Follow by Email

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

δέος, 2


είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

Τόλης Νικηφόρου

Κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας


καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

από τη συλλογή Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012
Τόλης Νικηφόρου

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Aτσαλένιο κορίτσι

Ατσαλένιο κορίτσι εγώ δεν αγαπούσα κανένα μες στον κόσμο
Δεν αγαπούσα κανένα εκτός από κείνον που αγαπούσα
Τον εραστή μου αυτόν που με τραβούσε
Τώρα όλα έχουν αλλάξει άραγες είναι εκείνος που έπαψε να
μ’ αγαπά
ο εραστής μου που έπαψε να με τραβά άραγες είμαι εγώ ;
Τώρα είμαι ξαπλωμένη πάνω σε μια ψάθα υγρή
του έρωτα
Ολομόναχη με όλους τους άλλους ολομόναχη απελπισμένη
Κορίτσι από ντενεκέ κορίτσι σκουριασμένο
Ω εραστή μου εραστή μου πεθαμένε ή ζωντανέ
Θέλω να θυμάσαι άλλοτε
τον εραστή μου
αυτόν που με αγαπούσε κι αγαπούσα .

Jacques Prevert 

Θεωρείο



Θα έρθω πάλι κάποιο βράδυ
στο θέατρο.
Μην με περιμένεις.
Μου αρέσει να ξαφνιάζω.
Κυρίως όμως,
δεν θέλω να μου περιμένεις.
Τίποτα και κανέναν .

Θα έρθω πάλι μετά το διάλειμμα .
Όταν ο κόσμος θα εισέρχεται
για να συνεχίσει
την απόλαυση μιας άλλης ζωής.

Έτσι δήθεν ψάχνοντας έξοδο,
θα χαθώ στους διαδρόμους
και θα φθάσω στο πιο ψηλό θεωρείο.
Εκεί που μόνο όσοι «φωτίζουν» τους ανθρώπους, πηγαίνουν.

Θα σου πω ένα φτωχό
«σ υ γ γ ν ώ μ η » ,
αλλά με διπλό «γ».
Και δεν θα στο ζητήσω…
έμαθα να είμαι γενναιόδωρος πια.

Γιατί το ποίημά σου,
πάλι άργησα να το κατανοήσω…
Τώρα ίσως καταλάβεις γιατί .
Τώρα κι εγώ
σιωπώ
και γράφω…

ΑνώνυΜος

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Ουλαλούμ


Συννεφιασμένος ὁ οὐρανός, βαθιά συλλογισμένος· τά φύλλα θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Νύχτα, ἐρημιά τοῦ Ὀκτώβρη. Χρονιά; Χρονιά χαμένη βαθιά στή μνήμη· ἐρημικά. Κάπου κοντά στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Κάπου ἐκεῖ πέρα στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ καί στοῦ Βάιρ τά στοιχειωμένα δάση.

Ἐκεῖ, πήγαινα κάποτε, μαζί μέ τήν ψυχή μου, σέ δρόμο πού τόν ἔζωναν τιτάνια κυπαρίσσια –  κυπαρίσσια εἶχε ὁ δρόμος κι ἡ Ψυχή ἦταν μαζί μου· ἡ ψυχή μου. Κι ἦταν οἱ μέρες πού ἔνιωθα ἡφαίστειο τήν καρδιά μου: ποτάμια μέταλλο πυρρό, λάβα πού ὀργώνει ἀκάματη μέ ὀργισμένο θειάφι τοῦ Γιάνεκ τίς πλαγιές, στήν ἄκρα γῆ τοῦ πόλου· κι ὅλο βρυχᾶται καί κυλάει ἀπό τοῦ Γιάνεκ τήν κορφή στίς ἁπλωσιές τοῦ βόρειου πόλου.

Πηγαίναμε, μιλούσαμε σιγά, συλλογιστά. Μά, οἱ σκέψεις: θράκα πού ἀργοκαίει· ὕπουλη θράκα οἱ σκέψεις, γιατί σάν νά μήν ξέραμε πώς ἤτανε Ὀκτώβρης καί νύχτα (Ὦ, νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες!). Γιατί σάν νά μήν νιώθαμε τή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ (κι ἄς βρεθήκαμε ἐκεῖ τόσες φορές). Γιατί σάν νά ξεχάσαμε τό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ. Ναί· σάν νά λησμονήσαμε τά στοιχειωμένα δάση.

