Follow by Email

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.
Έχουν αλλάξει όλα
κάτω απ΄τον ίδιο ουρανό.
Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ουρανού που κλείνει.
Σ΄αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μιχάλης Γκανάς

Για τον άνεμο.


(VI)

Άμισθος εργάζεται ο αέρας. Σαν ασθενοφόρο
σπεύδει, μόλις, απ' το κινητό του,
λάβει σήματα
της άπνοιας.
Και ως θεράπων, πάνω από το ύπτιο
σώμα της λιποθυμίας τρυφερά
σκύβει.

Μανόλης Πρατικάκης

Για την εκείνη πλευρά

Μεσημεριανή ζέστη. Ζάλη.
Πόρτα βιβλιοπωλείου. Βαριά.
Αυστηρή μορφή. Επιβλητική, πίσω από τον πάγκο.
Σαχτούρη, λίγο Σαχτούρη δώστε μου.
Τέτοια δηλητήρια δίνονται μόνο κατόπιν συνταγής,
κύριε.
Είμαι ο Ισραήλ Βαραντσιόφσκι
και ασκώ το δικαίωμά μου στην σιωπή.
Κλείσιμο πόρτας. Πτώση αυλαίας.
Ενδοφλέβιος οργασμός
Ολοκληρωτικός
Σε ταχύτητες ακραίες
Κι ύστερα
Στα σιντριβάνια
Τα κοκόρια ξενύχταγαν
Τον ήλιο και τον θάνατο

Χρήστος Διαμαντής

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος

Γιατί και η ποίηση επαιτεία είναι
 αλλά στο τέλος

 
Ι.
 
Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες
 
Γνωρίζω που γεννούν τ¢ αβγά τους οι υλακές
           
                 όλα στο στήθος σύρριζα
 
αν αγαπήσεις τους γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλει τους επαίτες
 
Αφού σου το ¢πε και στον ύπνο σου:
 
«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο
           
Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως
                                               
κυρίως
 
αυτούς που φεγγαρώθηκαν
 
εγώ θα τους βυζάξω»
 
   
 
ΙΙ.
 
Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
 
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
                       
ειδάλλως γύρνα πίσω
                       
και μη γελάς
 
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

  Γιάννης Στίγκας  

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Απόπειρα θεοδικίας στο κακό τσιπουράδικο


Αφού είν’ ο Θεός εκείνο το σμήνος τα πουλιά
που πέταγε κατ’ απ’ τα δέντρα
μετά από βροχή στο πατρικό μας σπίτι
πώς καταλήξαμε εδώ που έγιν’ η ζωή
ένας βρεγμένος δρόμος
κ’ η βρωμιά
που μαζεύουν κάθε βράδυ τα πεζοδρόμια;

Και πώς δεχτήκαμε να στήσουμε τραπέζι
μπροστά σ’ αυτό το κωλομάγαζο;

Χρήστος Κολτσίδας

Επιστροφή

Ήρθε από κει που δεν υπάρχει ήχος
μέσα απ’ την ψυχρότητα των χρωμάτων
Φορά την κάπα των βοσκών
πιάνει τον ήχο των νερών
τις στάλες στα παράθυρα και τον ιδρώτα στο γένι
Φωλιάζει στα όμορφα χαμόγελα
Κουβαλά στο κεφάλι κούφιο ξύλο
και μιαν αχτίδα σεληνόφως
Βάζει προσκέφαλο το άλμα των βατράχων
και δεν κοιμάται ποτέ
Κρεμάει για φυλαχτό στο κεφαλάρι
τραγίσιο κέρατο αιχμηρό

Λέει
Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες.

Από τη συλλογή Τα ορεινά,
Χρήστος Κολτσίδας