Follow by Email

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

το καταδίκασε


είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του
όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών
η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα
εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι
των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου
απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

Tristan Tzara

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση


(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η “ΤΕΧΝΗ'-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι
Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες
ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή
Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ
Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ
η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας
Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ
Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο
Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων
ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της
ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

Tristan Tzara

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Ποιήματα για το ίδιο βουνό

Ι

Όχι ακόμη, δεν ήρθα να σε απο-
χαιρετήσω αδελφέ, που σε ανέβηκα
πρώτη φορά όταν ήμουν φως
σ' ένα μίσχο. Οι περσότεροι
στίχοι μου είναι κτίσματα
πάνω σου. Κι αν ο λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θα μέναμε όρθιοι
τότε κ' οι δυό σαν πέτρες
παράλληλες. Όμως μέσα
στο ανάστατο δάσος του κόσμου
σήμερα ο Λόγος δύσκολα
ακούγεται. Αλλά τα παιδιά
το ξέρω πώς μέσ' από τα
βιβλία μου αύριο θα μαζεύουν
λουλούδια και πως θα μιλούν
για το θαύμα - ζωή, κοιτώντας
τον κόσμο μέσ' απ' τους στίχους μου.





ΙΙ

Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.





ΙΙΙ

Όταν ήρθα στον κόσμο κ' είδα
τον ήλιο, είπα: Θα πρέπει κάτι
ν' αφήσω πίσω μου φεύγοντας.

Και το βρήκα αρκετό. Ν' ανεβώ
στην κορφή σου, να πετάξω
στη γης ένα λουλούδι.



IV

Είδα τον κεραυνό, το φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
από κάτω ως απάνω την κορφή σου,
μετέωρος. Κ' η σκέψη μου έπαιξε
μες το κρανίο μου σαν αστραπή:
Πηδώντας στο πρώτο του, ν' ανεβώ
ένα - ένα, από κάτω ως απάνω
τα λοξά σκαλοπάτια του.





V

Η ουράνια δαντέλα,
η σχεδόν κυματίζουσα,
των γραμμών σου, θαρρείς
όταν δύει ο ήλιος
και γιομίζει αγγέλους.

Προχωρούν, ανεβαίνουν
απ' τις δύο παρυφές
στη μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σαν μιά χορωδία.

Όσο που τέλος,
κάποιος απ' όλους
απλώνει το χέρι
κι ανάβει τον έσπερο.





VI

Εδώ πάνω είναι ο θάνατος άγνωστος
έλεγα κ' έγραφα κάποτε. Κ' ήταν
αλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τα περάσματα έκλειναν.
Ο κρύος αέρας κ' οι σκιές
της νυχτός δεν έβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
το έξω και το μέσα μου φως
κι απλωνόταν δίχως όρια γύρω μου.





VII

Ήμουν δέκα χρονών όταν χάραξα
μ' ένα σουγιά σε μια πλάκα σου
τ' όνομά μου, μόλις βγαίνει να το
συλλαβίζει ο ήλιος. Ήταν τότε
που ακόμη είχα "εγώ" μα που
αργότερα το 'σβησα, καθώς
η βροχή απ' την πλάκα σου
τ' όνομά μου.
………………Τ' όνομά μου
η φωνή ενός αηδονιού
που βγαίνει απ' το δάσος
χωρίς τ' όνομά μου.

Μου αρκεί να γνωρίζω ότι
στάζει Θεό στις ψυχές
των παιδιών η λάμψη των λέξεων.





VIII

Υποσχόμουν στο ένα που ήταν όλα.
Χαμογελούσα στο ένα που ήταν όλα.
Δεν ήσουν το ένα, καλό μου βουνό.
Σε έκαμα πρόσωπο, σε είδα λαό
και σε είδα πλανήτη. Κ' έκαμα
ένα όμορφο όνειρο: Να μεταβάλω
μ' αυτό το χαμόγελο πάνω σου
σε κρόσια ήλιου όλα τα σύννεφα,
σε φώσφορο ειρήνης μιά καταιγίδα.





IX

Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν' ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιά πέτρα στερεή
ν' ακουμπώ το χαρτί μου.

Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.





X

Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορροές
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυό αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
……………..Η γαλήνη σου
όμως και η γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………….Η μοίρα
μου επέτρεψε απ' όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ, να έχω
κ' εγώ στο σύμπαν μιά πέτρα.





XI

Πολύ το προσπάθησαν οι άσχημοι
τούτοι καιροί, αλλά τέλος
δεν μου ρήμαξαν την ψυχή
για να μείνει εδώ, να στέκεται
δίπλα σου, να σε ντύνει,
σε ώρες χαρμόσυνων ημερών,
αγγελμάτων.
………………Θα 'ναι το γιορ-
τινό σου πουκάμισο.





XII

Θέλω να υφάνω, ν' αποδώσω με λέξεις
το ρυθμό του νερού, που χτυπάει
στα χαλίκια κάτω απ' τις φτέρες σου.
Ν' ακούγεται όμοια κ' η ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα
στους στίχους μου, να ρέει
συνεχώς, καθαρά, τρυφερά,
(από δω ουρανός κι από κει ουρανός)
μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο.