Μά ἡ νύχτα εἶχε γεράσει πιά κι οἱ ἀστρολάβοι ἔδειχναν αὐγή· οἱ ἀστρολάβοι ὅλοι ὑπονοοῦσαν χάραμα. Καί τότε, ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ δρόμου πρόβαλε ὅλο φῶς μιά πάχνη, κι ἀπό μέσα της ὑψώθηκε ἡμισέληνος: τό θαυμαστό, τό δίκοπο στολίδι τῆς Ἀστάρτης. Καί εἶπα: «Εἶναι πιό στοργική ἀπό τήν Ἄρτεμη αὐτή. Στόν οὐρανό τῶν στεναγμῶν γυρίζει καί τή γῆ τῶν στεναγμῶν φωτίζει.

Εἶδε πώς δέν στεγνώνουνε στά μάγουλα ἐτοῦτα ἐδῶ τά δάκρυα πού τρέφουνε τό ζωντανό σκουλήκι, καί ἄφησε τόν Λέοντα καί ἦρθε νά μᾶς δείξει τό δρόμο γιά τή γαληνή Λήθη τῶν οὐρανῶν. Στό πεῖσμα ἦρθε τοῦ Λέοντα, τό βλέμμα της ἀπάνω μας νά λάμψει. Τήν ἄγρια ξέφυγε φωλιά τοῦ Λέοντα, τά ἐρωτικά τά μάτια της ἀπάνω μας ν’ ἀστράψει».

Μοῦ ἔδειξε, ὡστόσο, ἡ Ψυχή τό δάχτυλο καί εἶπε: «Λυπᾶμαι, μά δέν γίνεται νά τό ἐμπιστευτῶ αὐτό τό ἀστέρι τό ἀχνό. Τόσο ἀχνό! Δέν γίνεται! Βιάσου, λοιπόν! Γιατί ἀργεῖς; Τρέξε, λοιπόν! Τρέχω κι ἐγώ! Πέτα! Πετῶ!» Τρόμου κραυγή τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί βύθισαν καί σύρθηκαν στή σκόνη. Πνιγμοῦ λυγμός τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί σύρθηκαν – ἄθλια φτερά–  στή σκόνη.

Ἀπάντησα: «Ἕνα ὄνειρο εἶναι τό φῶς αὐτό πού τρεμοπαίζει. Μόνο αὐτό! Στό κρύσταλλο τῆς λάμψης του ἄς πᾶμε νά λουστοῦμε! Ἐλπίδα, ἀπόψε, κι Ὀμορφιά λαμποκοποῦν σιβυλλικά οἱ ἀκτίνες του. Μά, κοίτα! Τρέμει καί πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας. Τί λάμψη! Πρέπει, ἀσφαλῶς, νά τήν ἐμπιστευτοῦμε! Τί θάμπος! Πρέπει, ἀσφαλῶς, τό δρόμο νά γνωρίζει, ἀφοῦ ὅπου πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας».

Κι ἡσύχασα ἔτσι τήν ψυχή. Τή φίλησα, τήν ἔβγαλα στό φῶς ἀπό τή θλίψη. Κατέκτησα ἔτσι τήν ψυχή. Κυρίευσα τούς δισταγμούς καί τή βαθιά της θλίψη. Καί φύγαμε ὅπου βλέπαμε καί φτάσαμε στή θύρα ἑνός τάφου. Καί κάτι ἔγραφε ἐκεῖ, πάνω στή θύρα, καί εἶπα: «Τί γράφει ἐκεῖ, γλυκιά ἀδελφή;» Κι ἐκείνη: «Οὐλαλούμ! Εἶναι τό μνῆμα τῆς χαμένης σου Οὐλαλούμ!»

