Follow by Email

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη

Η πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη
στη Θεσσαλονίκη, στη συμβολή των οδών
Αμύντα, Πλάτωνος και Φιλίππου,
είναι θερινή κατοικία ενός άστεγου.
Ασήμαντη πλατεία, σαν κάποτε του ποιητή
την παρουσία σε κάθε της γωνιά.
Στα χρόνια τα μαθητικά
τη διέσχιζε πηγαίνοντας σχολείο.

Δεν είναι τόσο δύσκολο κανένας
στην πόλη ετούτη να διαθέτει
τα παραίτητα. Ο άστεγος
της πλατείας Μανόλη Αναγνωστάκη
έβαλε στο παγκάκι τα χαρτόνια,
πάνω τους μαξιλάρια μιας ξαπλώστρας,
δίπλα μια πλαστική καρέκλα
με δίχως πλάτη και με ποδαρικά μεταλλικά,
ένα καφάσι επίσης πλαστικό για κομοδίνο,
μια πράσινη πετσέτα πέναντι,
στο σκαλοπάτι του κτιρίου
με τα κατεβασμένα μόνιμα ρολά,
ένα ζευγάρι, τέλος, μπεζ σκαρπίνια.
Τα μεσημέρια φήνει τα σκαρπίνια
κάτω από τον ήλιο και
κάθεται στο απέναντι παγκάκι,
στη σκιά του σιωπηλού δεντρού.

Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως πέθανε πιτέλους.
Ένας μικρός, γυαλάκιας, με σάκα σχολική,
ψηλό παιδί, άφησε στο καφάσι ένα λουλούδι.
Κατέβηκεν η φοβισμένη συμπονετική
γειτόνισσα, που και να τον κοιτάξει
σιχαινόταν, έκλαψεν ώρες πλάι του.
Όταν εξύπνησε από τις φωνές της
στο μπαλκόνι, ένιωθε ακόμα
νέλπιστο το χάδι της στης κεφαλής
τις λαδερές του τρίχες.
Είχανε λιώσει, λέει, τα σανδάλια της
για ώρες βουτηγμένα σε δακρύων λίμνη.

Ο ποιητής περπάτησε
αυτούς τους δρόμους τους παλιούς
ανάμεσα σε σωριασμένα πτώματα.
Τους μίσησε άλλοτε και
τους αγάπησε μαζί· ατέλειωτα.
Η ιστορία της μικρής πλατείας
Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μικρή, 
ετών ολίγων· δεν θα γραφτεί από τον άστεγό της 
ούτε από τα συνθήματά της που γρυλλίζουν: 
ολική άρνηση στράτευσης - ολική άρνηση φύλου. 
Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη 
δεν διδάσκεται για προκοπή στορία· 
μόνο, για τους βουλιμικούς ιδίως περαστικούς, 
σερβίρεται η αυτοεκπληρούμενη 
του ποιητή της ήττα

Tamistas Mhnymal

Όταν κατέβουμε τη σκάλα

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Κώστας Γ. Καρυωτάκης

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Η Σαλώμη με σώζει και μ’ εκδικείται



Η Σαλώμη με σώζει και μ’ εκδικείται Εκείνο το βράδυ μου είπαν πως πέθανες. Γύρισα σπίτι έψαξα στα συρτάρια στις τσέπες παντού. Η αγωνία μου κορυφώθηκε λίγο μετά καθώς ένιωσα τον Ραβέλ ν’ ανεβαίνει απ΄ τη γυάλα μας κι είδα το ψαράκι μάλλον ψόφιο στο πάτωμα του χολ. Κινδύνευα. Αλλάζω γρήγορα το νερό ρίχνω μέσα το ψάρι μπας και προλάβω. Του κάκου. Ο Ραβέλ δυνάμωνε θα σπάσουν τα μάτια μου λέω τώρα πληρώνω για όλα κι ως να το πω ξεφυτρώνεις κι ακούγεται: κλικ να με φωτογραφίζουν τα δικά σου τα ωραιότατα μάτια.
Γιάννης Βαρβέρης

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό


Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A ! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος !

(από το O μικρός ναυτίλος, Ίκαρος 1985)
Οδυσσέας Ελύτης

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Εικοσιτέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια, ΙΙΙ


Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα

Αργύρης Χιόνης

Το ωραίο καλοκαίρι

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκανε ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω
Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
Οι δικοί της τώρα την αναζητούν
Μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
Αν τους βαστάει τώρα
Ας με ξαναδείρουν, είπε
Πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
Μαχαίρι και πιρούνι
Και χωρίς να τρυπηθούν
Του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
Δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
Ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
Έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει.