XIII

Με τις λέξεις σου μίλησα των τσοπάνηδων
που τις φύλαξα στο αίμα μου. Ήταν
γυμνές και τους φόρεσε ένδυμα
να ταιριάζουν στην ομιλία μου
με τον κόσμο - με τα ζώντα και μη,
που όλα μαζί σχηματίζουνε έναν
ποταμό ομορφιάς, που εδώ ακριβώς,
στους δυό μας ανάμεσα και γύρω από μας,
στο χώρο της γης, τέμνει την άβυσσο.


XIV

Το ξέρω ότι ήσουν και πριν
γεννηθώ. Το ύψος σου
πάντως βγήκε από μέσα μου.


Νικηφόρος Βρεττάκος - Χορωδία

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Ω αιωνιότητα



Ω αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που απλώνεσαι
Πέρ' απ' τους κάμπους που πατώ.
Αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που αγάπησα,
Στη δρόσο σου τυλίγομαι
Να σε ρουφώ σαν τον κισσό.

Όλγα Βότση

Δε φοβάμαι το θάνατο



Δε φοβάμαι το θάνατο,
Δε φοβάμαι να γυρίζω στις παγωμένες εκτάσεις Σου να Σε
Βρω.
Ανοίγω τα χέρια μου
Κι ενώνομαι μ' όλα τα πλάσματά Σου, που ζουν χιλιάδες μίλια
Μακριά.
Ενώνομαι μ' όλη τη σιωπή των πάγων
Και ζω.

(Ενδόμυχα, 1953)
Όλγα Βότση

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου κι ένας μεγάλος θρήνος.
Τώρα βυθώ στη νύχτα του θανάτου,
Τη νύχτα που δε λησμόνησα ποτέ.
Που ζούσα κάτω απ' τα κλωνάρια της, τ' αστέρια της και τη
Σιωπή της.
Τώρα κινώ στη νύχτα του θανάτου
Αφανη, άλαλη, μέσα στ' ασκητικά μου πέπλα.
Ενα φως που έζησε στα βουνά.
Ενα φως κυκλωμένο από σκοτάδι.
Σ' όλη μου τη ζωή αγάπησα το Θεό.
Τ' όνομά μου δεν έμαθε θνητός κανείς.
Ημουν μια πίκρα και μια σιωπή.

Όλγα Βότση

Η συκιά


Έσκυψα και τη φίλησα.
«Είμαι ο άνεμος», της ψιθύρισα απαλά στ’ αυτί. «Πάμε πίσω από κείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά-σιγά• έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σ’ αγκαλιάζω».
Εκείνη, βγάζοντας απ’ τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το ‘δειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
«Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ», είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα ν’ ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απ’ το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφικτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
«Μ’ αυτό έτρωγα μικρός», ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη• και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω• εξάλλου δεν ήξερα τ’ όνομα της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απ’ τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.

Ε.Χ. Γονατάς

Βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ


Ἦταν ἕνα βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτὸ κι ἀσύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ἡμέρας,
δὲν εἶχε λάμψει τόσο, σὰ πετράδι...
Κατέβαινε τὸ φῶς -μιὰ ὠχρὴ ἀγωνία-,
σὲ κήπους, ὅλο βάλσαμα γιομάτους,
τ᾿ ἄνθη μεθοῦσαν ἀπὸ τ᾿ ἄρωμά τους,
μέσα σε μιὰν ἀνείπωτη ἁρμονία...
Δὲν εἶχε κἂν ὑπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στὸ νοῦ τῶν πιὸ γλυκῶν ζωγράφων.
Ἀκόμα καὶ τὰ μάρμαρα τῶν τάφων,
μιὰ δόξα μυστικὰ τά ῾χε κερδίσει...
Κι ὅταν τὸ θάμπος ἄρχιζε νὰ φθάνει
κι ἡ νύχτα τ᾿ ἀργὰ μάγια νὰ κλώθει,
τὸ φεγγάρι, παντοῦ, σὰ φλόγα ἁπλώθη...
Κι ἦταν τὸ βράδυ αὐτὸ πού ῾χα πεθάνει...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Προφητεῖες


Ἀπόψε εἶπα μ᾿ εἶχες πιὰ κερδίσει,
ποὺ ρόδισαν οἱ πόθοι μου ὅλοι ἀνθοί.
Μὰ πρὶν ὁ ἀλέκτωρ φωνήσει
Κύριέ μου, τρὶς σὲ εἶχα ἀρνηθεῖ.

Μελισσάνθη

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Άτιτλη Νοσταλγία



Σκέψεις, κόμποι στο στομάχι και φθαρμένες επιλογές.
Πως αρχίζεις με αυτά;
Και πως τελειώνεις;
Ποιό μονοπάτι διαλέγεις;
Ποιό απ αυτά στα οποία μόνο χάνεις;
Πως άραγε ποθείς περισσότερο αυτό στο οποίο χάνεις πιο πολύ;

Χριστίνα Τζανή

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Άτιτλο



Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.

(Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977
και Γραφή και Φως, Ίκαρος, 1983)
Νικόλαος Κάλας

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Κρυμμένα

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να  πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π. Καβάφης 

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Παράθυρο


Εδώ το φως είναι σκληρό
σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του
          παράθυρου
και στο περβάζι ένα λουλούδι
σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

Σαν παίρνει να βραδιάζει
στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
σαν ξεχασμένο φίλντισι.

