Follow by Email

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος



Στον Π.Σ.

Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω
και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

Όρθιο Γυναικείο Γυμνό




Έξι ώρες στην ίδια στάση για λίγα φράγκα.

Κοιλιά θηλές οπίσθια στο φως του παραθύρου,

κι εκείνος στραγγίζει από πάνω μου το χρώμα. Λίγο πιο δεξιά,

Δεσποινίς. Προσπαθήστε να μείνετε ακίνητη.

Η αναπαράσταση μου θα γίνει με κάθε λεπτομέρεια και θα με κρεμάσουν

στα μεγάλα μουσεία. Οι μπουρζουάδες θα μουρμουρίζουν σκανδαλισμένοι

μπροστά στο είδωλο μιας πόρνης του ποταμού. Αυτό εκείνοι το ονομάζουν Τέχνη.



Ίσως να είναι κι έτσι. Τον απασχολεί ο όγκος, ο χώρος.

Εμένα το επόμενο γεύμα. Αδυνατίσατε,

Δεσποινίς, κι αυτό δεν είναι καλό. Το στήθος μου κρέμασε

ελαφρώς, το στούντιο είναι κρύο. Στα φύλλα του τσαγιού

μπορώ να διακρίνω τη Βασίλισσα της Αγγλίας να καρφώνει το βλέμμα της

στο σχήμα του κορμιού μου. Θεσπέσιο, ψιθυρίζει,

καθώς προχωρά. Αυτό με κάνει να γελώ. Το όνομά του



είναι Georges. Μου λένε είναι μεγαλοφυία.

Υπάρχουν στιγμές που δεν συγκεντρώνεται

και γίνεται σκληρός όταν λεω ότι κρυώνω.

Με κατέχει πάνω στον καμβά καθώς βυθίζει κάθε τόσο

το πινέλο του στο χρώμα. Αγοράκι μου,

τα δικά σου τα λεφτά δε φτάνουν για τις τέχνες που πουλώ.

Και οι δυο μας φτωχοί, τα βολεύουμε κάθε φορά όπως μπορούμε.

Τον ρωτώ Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί

πρέπει. Δεν έχω επιλογή. Μη μιλάτε.

Το χαμόγελό μου τον κάνει να τα χάνει. Αυτοί οι καλλιτέχνες

παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Τη νύχτα γεμίζω τα κενά μου

με κρασί και χορό τριγύρω στα μπαρ. Μόλις το έργο είναι τελειωμένο

μου το δείχνει με καμάρι, ανάβει τσιγάρο. Λεω

Δώδεκα φράγκα και πιάσε το σάλι μου. Αυτό το πράγμα δεν είμαι εγώ.


Carol Ann Duffy

Συνομιλία


Πεθαίνουν τα κλαριά απ’ αγάπη
F.G. Lorca

Ρωτώ την ποίηση
για το σχήμα της λύπης
την ιτιά μου δείχνει
το δέντρο που πονά, αυτή
με γερμένα τα κλαριά
προσκυνά βουβά το χώμα
Νευρωνικό αντίστοιχο
λέει η επιστήμη
γυναίκας κλαίουσας που
με λυτά τα μακριά μαλλιά
θρηνεί ασάλευτη
του έρωτα
το φθαρτό σώμα

Μαρία Λάτσαρη

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Εγωτική προπαγάνδα

(απόσπασμα)

IV
Σαν σε προθάλαμο χειρουργείου,
η φρίκη
βηματίζει νευρικά στον οισοφάγο μου,
τα παιδιά της ανασταίνονται,
που έλεγες, χθες,
είχαν πεθάνει.

Φοβάμαι
και τούτο
είναι όλο.

Γιώργος Φιλιππίδης

Παλαιϊκές συγκινήσεις


Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο μου 'μεινε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.

Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.

Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ' εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ' είν' ο πόνος τους ατέλειωτος.

Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Θεόδωρος Ντόρρος 

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Αδιαφορία


΄Ανθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Cesare Pavese

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Η πόλη


Η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες
κουλουριασμένο φίδι και λουφάζει
όλα τ' ακούει, όλα τα μετράει
και λογαριάζει κέρδη και ζημίες
η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες·
καμιά φορά αναστενάζει.

Αμαλία Τσακνιά

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Κολοσσός


Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από στάβλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαϊκή Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα διαμπερή σου κόκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα
Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.

Sylvia Plath

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Η φύση του πράγματος


Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό
χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του
ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι

έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν
τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως
ακατανόητο και παγωμένο

τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα
και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα
όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.

Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος
που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω·
αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία
κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο

να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε
μπόρεσα τελικά να μείνω.

"Ρόδινος φόβος", εκδόσεις Στιγμή, 1992
Μαρία Λαϊνά