Αργύρης Χιόνης

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Τραγούδι νταντά

Ι
To τραγούδι ενός ντανταϊστή
που είχε το νταντά μες στην καρδιά
κούραζε πολύ το μοτέρ του
που είχε νταντά μες στην καρδιά
το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά
βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο
έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο
και το’ στειλε στον πάπα στη Ρώμη
γι’ αυτό το λόγο
το ασανσέρ
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να φάτε σοκολάτα
πλύνετε τον εγκέφαλό σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι

ΙΙ
Το τραγούδι ενός ντανταϊστή
που ήταν όχι χαρούμενος
όχι και λυπημένος
και αγαπούσε μια ποδηλάτισσα
όχι χαρούμενη και όχι λυπημένη
μα την πρωτοχρονιά ο σύζυγος
που όλα τα ήξερε μέσα σε μια κρίση
έστειλε στο Βατικανό
τα δυο κορμιά τους μέσα σε τρεις βαλίτσες
ούτε ο εραστής
ούτε η ποδηλάτισσα
δεν ήταν πια χαρούμενοι
ούτε και λυπημένοι
φάτε ωραία κεφαλάκια
πλύνετε το στρατιώτη σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι

III
το τραγούδι ενός ποδηλάτη
που ήταν από καρδιάς νταντά
κι ήταν λοιπόν ντανταϊστής
όπως όλοι οι νταντά από καρδιάς
ένα φίδι φόραγε γάντια
έκλεισε γρήγορα την δικλείδα
έβαλε τα γάντια με το φιδίσια δέρμα
και πήγε τον πάπα ν’ αγκαλιάσει
είναι συγκινητικό
κοιλιά λουλουδιασμένη
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να πιείτε γάλα των πουλιών
να πλύνετε τις σοκολάτες σας
νταντά
νταντά
φάτε και μοσχαράκι

Tristan Tzara 

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Του Έρωτα

Του έρωτα
πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί
όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί
ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη
μεταλαβιά
αιωνιότητας∙ ο έρωτας
είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι
η αγαλλίαση
του Καιρού.

Γιάννης Υφαντής 

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Ποιος καρδιά μου ξέρει

στάθηκα μπρος στα σκαλοπάτια σου
κι άλλη φορά δεν θα ξανάρθω πια
ας έχει άλλος τα όμορφα τα μάτια σου
να τα κοιτάζει δεύτερη φορά
ποιος καρδιά μου ξέρει
μια στιγμή αρκεί για να χαθείς, ξανά
και μεσ' τον κόσμο, πάλι θα σταθείς
τις χαρές που έζησα μαζί σου
σαν φωτιές τώρα τις μετρώ
κι αν ποτέ θα 'ρθω στην θύμησή σου
ασ' τες να καούν στον ουρανό

Κωνσταντίνος Βήτα

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Το σακί


Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.

Γιώργης Παυλόπουλος

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε και αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας
κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν
σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.
Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να είμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις
με δέρμα και αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.
Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού
υπάρχουμε.

Μάνος Ελευθερίου

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Φοβάμαι


Φοβάμαι
τις βαθιές πολυθρόνες
το χτύπημα στον ώμο
το υποκριτικό χαμόγελο
υπάλληλων κι επιδομάτων
τη λείανση της αθλιότητας
φοβάμαι

Τρέμω
τα ογκώδη πρωτόκολλα
τη λογική των εκθέσεων
τις προσκλήσεις σε γεύματα
κι επίσημες δοξολογίες
Στη στοίχιση
με την εξουσία πιράνχας
πανικοβάλλομαι


(Του ανταποκριτή μας, 1985)
Θανάσης Μαρκόπουλος

Sine nobilitate


Να δεχτούμε
ότι το ψέμα είναι μουσική ύλη
και το λάθος η ανάμνηση του θριάμβου,
η κλοπή είναι η αποθέωση του εργατικού μόχθου
κι η απάτη μια τελετουργία της σποράς.
Να δεχτούμε ότι κολυμπήσαμε
σε θάλασσες λάθους, ψέματος, κλοπής, απάτης.
Όμως, να μην καταδεχτούμε
να προσκυνήσουν τους χωριάτικους ναούς μας
σα μετανιωμένοι
όλοι εκείνοι που μας είπαν ψέματα στ΄ αλήθεια.

Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Είναι που με φαρμάκωσε η γνώση

Αν είναι που αυτή η γη κατάντησε
μια απομακρυσμένη σκοτεινή επαρχία·
αν είναι που αυτός ο κόσμος έγινε απόκοσμος
αν είναι που αυτή η ζωή έγιν’ υπόνοια ζωής
τούτο το φως υπόνοια φωτός τούτος ο χρόνος
ένα λησμονημένο παρελθόν
είναι που με φαρμάκωσε η γνώση.
Η γνώση ήταν γλυκειά στο στόμα και πικρή στα σπλάχνα η γνώση κάποτε
μου γλύκαινε τη ματαιοδοξία η γνώση τώρα
δεν επιτρέπει να γευτώ ούτε μια ψευδαίσθηση.
Η γνώση ερήμωσε τη γνώση· πια δεν έχω
πού ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου. Και σκέφτομαι
το Λάζαρο που όπως λένε τίποτε δεν θέλησε να πει
παρά μονάχα στις φασκιές του τάφου ακόμα τυλιγμένος ζήτησε νερό
για να ξεπλύνει τα
φαρμακωμένα
σπλάχνα του.

(Από την ποιητική συλλογή «Ο καθρέφτης του Πρωτέα», 1986)
Γιάννης Υφαντής


Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Άτιτλο

του Χρήστου, παραμονή των Χριστουγέννων

Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;

Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς
να μπης.
Παλιέ μου και μονώτατε, έλα να με γιορτάσης,
ν’ ανάψη η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.

Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;

[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]
Ηλίας Λάγιος

Δώστε μου έναν άνθρωπο


Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
--κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
----------μόνο πέτρες.
(Ίσως θα 'πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
----------λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
----------με όλους τους μεσημβρινούς
---------------και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
----------να πιω τον ιδρώτα του,
---------------να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
-----------ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
--Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
--δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
--ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
----------τον Τζον Κολτρέιν
---------------στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
----------τρία δάχτυλα
---------------μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
--καθώς μπαίνω και βγαίνω απ' τα χέρια μου,
--καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
----------ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
----------καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
---------------με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
----------μ’ αφήνει άφωνο
---------------πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
----------τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
----------μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν' ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
----------ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
----------με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
--Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
----------εγχειρίδιο χρήσης.

--Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
----------μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

Γιάζρα Γκρόζνι

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Σούρουπο

Σούρουπο, σε γονυκλισία τα χρώματα
και πώς πεθαίνεις χωρίς το πράσινο εκ γενετής
Τα μάτια σου με τον κίτρινο λίβα,
καμένη σοδειά τα χρόνια που έζησα.
Ας φεύγει ο μικρός σκαντζόχοιρος, δε γλιτώνει
τ' αγκάθια μεγαλώνουν ανάποδα.
Ήμερο βράδυ
βελάζει σαν το χαμένο πρόβατο,
ζυγώνει στην πόλη κι αλλάζει προβιά,
σκύλος ή γάτα,
με την τρίχα ορθή
κάτω από τόσους τροχούς.
Τί γυρεύεις εδώ ψυχή τραυλή,
μακριά από τα βοσκοτόπια της πατρίδας.
Οι φίλοι πέφτουν από ψηλά μπαλκόνια
στο άσπρο μπαμπάκι που τους καταπίνει.

Μαύρα Λιθάρια-Βήματα Πίσω
Μιχάλης Γκανάς

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Εσύ δεν θα πεθάνεις

— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

Από τη συλλογή Παραλογή (1993)
Μιχάλης Γκανάς

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Το σώμα σου κι εγώ

Έχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δε φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
ανάμεσα σ’ εμένα και το σώμα σου.

Γιάννης Βαρβέρης

Η αλληγορία του κώνωπος

Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;
Αυτό το κοινότοπο μου ‘ρθε τώρα που είμαστε εδώ
ξαπλωμένος εγώ και ζαλισμένο
γύρω γύρω στο πορτατίφ
ένα κουνούπι.
Πανεύκολο να το σκοτώσω.
Όμως αν η ψυχή του με κυνηγάει αιώνια
ζητώντας εκδίκηση;
Ενώ μια στάλα αίμα και λίγη φαγούρα
τί ψυχή έχουν;
Αυτά σκεφτόταν ένας ο οποίος θα μπορούσε να είναι δολοφόνος
αλλά δεν ήταν. Μόνο έγραψε και δημοσίευσε αυτήν την αλληγορία
για να μη νομίζουν όσοι του γλίτωσαν πως γλίτωσαν για άλλους λόγους
απ΄ αυτούς που γλίτωσαν.
Εκτός αλληγορίας
έλιωσε το κουνούπι
κι έσβησε το φως.

Γιάννης Βαρβέρης

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

23 Κόκκινα φώτα

23 κόκκινα φῶτα οἱ βραδινοὶ στόχοι μου,
στόχοι τοῦ νοῦ καὶ στόχοι τοῦ ὅπλου.
Χαϊδεύω τὸ σκύλο, ρίχνω μία πέτρα, γεμίζω τὸ ὅπλο.
Σημαδεύω τὸ φεγγάρι, πέφτει τὸ φεγγάρι
καὶ τότε λέω τό ῾ριξα ῾γώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.

Γύρω γύρω ὅλοι, δεμένοι μὲ σοῦστες,
φεύγουν ταξίδια, πᾶνε γιὰ μπάνιο
κι ἐγὼ στὴ μέση στημένος
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
στὴ μέση ἀρχηγός, ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Μὲ μάτια ποὺ καῖνε ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες.

Ὁ ἥλιος βαράει κι ἡ ὥρα δὲν περνάει,
κι ἐγώ, στὴ μέση στημένος,
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Τὸ κίτρινο αὐτοκίνητο μὲ θλίβει ἀφάνταστα
γιατὶ δὲν μπορῶ ποτὲ νὰ τὸ ἐλέγξω.

Πάντα τὸ ξεχνάω καὶ πάντα, πάντα περνάει
νὰ μοῦ φέρει τὴ θλίψη
καὶ τότε κλαίω, καὶ κλαίω πάντα,
ἐγώ, ὁ τρελός, μοναχός.

Αργύρης Μπακιρτζής

Αποστολή διασώσεως


[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971)
Τάσος Κόρφης

Σουγιάς



Τα μάτια σου ανοίγαν τα πλευρά μου
όπως ένας σουγιάς ανοίγει μια παλιά κονσέρβα
και χύνεται το σαπισμένο υλικό της.

Τίτος Πατρίκιος

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Το περιέχον περιεχόμενον

γ'

Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
που πιάστηκε σ’ αυτή
Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου
Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας
Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό
Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου

Αργύρης Χιόνης

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.
Έχουν αλλάξει όλα
κάτω απ΄τον ίδιο ουρανό.
Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ουρανού που κλείνει.
Σ΄αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μιχάλης Γκανάς

Για τον άνεμο.


(VI)

Άμισθος εργάζεται ο αέρας. Σαν ασθενοφόρο
σπεύδει, μόλις, απ' το κινητό του,
λάβει σήματα
της άπνοιας.
Και ως θεράπων, πάνω από το ύπτιο
σώμα της λιποθυμίας τρυφερά
σκύβει.