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα
μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα
να σκεπάσει ένα χαλίκι.

Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

Περιμένουμε κάποιον
να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάκτυλα του ανέμου
πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

Περιμένουμε το φως να μπει απ’ το παράθυρο
ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ’ το σκισμένο πουκάμισο.

                                                                                                      1947
Άρης Αλεξάνδρου

Ολόκληρη νύχτα


Όπου να ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα
συρματόσκοινα.
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά
της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

1947
Άρης Αλεξάνδρου

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Όταν ήρθες


Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Κώστας Καρυωτάκης


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Η ημέρα της λαμπρής

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι

Διονύσιος Σολωμός 

Μεταμορφώσεις


Όπως αθόρυβα τελειώνει η κάθε μέρα
ένα κομμάτι της αγάπης μεταμορφώνεται σε πάγο
ένα κομμάτι του κορμιού μεταμορφώνεται σε θάνατο.

Τίτος Πατρίκιος

Μέγα σάββατον


Μέμνησο! Όλα στέρεψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.
Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμά εστιν και ζωή εστιν
Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.
Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος

Νίκος Γκάτσος

Πάσχα 1987



Λαμπρύνομαι ως άτομο μα όχι
            στην ολότητα· η λάμψη όμως
εκπηγάζει από κείνη των ψυχών
            τη σύναξη
που διαφεντεύει γαλαζοπράσινο.
Αποφεύγω τα μηνύματα
κι αποφεύγω τ᾽ αυτοκίνητα.
Είμαι διαβάτης· επιβάλλομαι
            στην κίνηση.

Νίκος Καρούζος

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Ζωή, πώς με παράδωσες


Ζωή, πῶς μὲ παράδωσες μ᾿ ἕνα φιλὶ στοὺς δήμιους
καὶ τώρα ἀκούω τὸ γέλιο σου παντοῦ σαρκαστικὸ
γιὰ μένα, ποὺ ἀποτόλμησα ψευτοευγενεῖς καὶ τίμιους
μεσ᾿ στὴ γενιά σου, νὰ τοὺς δῶ σὰν ὑποστατικό.
Ἐγὼ ἤμουν ἕνας γνήσιος κι ἄγνωστος τῆς γενιᾶς σου
κ᾿ ἦρθα χωρὶς ἀπαίτηση μ᾿ ὅλους μαζὶ καὶ γώ
κι᾿ οὔτε ποτὲ σοῦ ζήτησα δεῖγμα τῆς συμπονιᾶς σου,
ἀπ᾿ τὰ περίσσια χρέη μου δίκαια ν᾿ ἀπαλλαγῶ.
Μὰ καθὼς ἤμουν κύριος ἄμαθος νὰ δουλεύω
καὶ παιδικὴ γαλήνευεν ἡ δίκαιή μου ψυχή,
ἐκέρδισα τὸ μίσος σου, Ζωή, καὶ τὸ πιστεύω
τώρα ποὺ ἡ δυστυχία μου στὸ γέλιο σου ἀντηχεῖ.

Μαρία Πολυδούρη

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο


(απόσπασμα)

Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν. Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση - ο θόρυβος τού πηρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει - για το διάστημα μιας αστραπής - αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου. Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει. Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;

(μτφ. Παύλος Ζάννας)
Marcel Proust

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Η Μαρίνα των βράχων

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Οδυσσέας Ελύτης


Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ελεονώρα ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα στις ώρες μας τις πιο κρυφές

Νίκος Εγγονόπουλος

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ο καλλιεργητής


Εφύτεψα κομήτες
και των άστρων έσπειρα τον σπόρο
στους παρθένους αγρούς

Με αερόλιθους έχτισα το σπίτι μου
και είδα απ' τον φεγγίτη μου
τον κόσμο να γυρνάει γύρω μου

Ήπια το τονωτικό κρασί της μεσημβρίας
και στης σημύδας τα κλαδιά έψησα
τους υπέροχους κορυδαλλούς της
καρυκευμένους με καρδούλες μπουμπουκιών

Τα λιβάδια ξερνάνε την ψυχή
οι λιποθυμισμένες παπαρούνες σκορπάνε το αίμα τους
φυλλορροεί το ρόδο των ανέμων
και οι κόκκινες πέστροφες αυτοκτονούν όντας αιχμάλωτες

Από παλιά περίμενα την πιο μεγάλη μέρα
όπου των αστεριών ο θερισμός
θα μ' έφερνε θεός να γίνω

Ήδη όμως σκληραίνουν τα χέρια μου
αδειάζουν τα μάτια μου
σαπίζουν τα δόντια μου
και η γη τη σκόνη της αλέθοντας γυρίζει πάντα

Ivan Goll

Παράθυρο στη νύχτα


Τελευταίο βλέμμα
εκκολαπτήριο πάνω από την πόλη
τόσο μακριά και τόσο κοντά
είσαι άραγες εσύ το άστρο το μεγαλύτερο
ή η κάμαρα η πιο μικρή
που μένει ξάγρυπνη στη γη;

Είσαι κόσμος πύρινος
στα εξεγερμένα ποτάμια
στα όρη τα φλεγόμενα
από τις απαρχές των αιώνων;

Είσαι η στενή σοφίτα
όπου η μοναδική της λάμπα φέγγει
την ωχρή κεφαλή που έχει σκύψει
φοβισμένη πάνω απ' τη λευκή σελίδα;

Άστρο συμπάντειο
που μίκρυνες κι έγινες ανθρώπειο
ο διαβάτης που περνά σε χαιρετάει.