Θράκα ἡ καρδιά μου πού ἔσβησε· θράκα βουβή ἡ καρδιά μου, ὅπως τά φύλλα γύρω μου, τά φύλλα: θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Καί φώναξα: «Ἦταν Ὀκτώβρης κι ἡ χρονιά: ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ, ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ μέ τό φρικτό μου βάρος, μιά νύχτα – νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες–  σπρωγμένος… Ἄ! ποιός δαίμονας μ’ ἔφερε μέχρι ἐκεῖ; Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, ἦταν μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ κι ἦταν στοῦ Βάιρ τά σκοτεινά, τά στοιχειωμένα δάση».

Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Μικρό Γυναικείο Κρανίο


Με κάποια έκπληξη, ισορροπώ το μικρό γυναικείο κρανίο μου
μέσα στα χέρια μου.
Με τι μοιάζει; με οκαρίνα; Φυσάω στο μάτι του.
Δε μπορεί να κλάψει, κρατάει την ανάσα μου μόνο για όσο εκπνέω,
κάπως ανήσυχη τώρα, μέσα στην τρύπα που ήταν κάποτε η μύτη,
κολλώ το αυτί μου στο πλατύ χαμόγελό του. Ένας στεναγμός που εξατμίζεται.
Για κάποια ώρα, κάθομαι στο καπάκι της τουαλέτας με το κεφάλι μου
μέσα στα χέρια μου, σοκαρισμένη. Το αισθάνομαι πολύ πιο ελαφρύ απ’ όσο
νόμιζα –
το βάρος μιας τράπουλας, μιας μικρής ποιητικής συλλογής,
αλλά και με κάτι άλλο, σα να μπορούσε να αιωρηθεί.
Αποκρουστικό.
Άρα γιατί φιλάω το φρύδι του, με τα ζεστά μου χείλη στο
αδύναμο οστό του
και το πηγαίνω στον καθρέφτη να ζητήσει ένα μουκάλι μύρα;
Το ξεπλένω κάτω απ’ τη βρύση, χαζεύω τη σκόνη να κυλά μακριά, όπως η άμμος
από ένα σκουφάκι κολύμβησης, μετά το στεγνώνω – νεογνό – απαλά
με μια πετσέτα. Βλέπω την ουλή στο σημείο που έπεσα μόνο και μόνο για έρωτα
από προδοτικά σκαλιά, και είναι σα να διαβάζω εκείνη την μέρα συντριβής
σε γραφή Braille.
Έρως, ψιθυρίζω στο κρανίο μου, και μετά, δυνατότερα, άλλες
μεγαλόπρεπες λέξεις,
φωνάζω τα κούφια ουσιαστικά μέσα σ’ ένα δωμάτιο με άσπρα πλακάκια.
Κάτω θα νομίζουν ότι έχασα το μυαλό μου. Όχι.
Απλώς κλαίω
μέσα σ’ αυτές εδώ τις δύο τρύπες, ή χασκογελάω
με το γελοίο της υπόθεσης, από δω
μια φίλη μου. Βλέπεις; κρατώ το πρόσωπό της σε τρεμάμενα,
παθιασμένα χέρια.