Μανόλης Πρατικάκης

Για την εκείνη πλευρά

Μεσημεριανή ζέστη. Ζάλη.
Πόρτα βιβλιοπωλείου. Βαριά.
Αυστηρή μορφή. Επιβλητική, πίσω από τον πάγκο.
Σαχτούρη, λίγο Σαχτούρη δώστε μου.
Τέτοια δηλητήρια δίνονται μόνο κατόπιν συνταγής,
κύριε.
Είμαι ο Ισραήλ Βαραντσιόφσκι
και ασκώ το δικαίωμά μου στην σιωπή.
Κλείσιμο πόρτας. Πτώση αυλαίας.
Ενδοφλέβιος οργασμός
Ολοκληρωτικός
Σε ταχύτητες ακραίες
Κι ύστερα
Στα σιντριβάνια
Τα κοκόρια ξενύχταγαν
Τον ήλιο και τον θάνατο

Χρήστος Διαμαντής

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος

Γιατί και η ποίηση επαιτεία είναι
 αλλά στο τέλος

 
Ι.
 
Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες
 
Γνωρίζω που γεννούν τ¢ αβγά τους οι υλακές
           
                 όλα στο στήθος σύρριζα
 
αν αγαπήσεις τους γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλει τους επαίτες
 
Αφού σου το ¢πε και στον ύπνο σου:
 
«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο
           
Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως
                                               
κυρίως
 
αυτούς που φεγγαρώθηκαν
 
εγώ θα τους βυζάξω»
 
   
 
ΙΙ.
 
Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
 
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
                       
ειδάλλως γύρνα πίσω
                       
και μη γελάς
 
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

  Γιάννης Στίγκας  

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Απόπειρα θεοδικίας στο κακό τσιπουράδικο


Αφού είν’ ο Θεός εκείνο το σμήνος τα πουλιά
που πέταγε κατ’ απ’ τα δέντρα
μετά από βροχή στο πατρικό μας σπίτι
πώς καταλήξαμε εδώ που έγιν’ η ζωή
ένας βρεγμένος δρόμος
κ’ η βρωμιά
που μαζεύουν κάθε βράδυ τα πεζοδρόμια;

Και πώς δεχτήκαμε να στήσουμε τραπέζι
μπροστά σ’ αυτό το κωλομάγαζο;

Χρήστος Κολτσίδας

Επιστροφή

Ήρθε από κει που δεν υπάρχει ήχος
μέσα απ’ την ψυχρότητα των χρωμάτων
Φορά την κάπα των βοσκών
πιάνει τον ήχο των νερών
τις στάλες στα παράθυρα και τον ιδρώτα στο γένι
Φωλιάζει στα όμορφα χαμόγελα
Κουβαλά στο κεφάλι κούφιο ξύλο
και μιαν αχτίδα σεληνόφως
Βάζει προσκέφαλο το άλμα των βατράχων
και δεν κοιμάται ποτέ
Κρεμάει για φυλαχτό στο κεφαλάρι
τραγίσιο κέρατο αιχμηρό

Λέει
Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες.

Από τη συλλογή Τα ορεινά,
Χρήστος Κολτσίδας

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Υπόγειο

Τους ήλιους δεν εμέτρησες
που σε ζητήσαν τόσα χρόνια
πού ‘σαι γυναίκα
με τα γαλάζια τσίνορα

Σ’ έκρυψε στο φουστάνι της
η μαραμένη κοπέλα
πέντε χειμώνες σ’ έθαψαν
σε χιόνι λασπερό

Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται
απ’ τη νιότη σου
γι’ αυτό νωρίς βραδιάζει
πριν χορτάσεις
το μεσημέρι καίει
στα ψηλά τα δώματα
το κύμα του ξανθό
λούζει τους δρόμους

Πεθαίνεις με τους ποιητές
κάθε ηλιοβασίλεμα
τα χέρια σου μυρίζουν
απ’ τα μαλλιά τους
χτυπάει η καμπάνα
που δεν πιστεύεις πια
σε ξένη αυλή συνομιλείς
με το φεγγάρι

Σου ‘φερε ο Μυλόζ
φέτος την άνοιξη
την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί
φουρτούνιασε τη γειτονιά
το φιλντισένιο αμάξι του
γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,
στα περιβόλια θα σε δείξει

Έχεις ένα χαμόγελο
από μαργαριτάρια
ψαράδες Σικελοί
στο ταίριαξαν να το φοράς
ψάξε και βρες το
πριν σε κλείσει η νύχτα
σ’ ένα υπόγειο βαθύτερο
από τούτο