Ivan Goll

Οι εραστές της μοναξιάς



Πόσοι και πόσοι στις νυχτερινές κάμαρες μέσα
δεν ξεστρώνουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα μολυβένια σεντόνια

Τυφλό το μάτι του εκκρεμούς
η μοναξιά
κρέμεται από το σπανιολέτο
και το παντζούρι
χτυπάει σάμπως λαβωμένου άγγελου φτερούγα

Όσοι δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
του κόσμου το τέλος περιμένουν

Αχ να και η αυγή με χρώματα σμέουρου:
τη στυφή ξαναπαίρνει η ζωή γεύση του αίματος

Ivan Goll

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ένα φύλλο σ’ ένα δέντρο


Ένα φύλλο σ’ ένα δέντρο.
Άλλο φύλλο μες στον νου.
Τα δύο φύλλα
είναι σε διαφορετικά κλαδιά,
ο ίδιος όμως φθινοπωρινός άνεμος
θα τα ρίξει κάτω και τα δυό τους.

Roberto Juarroz 

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Νοικοκυρά

Ώρα ξεκούρασης
με τα χέρια σταυρωμένα σε σοδειές.
Είχα σωστά μετρήσει το αλεύρι,
μα βρέθηκα λίγο λειψή απ’ τη μεριά της ζάχαρης.
Δε θα μπορούσε να 'ναι αλλιώς.
Αυτή είναι η ζωή μου, ο διάδρομος που
ενώνει τα υπνοδωμάτια με το σαλόνι
τι άλλο; δεν τολμάω να πω,
κάτι μ’ απορροφά ύπουλα,
οι τοίχοι όπως λευκοί Πατριάρχες ευλογούν
τη δουλειά μου,
σαν σκύβω
δε βλέπουν
πως στύβοντας το σφουγγαρόπανο, τα
δάκρυά μου κυλάνε προς τις ρίζες τους.

Αθηνά Παπαδάκη

Η άνθρωπος



Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν' αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»

Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ' το πλευρό του δεν μ' έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ' τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ' εκείνον ν' αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι' εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν' αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)
Ζωή Καρέλλη

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος



Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες
Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα


Απο τη Συλλογη Του κόσμου (1978).
Ελένη Βακαλό

Πράσινο

Έχω πράσινα μάτια και το δικαίωμα να ορίσω
Καθώς το αγριόχορτο
Τα έργα των πολιτειών και τη μοναξιά των μνημείων.
Το δικαίωμα να διαγράψω την Ιστορία
Καθώς ο μικρότερος αδελφός, που κατέβηκε το πηγάδι
Και βγήκε στον ουρανό.
Το δικαίωμα να συλλαβίσω φύλλα κι αγκάθια
Καθώς αειθαλές
Στους πνεύμονες των πάρκων
Και στην ασυδοσία της ρεματιάς.
Η έπαρσή μου είναι του πράσινου
Κι έχω δικαίωμα,
Επιβάλλοντας σιωπή στην έρημο, ν' αφουγκραστώ
Τη λαχτάρα μου να υπάρξω, που διακλαδίζεται,
Βαθιά, ραγίζοντας
Την πιο δυνατή λαχτάρα μου, να υπάρξει
Ο κόσμος.

Από τη συλλογή Σχεδόν χωρίς προοπτική δυστυχήματος (1971)
Παυλίνα Παμπούδη

Το σώμα και η αμαρτία



Να αμαρτάνεις με τον πιο ενάρετο τρόπο
είπε
και εξαγνισμός να είναι η ακολασία σου.

Να περιστρέφεσαι πλανήτης
αστέρας η τιμωρία σου —
είπε
ο απλανής εγώ να παρατηρώ.

Έτσι
ατελεύτητη θα είναι η περιφορά σου
μα πάντα καινούρια,
ο χρόνος σου αιώνιος θα είναι
κι ανεπανάληπτος ο οργασμός σου
το σώμα σου θα είναι παρόν
μα η ψυχή σου μέλλον.

Να δοξαστεί το παρελθόν
κι η ιστορία να γίνει
επιτέλους
παραμύθι.

Από τη συλλογή Μεταγραφή ημερολογίου (1984)
Άντεια Φραντζή

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Η ιστορία του λύκου μου



Ποιος να προφητέψει πια
σε τούτες τις κορφές;
Κουραστικό το όνειρο
γλιστράει απ’ τα αστέρια
σκοτεινοί οι κρατήρες της γης
σιγάζουν το χαμό.

Τη βρίσκω την αυγή
πάντα με κόπο
χαλώ με το νύχι τις μεγάλες επιφάνειες
χωρίς ανταύγεια.
Σκληραίνουν τα νερά
παλιά παραμύθια
για αδελφότητες ζώων
τελειώνουν στην πέτρα.
Πεθαίνουν οι κύκνοι
ωραίες γραμμές οι λαιμοί
στο κέντρο ήλιος.
Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας
να φέρει φτερά πράσινων πουλιών
χελιδονόψαρα, καλαμπόκι
άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό
πορείες για  προσκυνήματα
στους Τάφους.

