπέλα ὀργισμένα
κι αὐτὲς δὲν ἔχουνε χρυσὸ βραχιόλι
δὲν ἔχουνε ξανθὸ καπνὸ
ὄνειρου εὐτυχίας
ἔχουνε ὅμως μιὰ σειρὰ δόντια ὁλόχρυσα
λένε – Αὐτὰ τὰ δόντια ποὺ τὰ βλέπετε
ἴσως δέ σας ἀρέσουν
τὰ ’χουμε γιὰ τοὺς ἐραστές μας
καταλαβαίνετε τὸν πόνο μας
σύμφωνοι
Ὅλοι σύμφωνοι
μιὰ μπόχα συμφωνίας ἀνθίζει τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ
ἄνθρωποί μου ἄγγελοι ἄγγελοι χρυσοὶ
ἀνοῖξτε μὲ λίγο ροδόνερο τὰ πρησμένα μάτια σας
ἐδῶ παρακάτω εἶναι τὸ σπίτι ἐνὸς θεοῦ
(ὑπάρχουν πολλοὶ θεοὶ μὴν παραξενεύεστε)
λοιπὸν αὐτὸς ὁ θεὸς
δέχεται ἀπὸ τὴν Ἄνοιξη ἕως τὸν Κεραυνὸ
ἐλᾶτε μαζί μου νὰ σᾶς τὸν συστήσω
γιατί ἀλλιῶς θὰ μείνετε σὰν Πάσχα δίχως κόκκινο αὐγὸ
σὰν τὸ ζητιάνο ποὺ δὲν ξέρει τί νὰ κάνει τὸ δισάκι του
σὰν τὴ γυναίκα ποὺ δὲν ξέρει τί νὰ κάνει τὸ φιλί της
καὶ σὰν τὸ βοσκὸ ποὺ ψάχνοντας γιὰ τὰ χλωμὰ τ’ ἀρνιά του
περιπλανήθηκε καὶ χάθηκε στὸ χάος τῆς ψυχῆς του

Μίλτος Σαχτούρης

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Βρόχος

Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

«J'i cueilli ce brin de bruyère»

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία
Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη.

G. Apollinaire

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Γλυκιά Χορεύτρια

Η κόρη πάει χορεύοντας εκεί
στη φυλλόσπαρτη, νιοθέριστη, απαλή
χλοερή απλωσιά του κήπου∙
ξέφυγε από νιότη πικρή
ξέφυγε από τη συντροφιά της
ή από το μαύρο σύννεφό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Αν άνθρωποι ξένοι φανούν απ’ το σπίτι
για να την πάνε μακριά, μην πείτε
πως είν’ ευτυχισμένη όντας τρελή∙
πάρτε τους ευγενικά πιο κει,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Yeats William Butler

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω…

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

 (για την κόρη του)
Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή,
μα μιας στιγμής η έλλειψη.
Δε μας σκοτώνει μια σκιά,
μα η απουσία η μοιραία μιας σκιάς,
χαμένης πιθανώς στο χάσμα
ετούτης της ασύγκριτης αιωνιότητας
της παράλογης.
Δε μας σκοτώνει η έλλειψη της ζωής,
μα το ζάρι μιας μοίρας γλυκόπικρης
σε παρτίδα πάνω αόρατη.
Δε μας σκοτώνει ο θάνατος∙
μας σκοτώνει ο ερχομός στη ζωή.


μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη
Roberto Juarroz

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Kουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου

κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην
καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι καμώνεται
από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)
                                                        φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από  τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

E.E. Cummings

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σ' όσους σπάσανε σ' όσους κρατάνε

Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Η θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.


(1962)
Ντίνος Χριστιανόπουλος



Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Σε ζελοφάν

Σε ζελοφάν τα ομοιόμορφα μυαλά σας περπατάν
Και πολεμάν για να με ψήσουνε πως κι έτσι μ' αγαπάν.
Ιλουστρασιόν οι κοινωνίες των μοντέρνων οικισμών
Σε σουσπανσιόν κοιμάται η σύγχρονη Πυθία των χρησμών.

Νάταν να μετακούναγα ολόκληρο πλανήτη
Στις αποθήκες υλικών, θεσμών και σούπερ αγαθών να βάλω δυναμίτη.
Νάταν και να πιπίλαγα ξανά το δάχτυλό μου
Σαν τα μικρά μικρά παιδιά (ουά) που βρέχονται συχνά να βρω τον εαυτό μου.

Μισοτιμής σου έχουν κλέψει τη φαρέτρα της ζωής
Κι ότι κι αν πεις δε θα με κάμεις συνεργό υποταγής
Αναλαμπές σ' ένα χορό που δε φτουράει ο Γκιλγκαμές
Και είμαι οφφ απ' το κουτί των πειραμάτων του Παυλώφ.

Όσο κι αν με κομμάτιασαν στο διάβα μου με νάρκες
Ωσάν της σαύρας την ουρά συχνά, μιλάω σοβάρα, ανάπλασα τις σάρκες
Κι όσο κι αν με καθήλωσαν να ζω σαν τα σκουπίδια
Η ανθρωπότη δεν μπορεί κι αυτή θα υπονομευθεί από τη γη την ίδια.

Νικόλας Άσιμος




Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα’ θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματα μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελο σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μην με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταιη ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

Τίτος Πατρίκιος