Ρίτα Μπουμή-Παπά

H μοίρα μας

Πόσοι μας αγνοούν, Θεέ μου,
Από τα μακρινά τ’ αστέρια σου
Μέχρι τον ένοικο του πλαϊνού σπιτιού…
Πόσοι δεν ξέρουν πως τους αγαπούμε
Πόσοι δεν ξέρουνε πως χτίζουμε γι’ αυτούς
Για τα παιδιά τους
Για τα εγγόνια τους
Πόσοι δεν ξέρουνε την αυταπάρνηση μας
Τη μοναξιά μας
Πόσοι κοιμούνται δίχως να μας πουν καληνύχτα
Όταν γι’ αυτούς ξενυχτούμε σ’ ένα τραπέζι με μια λάμπα
Πόσοι δεν νιώθουνε το χάδι μας σαν να τους τυλίγει
Πόσοι θαρρούν πως είμαστε φαντάσματα, βρυκόλακες
Όταν μπροστά στη ρέμβη τους περνούμε ως ίσκιοι
Πόσοι δεν μας υποψιάζονται καθόλου
Πόσοι δεν μας προσέχουν
Πόσοι δεν μας ακούνε ν’ αλαλάζουμε στην έρημο
Πόσοι στο δρόμο μας προσπερνούν ανίδεοι
Μη ξέροντας πως είμαστε η ψίχα της καρδιάς τους
Πόσοι, Θεέ μας, μας περιγελούν
Που περπατούμε ανάλαφροι κι αφηρημένοι
Πόσοι ξαφνιάζονται
Πόσοι ακόμα και τρομάζουν
Γιατί περνώντας τους χαμογελούμε.
Ρίτα Μπουμή-Παπά

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Έρωτας της ενοχής

Έρωτας της ενοχής
Ή μήπως
Ενοχή του έρωτα
Όταν κατανικήσεις
Τη δειλία της παραδοχής
Θα λες τα πράγματα
Με τ’ όνομά τους
Θα βρεις τον τρόπο
Να στηρίξεις επιτέλους
Μια δίκαιη θέση

Κλείτος Κύρου

Ώρα βουβή

Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
Και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
Κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.
Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
Και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
Που να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;
Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
Αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας,
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
Τα στυγερά λεπίδια της οργής.
Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
Κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
Που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Κλείτος Κύρου

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Απόψε


Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απ’ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί

Κώστας Ταχτσής

Επίγραμμα σ'αυτόχειρα


Πήρε μια σφαίρα και τη φύτεψε
σε μια γλάστρα άδεια
του ’χανε πει ο θάνατος
βγάζει ωραία λουλούδια.

Κώστας Ταχτσής

Ο καιόμενος


Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Τάκης Σινόπουλος

Οι γάτες των φορτηγών


Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

Νίκος Καββαδίας

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Διδασκόμενοι τα Σχήματα (1)

Πέντε φοιτητές
με λευκές κοντές ιατρικές ποδιές,
με τσέπες γεμάτες κάρτες σημειώσεων,
με μεταλλικές διχάλες διαπασών (2),
μ’ ολοκαίνουργια στηθοσκόπια.
Απαιτώντας τη συγκατάθεση των ασθενών
εφαρμόζουμε μ’ ένα ξερό κρότο τα λαστιχένια γάντια,
αλείφουμε τους δείκτες μας με ζελ Κ-Υ,
τους αναποδογυρίζουμε, ανοίγουμε τα σκέλη τους
και μετά εισδύουμε κατά μόνας, ένας προς έναν
για να διδαχθούμε τα ένδον σχήματα:
λείο κάστανο, μαλακό πορτοκάλι,
πέτρα σε λασπωμένο χωράφι.
Αφού σφουγγίσουμε το ζελ
πλένουμε επιμελώς τα χέρια μας,
τα δάκτυλά μας, τόσο ευαίσθητα, όταν ψηλαφούμε
όπως ενός τυφλού μουσικού των μπλουζ
που ακούει την κάθε νότα
μια ελάχιστη στιγμή πριν
αγγίξει την κουρδισμένη ατσάλινη χορδή.

1. Το ποίημα αναφέρεται στην ιατρική πράξη της δακτυλικής εξέτασης του προστάτη.
2. Ιατρικό όργανο για την εξέταση της ακοής.

Richard Berlin

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Του λυπημένου

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.
Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.
Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.

Χρήστος Μπράβος

Νανούρισμα

Μες στου νεκρού το μάτι
κοιμούνται δέντρα και πουλιά.
Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς
μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ’ ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά
στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.
Μα οι μάνες που μαραίνονται
για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.΄

Χρήστος Μπράβος

Άστρα

Καπνίζουν κ’ οι άγγελοι, είπε.
Άμα σηκώσετε τη νύχτα
το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
τις κάφτρες των τσιγάρων τους.
Τι καφενείο τι ουρανός
ντουμάνι και φτυσιές
κι αέρας σάπιος
(κι ο κάτω κόσμος
στάχτες κι αποτσίγαρα).

Χρήστος Μπράβος

Μήκος χρόνου

Στον Μιχάλη Γκανά

Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.
Εκείνος θα ‘ρχεται απ’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.
Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης

Χρήστος Μπράβος

Οικογενειακό νεκροταφείο

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους

Χρήστος Μπράβος

Ρήμαγμα


Τις παγωμένες νύχτες,
όταν κι ο τελευταίος τράχηλος σ' αρνείται,
ποια αρετή σου μένει ακόμα να ρημάξεις,
ποια χαρά να στολίσεις τα όνειρά σου,
ποια αθωότητα να δικαιωθείς;

Τις παγωμένες νύχτες,
ψυχή μου, πώς αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα,
εσύ που αναζήταγες τον ουρανό;

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954)
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Άτιτλο

Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
Και θα λέμε ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.
Ότι δεν ήρθαμε άδικα στη ζωή.
Ότι δε γίναμε άδικα βάρος στη γη.
Ότι κάτι αφήσαμε πίσω μας.
Και θα’ χουμε ρυτίδες στα πρόσωπα.
Κάθε ρυτίδα και μια χαρακιά.
Για κάθε στιγμή αγωνίας.
Για κάθε αιωνιότητα μοναξιάς.
Όσοι φοβούνται τις ρυτίδες,
φοβούνται το παρελθόν τους,
το ανούσιο παρόν τους,
το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους.
Μισούν τον εαυτό τους. Αυτό που γίνονται.
Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του.
Κι εμείς θα τα φέρουμε περήφανα.