Υποφέρει ο χρόνος μες τη μέρα
και στο δάσος μου το φως
έχασε το μονοπάτι
και πέρασε στον ωκεανό.
Τέλεια η απομάκρυνση
στην πέρα πλαγιά οι κοινωνίες
κι οι εκκλησίες
γιορτές θάνατοι
στην πέρα πλαγιά.

Τρύπωσαν στην τρίχα μου
παλαβά στρείδια
αγκάθια μενεξελιά
μικρότατα δαιμονικά
σκληρίζουν, θορυβούν
πότε δείχνουν την Ανατολή
πότε τη δύση
στραβό με λένε
καλό τρελό στην πείνα
με φαντασίες
γυμνός στο κρύο…
Περιμένω το θαύμα
ίσως με το σούρουπο
κάποια καλή μυρωδιά
απάντηση στη δίψα ένα τραγούδι
ίσως.
Χλιαρή η ανάσα μου
στα χαμηλά βότανα
μικρά τα ερπετά
τρέμουν τη μοναξιά μου.
Αν πεθάνει –σιγομιλούν-
θα σκορπίσει και η αναμονή
κι η έρημος παντοδύναμη θα ’ναι
ως τους πλανήτες.

Οι λύκοι δεν πηγαίνουν στη θάλασσα-
τρομάζουν τα πέλματα στην άμμο.
Όμως μοιάζει η παραλία στην ελπίδα.
Απλώνεται και μένω πιστός.
‘Όλα εδώ θα φτάσουν με τον καιρό.
Η άνοιξη δεν προδίδει
έρχεται απ’ τους υδάτινους ορίζοντες
ως τις μυγδαλιές
και τις κιτρινωπές νεκρές αλεπούδες.
Όμοιο το χώμα
στρώνει αγάπες και προσκαλεί.
Παλιά ταξίδια στα βάραθρα
-ήταν μόνο οι σκιές των αετών από πέρα-
κούρνιασαν στο όνειρο
το αρχαίο ζευγάρι πλάθει τους αγρούς.

Φεύγει ο άνεμος βορινός
με θαύματα σκληρότητας.
Εδώ στο ακροθαλάσσι
δεν παιδεύουν οι δύσες
κι είναι ωραίες οι μέρες
με τους καθρέφτες των βυθών
στους ουρανούς.

Ας είναι κι έτσι με τη γη.
Στάχυα και χελιδόνια
παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.

Συντρίβεται στους βράχους.

 [από τη συλλογή Λύκοι και Σύννεφα 1963]
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Τροία


Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν-
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
‘Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!
Νάνος Βαλαωρίτης

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Έτσι που τραύλισα


Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

Βύρων Λεοντάρης


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Σκάκι


Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

Νικόλαος Κάλας

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Το να σε σκέφτομαι απόψε



Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ' εμένα, τον πλατύ κόσμο.

Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ' αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,
απ' τον Αλδεβαράν ώς τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

Πόσο ήρεμα
επικρατούσε η ομόνοια
ανάμεσα στις πέτρες, τα περίλαμπρα άστρα,
το μουγγό νερό, την τρεμουλιαστή συστάδα των δέντρων,
σ' όλα τ' άψυχα,
κι η δικιά μου ψυχή
τ' αφιέρωνε όλα σ' εσένα! Ολα να προστρέχουν
πειθήνια στο κάλεσμά μου, στην υπηρεσία σου,
ανυψωμένα σε πρόθεση και δύναμη αγάπης.
Εσμιγαν τα φώτα κι οι σκιές
στο φως της αγάπης μου, έσμιγε
η μεγάλη σιωπή πάνω στην επίπεδη γη,
φωνές απαλές απ' τα σύννεφα, από τον ουρανό,
στο τραγούδι προς εσένα που τραγουδούσε μέσα μου.
Μια συμφωνία κόσμου και ύπαρξης,
βιασύνης και χρόνου, μια εκεχειρία απίθανη
απλωνόταν μέσα μου, όπως μπαίνει η ευτυχία
όταν έρχεται αβίαστα, φιλί με φιλί.
Και σχεδόν
σταμάτησα να σ' αγαπώ για να σ' αγαπήσω
μ' άπειρη εμπιστοσύνη, περισσότερο απ' αυτήν που έχω σ' εμένα,
σ' αυτήν την πράξη αγάπης προς τη μεγάλη νύχτα
που πλανιέται στον χρόνο κι επιφορτισμένη ήδη
με ιερή αποστολή, ιεραπόστολος αποδείχτηκε
μιας αγάπης που έγινε αστέρια, γαλήνη, κόσμος,
που σώθηκε πια απ' τον φόβο
εκείνου του πτώματος που απομένει σαν ξεχαστεί.

(Αιτία αγάπης, 1936)
Pedro Salinas 

Τη σκιά σου σμιλεύω


Τη σκιά σου σμιλεύω.
Της έχω ήδη αφαιρέσει τα χείλη,
τα κόκκινα και σκληρά: έκαιγαν.
Θα σ' τα 'χα φιλήσει
πολύ περισσότερο.

Υστερα σταματάω τα μπράτσα σου,
τα σβέλτα, τα μακριά, τα νευρώδη.
Μου πρόσφεραν τον δρόμο
για να σ' αγκαλιάσω.