Carol Ann Duffy

Ποιητής για τους Καιρούς Μας


Γράφω, φίλε μου, τους τίτλους μιας Εφημερίδας Καθημερινής.
Είναι απλά ένα ταλέντο με τ’ οποίο γεννιέται κανείς.
Δεν χρειάζεται να είσαι κανένας εκπαιδευτικός,
μόνο βρόντηξε τις λέξεις σα να ουρλιάζουν Πανικός!
ΝΤΑΗΛΙΚΙ, ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ
Γεια μας. Το θέμα είναι να τραβήξεις την προσοχή με μια μόνο φράση
τη στιγμή που προσπερνά των πελατών η ορδή με βιάση.
Έχω κάνει κάμποσα λάθη, ας το παραδεχτώ,
μα τα μπαλώνουν στο τυπογραφείο, σιγά, και τι μ’ αυτό.
ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΛΕΤΣΟΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΜΠΑΡΕΤΖΟΥ
ΣΕ ΓΚΑΛΑ ΤΗΛΕΠΕΡΣΟΝΑ ΜΕ ΦΩ-ΜΠΙΖΟΥ
Γουστάρω στην ιδέα ότι είμαι ενός είδους ποιητής
για τους καιρούς μας. Εγώ κερνάω. Δεν ξέρω αν με εννοείς;
Έχω ένα ιδιαίτερο ταλέντο και το εξασκώ
σε πιασάρικα χάι-κου για τον πρωθυπουργό.
ΑΠΟΧΕΡΑΙΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ: ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΒΟΥΝ ΦΩΤΙΕΣ
«ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ» Η ΕΛΛΑΔΑ – ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Βέβαια, τη σήμερον ημέρα, δύσκολο να τρομοκρατήσεις
όπως πριν κάποια χρόνια που ήταν θρίλερ οι ειδήσεις.
Και τι δεν θα ‘δινα, αδελφέ μου, να πάρω εγώ τα πρωτεία
μ’ έναν τίτλο για του Τιτανικού την τραγωδία.
ΔΙΠΛΟΜΑΤΗΣ ΜΕ ΟΥΚΡΑΝΗ ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Ή ΚΑΡΙΕΡΑ;
Και, ναι, έχω ένα όνειρο – ε, εσύ! πιάσε άλλο ένα κρασί –
πως τα παιδιά θα ξέρουνε τους τίτλους μου φαρσί.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΟΡΟΪΔΙΑ ΜΕ ΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΕ ΓΙΩΤ ΟΡΓΙΩΝ: ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ
Τα ποιήματα της δεκαετίας… ΜΙΕSENS! Φιλεleft Αυταπάτη!
Τέχνη, παιδί μου! Πιο καλή κι από το πιο γαμώ κρεβάτι.

Carol Ann Duffy

Ξένος



Φαντάσου να ζεις σε μια ξένη, σκοτεινή πόλη για είκοσι χρόνια.
Υπάρχουν κάποιες ζοφερές κατοικίες στις ανατολικές συνοικίες
και μια απ’ αυτές είναι η δική σου. Με το που προσγειώνεσαι, ακούς
την ξενική σου προφορά ν’ αντηχεί κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Σκέφτεσαι
σε μια γλώσσα δική σου και μιλάς στη δική τους.
Έπειτα γράφεις στην πατρίδα. Η φωνή μέσα στο κεφάλι σου
υπαγορεύει το γράμμα σε μια τοπική διάλεκτο – πίσω απ’ αυτή
είναι ο ήχος των τραγουδιών της μητέρας σου,
τόσο καιρό πριν, και τώρα δεν ξέρεις
γιατί τα μάτια σου υγραίνονται και ποια είναι η λέξη για
αυτό.
Χρησιμοποιείς τις δημόσιες συγκοινωνίες. Κοιμάσαι. Δουλεύεις. Φαντάσου
ένα βράδυ
να βλέπεις ένα όνομα γραμμένο για σένα με κόκκινο σπρέι
πάνω σ’ έναν πέτρινο τοίχο. Ένα όνομα μίσους. Κόκκινο σαν το αίμα.
Χιονίζει στους δρόμους, κάτω απ’ τα φώτα νέον,
σαν να περνά αυτό το μέρος κομματιασμένο μπροστά απ’ τα μάτια σου.
Και στο ντελικατέσσεν, κάπου-κάπου, τα κέρματα
στην παλάμη σου απλά δεν μεταφράζονται. Άναρθρα,
γιατί αυτό δεν είναι το σπίτι σου, δείχνεις τα φρούτα. Φαντάσου
κάποιος σαν εσένα να λέει Εγκώ ντεν ξέρει τι ατοί άντρωποι εννοεί
ατοί σαν μόνο πάει κοιμηθεί και όνειρα δει. Φαντάσου το.

Carol Ann Duffy

Δήμητρα



Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη
Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου
και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,
για να σπάσω τον πάγο.

H ραγισμένη μου καρδιά-
-προσπάθησα να το αποτρέψω-
όμως  γλίστρησε, επίπεδη,
πάνω στην παγωμένη λίμνη.

Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,
αλλά την είδα τελικά να περπατά,
η κόρη μου, το κορίτσι μου,
πάνω στους αγρούς,
με πόδια γυμνά,
να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης
στο σπίτι της μητέρας της.

Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε
και έγινε θερμός
με την κίνησή της,
ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,
με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.

Carol Ann Duffy

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο


Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Ο,τιδήποτε.
Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα
θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,
μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.
Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.
Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε
μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη
γλώσσα.
Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τ’ όνομά μου.
Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στ’ αλήθεια ο,τιδήποτε,
έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.
Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα
ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.
Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.
Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.
Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη
για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.
Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο
και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.
Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.
Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.

Carol Ann Duffy

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Μίχος (1938-1974)


Κώστα Μίχο γιατί κρύβεις τ’ όνομά σου;
Στα καφενεία που συχνάζεις δεν κατοικούν οι παντοκράτορες
Κώστας Καρυωτάκης γράφει κι η ταυτότητά σου,
πρίγκηπας επάγγελμα, πρίγκηπας για τη γενιά σου.
Παραμονεύουν οι φασίστες με τους ψευδομάρτυρες.

Κώστα Μίχο, σε ποιόν κρύβεις τ’ όνομά σου;
Μες στα ένδοξα Παρίσια δεν κερδίζεις τον παράδεισο.
Τη ξυραφιά του Ρεμπώ τη σκεπάζουν τα μαλλιά σου,
δεν φτάνουν όλα τα νερά της γης να πλύνουν το άγαλμά σου,
μια νεκροψία,-κι ύστερα το γαλανό πουκάμισο.

Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ΄όνομά σου.
Ένα κλαδάκι ουρανός ήταν μονάχα ο κλήρος σου.
Στις λοταρίες των ποιητών μια βρύση έλαχε στη μοιρασιά σου.
Της ζητιανιάς η φιλία ισορροπεί τη ζυγαριά σου,
στιχάκια ψίχουλα, μετάληψη και μύρο σου.
Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ’ όνομά σου.

Μάνος Ελευθερίου

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Γενικός γραμματέας


                                               Ο Μίκης γράϕει με το χέρι μου
Μανιϕεστοειδές παραλήρημα
Είμαστε δυο
είμαστε τρεις
με ϕουσκωμένο στήθος και σϕιγμένες γροθιές
Χόρευα μεθυσμένος πάνω από τα προβλήματα
και ψηλά από την ελίτ στην οποία ανήκα
έχυνα τους συντρόϕους
Επαναστατική υπόκλιση
τους είχα όντως πείσει
ότι η Δεκατρίς
ήταν η δικιά μας Μπεατρίς

Χρήστος Διαμαντής 

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Γαλανόλευκα


Γαλανόλευκη
γαλανόλευκα λεωφορεία πάνε μαύρους επιβάτες
γαλανόλευκες ιδέες σάπιων
γαλανόλευκοι μασκαράδες
ο 7ος λόχος με τη γαλανή
γαλανόλευκες κορδέλες των μεγαλοσταύρων δεινοσαύρων
γαλανόλευκα και μαύρα κατάμαυρα σαν πίσσα
πατριωτικά συνθήματα ανδραγαθήματα των φουκαράδων.

Τα παιδάκια παίζουν μέχρι να μαζευτεί ο ήλιος
τ' ακούμε και δουλεύουμε τα βλέπουμε να μαζεύουν
παπαρούνες άγριες μαργαρίτες και σκυλάκια
ενώ το γαλανόλευκο της μέρας άρχισε να το τρώει το μαύρο.

Η γαλανόλευκη τυλίγει νεκρούς που υπήρξαν φίδια
η γαλανόλευκη σφίγγει ζωντανούς σαν φίδι
η γαλανόλευκη του ευζωνικού η ματωμένη
η γαλανόλευκη του Παπάγου η χεσμένη
σημαία σύμβολο όπως οι τελείες στις υπογραφές μασόνων
όπως οι νεκροί των εργατικών αγώνων
όπως τα "λάθη" των κομμάτων
όπως τ' αρώματα των αποπάτων
όπως οι ρυτίδες και τ' άσπρα μαλλιά των αιώνων.

.
από ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ (1966-1982)
Θωμάς Γκόρπας
.