Τάσος Θεοφίλου

Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα


Όταν κοιτάζω και ξανακοιτάζω αυτή την πολυχρωμία του κόσμου, όταν παρατηρώ και ξαναπαρατηρώ, όταν χαμογελώ, όταν ξελογιάζω, όταν κλαίω ελπίζω, φοβάμαι, απολαμβάνω, χάνω – τότε συγκεντρώνω όλη την ακτινοβολία σε ένα Σύνολο, τότε χαίρεται η ψυχή μου, χτυπά και βουίζει το αίμα μου ανάβει το πάθος μου.
Δική μου, τι θέλει να πεί αυτή η λέξη; Δεν είναι αυτό που κατέχω είναι αυτό που ανήκω, που περιέχει ολόκληρη την οντότητα μου, που είναι τόσο δικό μου όσο είμαι δικός του.

Soren Kierkegaard


Το Παιχνίδι της Τυφλόμυγας


Η αναγγελία της Γιορτής της Τυφλόμυγας από το Δημόσιο Ταξιθέτη έγινε δεκτή με κάποια δυσπιστία στην αρχή, αλλά στη συνέχεια με ανυπόκριτο ενθουσιασμό, επειδή όλα τα παιχνίδια, εκτός από το κυνηγητό -ιδιαίτερα το κρυφτό κ ο πετροπόλεμος-, είχαν απαγορευτεί εδώ κ πέντε χρόνια.

Οι κανόνες ήταν σχετικά απλοί: οι φιλόνομοι πολίτες έπρεπε να φορέσουν σκούρο πανί στα μάτια κ να αμολυθούν στους δρόμους παίζοντας τυφλόμυγα.

‘Όταν έφτασε η καθορισμένη μέρα δεν έμεινε ούτε ένας να μη φόρεσε μαντίλι. Όσοι αρνήθηκαν, όπως ο Μενέλαος ο οφθαλμίατρος για παράδειγμα, που ήθελε σώνει κ καλά να παίξει πετροπόλεμο, έφαγαν κάμποσες γονατιές στα αχαμνά, μπούκωσαν αίμα κ άλλαξαν γνώμη.

Η επιτυχία του παιχνιδιού ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Πολύχρωμα ποτάμια κόσμου πλημμύρησαν πλατείες, δρόμους, πάρκα, γήπεδα, νταμάρια, ουρητήρια, αλάνες, αδιέξοδα κ γενικά όλους τους δημόσιους χώρους.

Αρχιμανδρίτες κ φαντάροι κυνηγούσαν αστρονόμους, χειρομάντες κ ζαχαροπλάστες πασπάτευαν λοστρόμους κ αυστηροί ειρηνοδίκες έβαζαν χέρι σε ξεμαλλιασμένες ταξιθέτριες με κοντά καλτσάκια..

Ξαναμμένοι, λαχανιασμένοι, αλαλιασμένοι από συγκίνηση, έτρεχαν όλοι από χίλιες μεριές, σκοντάφτοντας κάθε τόσο σε ματωμένα κράνη κ διαμελισμένα πτώματα ποιητών.

Γέλια, σφυρίγματα, ποδοβολητά κ χαρούμενες φωνίτσες. Ακούστηκαν βέβαια κ μερικά σκουξίματα όπως του Μενέλαου, που πήγε να κάνει ματάκι κ του φόρεσαν ζουρλομανδύα, οι περισσότεροι φιλόνομοι πολίτες όμως, ιδιαίτερα οι εφαψίες, διασκέδασαν με την ψυχή τους.

Κατά τις έξι, ξεθεωμένοι κ εξαντλητικά ψυχαγωγημένοι, περίμεναν οι παίχτες να ακούσουν το σφύριγμα της λήξης, όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν ότι απαγορεύεται να βγάλουν τα μαντίλια, επειδή κατόπιν επισταμένων μελετών οι ειδικοί των επιχορηγούμενων ερευνητικών κέντρων είχαν διαπιστώσει ότι οι κερατοειδείς χιτώνες των κατοίκων είχαν καταπονηθεί από τα έντονα φώτα των απατηλών διαφημίσεων κ τα δυσανάγνωστα στοιχεία των κακοτυπωμένων προκηρύξεων. Μια περίοδος εθελοτυφλίας ήταν απαραίτητη για ν’ αποτραπεί το ενδεχόμενο ανεπανόρθωτης βλάβης στην όρασή τους.

Διακεκριμένος οφθαλμίατρος, που επιβεβαίωσε τη μαζική αυτή διάγνωση με στατιστικά στοιχεία κ παραπομπές στη βιβλιογραφία της Μεγάλης Άρκτου, διορίστηκε αυθημερόν Υπουργός Οφθαλμαπατών. Υποδεέστεροι οφθαλμίατροι όπως ο Μενέλαος για παράδειγμα, που διατύπωσαν ορισμένες αντιρρήσεις, γλίστρησαν στη σκάλα του φρενοκομείου, υπέστησαν πολλαπλά κατάγματα κ το Πρώτων Βοηθειών, που τους διαμετακόμιζε στο παρθεναγωγείο για να επιλέξουν νοσοκόμα, έπεσε στο γκρεμό επειδή, ο σοφέρ δεν είχε συνηθίσει να οδηγεί με διπλό μαντίλι στα μάτια…

Έγινε βέβαια κάποιο σούσουρο, ακούστηκαν κάτι ριπές, κάτι άριες, κάτι υστερικές κραυγές, κάτι «οχ!» κ «μη!» κ «άντε από κει» κ «έλα Χριστέ μου!», αλλά όλες τούτες οι παραφωνίες πνίγηκαν στα τροπάρια, τις ψαλμωδίες κ τα συναρπαστικά θούρια που ξεχύνονταν από τα μεγάφωνα.