Σου αφαιρώ το χρώμα, τον όγκο.
Σου κόβω το πέρασμα. Ερχόσουν
κατευθείαν σ' εμένα. Εκείνο που πιότερο
πόνο μου έδωσε, επειδή σώπασες,
είναι η φωνή σου. Πυκνή, τόσο θερμή,
περισσότερο χειροπιαστή απ' το σώμα σου.
Αλλά ήδη ετοιμαζόταν να μας προδώσει.

Ετσι
η αγάπη μου είναι ελεύθερη, λυτή
με την αποσαρκωμένη σκιά σου.
Και μπορώ να ζω μέσα σου
χωρίς να φοβάμαι
εκείνο που περισσότερο ποθώ,
το φιλί σου, την αγκαλιά σου.
Να υπάρχω με τη σκέψη πάντα
στα χείλη, στη φωνή,
στο σώμα
που εγώ ο ίδιος σου απέσπασα
για να μπορέσω, δίχως αυτά,
να σ' αγαπήσω.

Εγώ, που τ' αγαπούσα τόσο!
Και ν' αγκαλιάσω ατέλειωτα, χωρίς λύπη
-καθώς φεύγει ασύλληπτη,
με τη μεγάλη μου αγάπη ξοπίσω της
η σάρκα στον δρόμο της-
το μόνο δυνατό σου σώμα:
το γλυκό, ιδεατό σου κορμί.

(Η φωνή που οφείλεται σ' εσένα, 1933)
Pedro Salinas

Βιολέτες για μια εποχή

. . .
σ’ ακολούθησα, απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο ερχόταν η ευωδία του κήπου (ώ, θα ‘μαστε νεκροί κι η άνοιξη θα ’ρχεται πάλι και πάλι) – σε πλησίασα, με κοίταξες στα μάτια και τότε σε φίλησα, σε φίλησα για όλα τα χρόνια που θα περάσουν, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν, σε φίλησα και σε κράτησα πάνω μου -
. . .

. . .
Θεέ μου, τι ηλίθια που τέλειωσαν όλα
νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν και μας ακολουθούν
χρόνια που θα πεθάνουν μαζί μας
κι άλλοτε μια παράξενη αίσθηση ότι έχω ξαναζήσει, θυμάμαι
πράγματα που δεν έγιναν ποτέ, αναγνωρίζω δρόμους που δεν
έχω ξαναπεράσει
είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα
πως ο ήλιος θα βγει και τ’ άλλο πρωί
είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας
. . .

. . .
συχνά κάθομαι στη σκάλα και κοιτάζω το πεπρωμένο
κανείς δεν πιστεύει αυτά που βλέπω, τα γράφω κι εγώ και τα
            ταχυδρομώ στους μεταγενέστερους
μα όταν ένας άνθρωπος στο δρόμο γυρίσει και σε κοιτάξει με πόνο η
            μισή ανθρωπότητα έχει σωθεί
ή νοσταλγώ ένα ρόδο κι είμαι έτοιμος να πεθάνω για να το βρω-
. . .

. . .
  ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δεν θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή...

Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις.

Κι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ’ αυτό που ζήσαμε...

Όμως, εδώ τέλειωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια
   μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική...


Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Άτιτλο

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν είσαστε πράγματι σύντροφος. Η μάλλον, αρχίζω να πιστεύω πως δεν είσαστε και σας το λέω έξω απ’ τα δόντια, αδιαφορώντας αν θα προκαλέσω ην οργή σας.  Επιτέλους, ελάτε στη θέση μου, προσπαθήστε να δείτε την κατάσταση με τα δικά μου μάτια και πέστε μου ύστερα αν έχω δίκιο να λέω ότι το πράγμα καταντάει αφύσικο. Κατέγραψα τόσα γεγονότα, ανέφερα συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, ημερομηνίες, επανήλθα σε λεπτομέρειες για να διευκρινίσω τα τυχόν σκοτεινά σημεία, ομολόγησα ότι έτυχε να πω σε ορισμένες περιπτώσεις τη μισή αλήθεια κι όμως εσείς εξακολουθείτε να σωπαίνετε. Δεν εννοείτε να παίξετε σωστά τον ρόλο σας, δεν εννοείται να μου υποβάλετε ερωτήσεις, με αφήνετε να εικάζω τι μπορεί να σας ενδιαφέρει – μάντης είμαι;

Άρης Αλεξάνδρου

Ηθική του ύπνου



Τα συρματοπλέγματα είναι απλωμένα τα δεσμά μου επιτελούν το έργο τους
Τα μαλλιά σου να λύνουν τον πιο βαθύ πόνο
Θα ψαλιδίσω τα ερέβη
Του δωματίου μου που στενεύει
Μα θα μπορούσα να διαλύσω το πάτωμα γύρω μου
Να ξαναβρώ τις λεπτομέρειες την κίνηση κάθε βήμα
Την κάτωχρη ή λαμπερή πηγή
Τον ποταμό την περηφάνεια
Την ανάλαφρη γέφυρα
Ένα ρεύμα τον ωκεανό
Τη υπερβολικά φωτεινή σάρκα
Την οθόνη του ουρανού που λάμπει
Τον καρπό την ανάσα την υγεία
Ενός σώματος που δε θα φθαρεί

Καθρέφτης η γαμήλια λίμνη
Καρδιά κι εμφάνιση κοινά
Τα βλέφαρά μου το μέτωπό μου πέπλα επιθυμίας
Φανερώνουν ακόμη την αθωότητά μου

Η χλωρίδα είναι πάνω στο λουλούδι
Είμαι πάνω στο νερό μπαίνω στο νερό
Τακτοποιώ τις έρημες όχθες
Θα έχω νέα σου
Αν μπω βαθιά στον ήλιο.