Σιγά σιγά οι υπήκοοι εξοικειώθηκαν με τη νέα τους κατάσταση. Μερικοί μάλιστα προτιμούσαν χίλιες φορές να βλέπουν τηλεόραση ή να επιδίδονται σε ερωτικές περιπτύξεις φορώντας τα μαντήλια. Άλλοι, πάλι, διανοούμενοι αυτοί, υποστήριξαν ότι επετεύχθη επιτέλους η επιθυμητή ισότης μεταξύ αόμματων κ οξυδερκών, ένα δίκαιο μέτρο κοινωνικής πρόνοιας, κ ένας θρησκευτικός ηγέτης κήρυξε από του άμβωνος ότι η παρούσα κατάσταση προσφέρει στους πιστούς αλλά κ στους αναξιόπιστους μια σπάνια ευκαιρία για ενδοσκόπηση, άσε που πλήττει θανάσιμα τους οφθαλμοπόρνους.

Μερικοί, αθεράπευτα αισιόδοξοι αυτοί, περίμεναν με συγκινητική όντως υπομονή να ξημερώσει η ευλογημένη μέρα που θα μπορούσαν να βγάλουν επιτέλους τα μαντίλια κ με ξεκούραστα μάτια να ατενίζουνε το μέλλον.

Οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν με το χειρότερο τρόπο όταν το Υπουργείο Οφθαλμαπατών ανακοίνωσε ότι η κατάσταση μονιμοποιείται, επειδή βάρβαρες ορδές τεράτων είχαν ενσκήψει από τη Μεγάλη Άρκτο. Τα ευδιάκριτα αυτά τέρατα κυκλοφορούσαν ασύδοτα στις αρτηρίες της πολιτείας. Αν τα έβλεπαν οι κάτοικοι κινδύνευαν να τυφλωθούν από τις ακτίνες που τίναζαν τα ματωμένα του ρουθούνια.

Η επόμενη ανακοίνωση ήταν ακόμα πιο καθησυχαστική.: από εδώ κ πέρα, για καλό κ για κακό, μετά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου, ο Δημόσιος Ταξιθέτης θα φορούσε σε κάθε νεογνό ένα μαύρο βελούδινο μαντίλι, δωρεάν προσφορά του κράτους. Αυτό επιβάρυνε βέβαια τον προϋπολογισμό, αλλά υπήρχα βάσιμες ελπίδες ό,τι σύμφωνα με τους αναθεωρημένους νόμους της κληρονομικότητας, μετά από γενεές τα μωρά θα άρχιζαν να γεννιούνται με μεμβράνη στα μάτια , απαλλάσσοντας το Δημόσιο από περιττές δαπάνες.

Αυτή τη φορά σχεδόν κανείς δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των λεγομένων. Όσο για τους ελάχιστους δύσπιστους που διατύπωσαν αντιρρήσεις κ υπέβαλαν ερωτήσεις, επειδή θυμήθηκαν το μακαρίτη το Μενέλαο, που τους τα ‘λεγε αλλά δεν τον άκουγαν, κανείς δεν είδε τι απόγιναν –πώς να δει άλλωστε;…

Η οικονομία της χώρας όχι μόνο προσαρμόστηκε αλλά κ ωφελήθηκε από την ιδιόρρυθμη αυτή κατάσταση –ιδιαίτερα ο τουρισμός. Πλήθη αλλοδαπών συνέρρεαν στη χώρα κ χάζευαν, φωτογράφιζαν, έβγαζαν τη γλώσσα κ θαύμαζαν τους κατοίκους που είχαν μάθει να εργάζονται, να παίζουν ποδόσφαιρο, να παζαρεύουν, να ελίσσονται κ να ερωτοτροπούν με μαντίλια τυφλόμυγας στα μάτια. Μερικοί μάλιστα είχαν την ευκαιρία να δουν κ τα έρποντα τέρατα που κυκλοφορούσαν στο δρόμο κ επόπτευαν τους μαντιλοφόρους.

Από τη συλλογή του "Ερωτευμένου Πυροσβέστη"
Ευγένιος Τριβιζάς

Η άλλη Βαβέλ



Και ο καθένας μιλούσε τη δική του γλώσσα. Κι είχε ο καθένας τη δική του φωνή. Κι έχτιζαν οι γιοι του ανθρώπου έναν πύργο που η κορυφή του θ’ άγγιζε τον ουρανό.

Δεν είχαν ανάγκη να μιλούν για να συνεννοούνται: τα μάτια καθρέφτιζαν τη σκέψη τους. τα δάκρυα την απογοήτευση, οι ρυτίδες την κούραση, τα χαμόγελα την ικανοποίηση τους. Δούλευαν σιωπηλά, αρμονικά. Και ο πύργος υψωνόταν.