(1946 – Αδιάκοπη ποίηση)
Paul Eluard

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ποτέ και τίποτα

Σκέβρωσα από το γράψιμο
και απ’ την αβάσταχτη μελαγχολία
που με καταδιώκει από το ’44
Στα δεκάχρονα από το θάνατό σου
αλησμόνητε Άρη Αλεξάνδρου
σηκώθηκα και πήγα στο Thiais
το μακρινό παριζιάνικο νεκροταφείο
για να προσκυνήσω τον τάφο σου,
Άρη, αξέχαστε φίλε
και δεν είδα μήτε φυλλαράκι
πάνω στην πλάκα που σκεπάζει το φέρετρό σου
γιατί κανείς
κανείς δεν θυμήθηκε την μαύρη ημερομηνία.
Και τώρα πια, αυτά τα κωλόπαιδα
οι φοιτητές μας
δεν ξέρουν ούτε το όνομά σου
ούτε τα βιβλία σου.
Άρη μου, ποιοι σ’ έχουν μισήσει πιο πολύ:
οι κομμουνιστές ή η μπουρζουαρζία;

Ηλίας Πετρόπουλος

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Εγκατάλειψη


Έβρεχε,
έβρεχε πολύ
κι είχε βουλιάξει η ψυχή
στην υγρασία.
ακόμη μια χαμένη Κυριακή,
εδώ, στην επαρχία.

Χρίστος Λάσκαρης

Το Ποτάμι


Στέκει το φεγγάρι και κοιτάει
το ποτάμι, που πηγαίνει μοναχό,
κάποιος στο χορτάρι τραγουδάει
κρεμασμένος απ' τον ουρανό.
Και η νύχτα κάθε τόσο σταματάει
από άξαφνο του ποταμού λυγμό,
χαμηλώνει το φεγγάρι και ρωτάει
τι έχει και στενάζει το νερό.
Και πηγαίνει, όλο πάει το ποτάμι,
στ' ανοιχτού πελάγου το χαμό,
κάποιος μες στη νύχτα τραγουδάει,
για αγάπη και για χωρισμό.

Χρίστος Λάσκαρης

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Παρουσία αγγέλων εντός ατμομηχανής


Όταν με την βαρύτητα του ανέμου
που συναρπάζει τα φρόκαλα
μέσ’ απ’ τα πόδια των μανάδων
εσάλπησε το πεφταστέρι
τις τελευταίες εντολές των θεανθρώπων
σηκώθηκε υπερήφανος ο φθόγγος
και μ’ ευκαμψία τελείου μηχανικού
λεπτολογήματος παρέσυρε την ευτυχία
προς τα πελάγη μιας παμμεγίστης παλιρροίας.
Τότε συνέβη να φτερνισθούν οι φυσητήρες
και όλα τα κήτη ανέστρεψαν την κοιλιά τους
και κατεποντίσθησαν αύτανδρα
τα περασμένα κουφάρια
υπέρ της αναγεννήσεως της ευτυχίας
υπέρ της εκπληρώσεως των εσχατιών
υπέρ της ειρήνης
υπέρ της αμαυρώσεως
υπέρ της εκλάμψεως της αληθείας
υπέρ της κατισχύσεως των ρόδων
και της μαγικής αράχνης
εν έτει χαράς για τον αιώνα
των μεγάλων ολισθημάτων
των κυμάτων επάνω στα στεκούμενα καράβια.


Ανδρέας Εμπειρίκος

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Η ιδέα


να ήταν η μοίρα σου φτωχιά
να δεις πως αμέσως
ο κόσμος θα βαφόταν
μαύρο γυαλί που σπάζει υστερικά

σαν χέρια σκισμένα από σίδερα
που στον δρόμο κοιμούνται
σε φωτεινά κλαξόν ανάμεσα
και ποδοβολητά

η νύχτα σου θα ήταν ατελείωτη
δεν θα είχες τον καιρό
τον ουρανό να εκτιμάς
μέσα στη σκόνη του κορμιού
σου να ματώνει

Αντιγόνη Ηλιάδη

Μην εξηγείς ότι θα σου πει το μάτι


μην εξηγείς ότι θα σου πει το μάτι
είναι ένα ψέμα παιδί της μαύρης γης
μην ακούσεις το αφηνιασμένο άτι
είναι το σήμαντρο του τέλους της πνοής
το σούρουπο χαράζει μαύρα χιόνια
στην τράπεζα του γέροντος σοφού
και η στιγμή πεθαίνει αιώνια
στα μέρη του θανάτου του θεού
στα πόδια του Φρίντριχ μεγαλώσαν
παιδιά από την άσπρη Ανατολή
που σαν μικρά αστέρια επιβιώσαν
στα πόδια του σαμάνου στη φυλή
Αντιγόνη Ηλιάδη

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Η τέλεια ατέλεια


γιατί να λέμε τέλειο
είναι τυραννική η υπόθεση ότι το τέλειο είναι
δεν πάει να γαμηθεί το τέλειο
και οι μορφές και οι εκφάνσεις του
είμαστε οι μικρές μας στιγμές
οι ατελείς που δεν βλέπει κανείς
οι ατελείς οι κίβδηλες
αυτές τις στιγμές σου ερωτεύομαι συνέχεια
και σε αυτές δεν υπάρχει τίποτα τέλειο
ακριβώς η ημιτέλειά τους
τις κάνει αυτό που είναι
το σημείο της επιτυχίας είναι
εκεί που κάνεις λάθος
εκεί που είσαι άνθρωπος
εκεί που είσαι η ατελής τυχαιότητα


Αντιγόνη Ηλιάδη

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Αν μ’ ηγάπας


Εκ του Γαλλικού

Aν του βίου μου το σκότος
φαεινή έρωτος ακτίς
διεθέρμαινεν, ο πρώτος
της αλγούσης μου ψυχής
ο παλμός ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.
Δεν τολμώ να ψιθυρίσω
ό,τι ήθελον σε ειπεί:
πως χωρίς εσέ να ζήσω
μοι είναι αφόρητος ποινή —
αν μ’ ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν’ ελπίς απατηλή!
Aν μ’ ηγάπας, των δακρύων
ήθελον το τέρμα ιδεί·
και των πόνων των κρυφίων.
Οι δε πλάνοι δισταγμοί
δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.
Εν τω μέσω οραμάτων
θείων ήθελ’ ευρεθείς.
Pόδα θαλερά την βάτον
θα εκόσμων της ζωής —
αν μ’ ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν’ απατηλή ελπίς!

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
Κ.Π.Καβάφης

Επιστροφή


Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ' εχτύπησε του ωκεάνιου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ' ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.

Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!

Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ' ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.

Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα 'ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα' ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα 'ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ' αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

Κώστας Καρυωτάκης

Το πένθος για τις γάτες



Γινόμαστε υπερβολικά συναισθηματικοί
όταν πεθαίνουν ζώα.
Σπαραξικάρδιοι.
Όμως μόνο για τα ζώα που έχουνε γούνα,
μόνο για κείνα που μας μοιάζουνε,
έστω και κατά προσέγγιση.
Αυτά που έχουνε μεγάλα μάτια,
μάτια που κοιτάνε κατά μέτωπο.
Αυτά που έχουνε μικρές μύτες
και μικρά ράμφη.
Κανείς δε θρηνεί μια αράχνη.
Ούτ’ ένα καβούρι.
Οι νηματέλμινθες δεν προκαλούν ολοφυρμούς.
Ούτε τα ψάρια.
Για τα βρέφη της φώκιας η θλίψη αναβαθμίζεται.
Και για τους σκύλους, και για τις κουκουβάγιες,
μερικές φορές.
Για τις γάτες σχεδόν πάντοτε.
Μήπως επειδή παρομοιάζουμε αυτά τα ζώα με νεκρά μωρά;
Μήπως επειδή μας φαίνεται πως είναι κομμάτι δικό μας,
η ψυχή του ζώου που έχουμε μέσα μας
παραχωμένη κάπου στο μέρος της καρδιάς,
γουνάτη και γεμάτη εμπιστοσύνη,
ζωική παρόρμηση, πάντα σ’ επιφυλακή,
βίαιη προς άλλες μορφές ζωής,
ευδαίμων τον περισσότερο καιρό,
αλλά και ανόητη κάποτε;
Γιατί σχεδόν πάντα οι γάτες; Γιατί οι νεκρές γάτες
προκαλούν τόσα γελοία κλάματα;
Γιατί τέτοιο βαρύ πένθος;
Γιατί δεν μπορούμε πια να βλέπουμε
στο σκοτάδι, χωρίς αυτές;
Γιατί κρυώνουμε χωρίς τη γούνα τους;
Μήπως επειδή έχουμε χάσει τον κρυφό δεύτερο εαυτό μας
αυτόν στο οποίο θ’ αλλάζαμε
αν θέλαμε να διασκεδάσουμε,
αν θέλαμε να σκοτώσουμε
χωρίς κανέναν ενδοιασμό,
τότε που θα θέλαμε να πετάξουμε από πάνω μας
το σκοτεινό γκρίζο βαρίδι
που κουβαλάμε ως άνθρωποι;

Margaret Atwood

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Τ'ολόλευκο φεγγάρι


Λάμπει τ' ολόλευκο φεγγάρι
μέσα στα δέντρα τα πυκνά,
σε κάθε τρυφερό κλωνάρι
και μια φωνούλα αρχινά
κάτω από τη φυλλωσιά...
'Ω, αγάπη μου γλυκειά.
Βαθύς καθρέφτης, μιαν ιτιά,
η λυμνούλα ζωγραφίζει.
Στα κλαδιά της ο αγέρας
πονεμένα μουρμουρίζει
και πληθαίνουν οι λυγμοί...
Να, του ονείρου η στιγμή.
Πόση απλώθηκε γαλήνη
Τόσο γλυκειά, τόσο απαλή,
κατηφορίζοντας κι εκείνη
για νά 'μπει μέσα στην ψυχή
απ' ένα αστέρι, που ιριδίζει...

Να μια στιγμή που τόσο αξίζει.
Paul Verlaine