Και ο Προγραμματιστής κατέβηκε να δει τον πύργο που είχαν χτίσει οι γιοι του ανθρώπου. Και τους έκανε να μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, έτσι που να εννοεί ο ένας τα λόγια του άλλου.

Άρχισαν τότε να γεύονται τις λέξεις, να πείθουν, να μεταπείθουν, να διαφωνούν, ν’ αντιγνωμούν για το χρονοδιάγραμμα, τους σκοπούς, το ρυθμό, τους στόχους. Άρχισαν να δυσφορούν, ν’ αναθεωρούν, να δημηγορούν, να κατηγορούν. Χωρίστηκαν σε ομάδες εχθρικές.

Όπλα έγιναν τα εργαλεία. Πολλοί σκοτώθηκαν. Δε χτίστηκε, ποτέ δε θα χτιστεί ο πύργος.

Από τη συλλογή του "Ερωτευμένου Πυροσβέστη"
Ευγένιος Τριβιζάς

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Το μαγικό δαχτυλίδι


Όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι, μάγια.
Φόρεσε δαχτυλίδι το Μηδέν και ξόρκισε τη Μάγια.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977)
Γιάννης Υφαντής

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Τα βομβαρδιστικά


Είμαστε η Αμερική.
Είμαστε αυτοί που γεμίζουν τα φέρετρα.
Είμαστε οι μπακάληδες του θανάτου.
Τους συσκευάζουμε σε καφάσια σαν κουνουπίδια.

Η βόμβα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών.
Και το παιδί ;
Το παιδί δεν χασμουριέται βέβαια.
Κι η γυναίκα ;
Η γυναίκα λούζει την καρδιά της.
Της την έχουν ξεκολλήσει
Και σαν μια τελευταία πράξη
Την ξεπλένει στο ποτάμι.
Αυτό είναι το παζάρι του θανάτου.

Αμερική,
Που είναι τα δικαιολογητικά σου ;

Anne Sexton

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Είναι πως κάποια μέρα

Είναι πως κάποια μέρα
εκεί που βρισκόμουν
και τέτοιος που ήμουν
δεν ήμουν πια παρθένος
ούτε ακέραιος
ούτε ελεύθερος
ούτε μόνος
ούτε στην αρχή
ούτε η αρχή
και ήμουν πάντα εγώ
μα ο μιαρός των όντων με είχε ξεχάσει
και είχε γαντζωθεί στην αρχή
τότε είπα
ότι με την σκέψη δεν υπάρχει αρχή
κι ότι εγώ ήμουν η αρχή στο κορμί μου
όσο για τις ρυπαρότητες που με καλύπτουν
θα πλυθώ με μια βούρτσα αγριάδας
και μια που δεν υπάρχει πνεύμα που να βγαίνει από το σώμα μου
και να το χαρακτηρίζει
κι ούτε σκέψη σχετική με τις πράξεις του σώματός μου,
οι πράξεις του σώματός μου περιορισμένες μοναχές στον εαυτό τους
δίχως την ακτινοβολία τους
ή τη στόφα τους
ή το λουλούδισμα
της σκέψης
που είναι το σημείο, όπου η αμαρτία γαντζώθηκε
για να με χαντακώσει
δημιουργώντας μου μια τύψη
να κάνω ή να μην κάνω
να είμαι ή να μην είμαι
να θέσει μ’ όλους τους τρόπους το πρόβλημα της ζωής έξω απ’ το σώμα
σ’ ένα προβληματικό διάστημα, χιμαιρικό, φανταστικό, κ. τ. λ.
ό,τι είναι ωραίο
θα γίνει ωραίο σε δέντρα, λουλούδια, χόρτα,
μα ποτέ σε σκέψη
και να δούμε ακόμα, αν σε δέντρα, λουλούδια, χόρτα,
οτιδήποτε, είναι στα όρια του αδημιούργητου αντιληπτού.
Το αδημιούργητο, είναι το αγνό μηδέν.

Antonin Artaud

Σκατά στο πνεύμα

Μετά τον ρομαντισμό,
ο συμβολισμός,
ο ντανταϊσμός,
ο σουρεαλισμός,
ο λετρισμός
και ο μαρξισμός,
δηλαδή εκατό “σχολές” πολιτικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής ανατροπής, υπάρχει μια λέξη, ένα πράγμα, που έμεινε όρθιο, μια αξία που έμεινε αναλλοίωτη, που διατήρησε σε πείσμα όλων την υπεροχή της, είναι η λέξη και το πράγμα πνεύμα,
η αξία που προσδίδεται στο πνεύμα,
η αξία του πράγματος πνεύμα,
λες και θ’ αρκούσε να προφέρουμε την μαγνητική αυτή λέξη,
λες και θ’ αρκούσε να την αφήσουμε να ξεπηδήσει στη γωνιά μιας σελίδας, για να έχουν ειπωθεί όλα.
Σαν να εννοείτο, πράγματι,
και σαν αρχή και σαν ουσία, ότι το πνεύμα είναι η έμφυτη έννοια, η αξία υπόδειγμα,
η λέξη κορυφή,
που από το σημείο αυτό και πέρα, ο παλιός αταβιστικός αυτοματισμός του ζώου που ονομάζεται άνθρωπος θα έπαυε να κλυδωνίζεται.
Γιατί το φορείο θα ήταν καλά στερεωμένο στη θέση του.
Παντού ήταν αναμφισβήτητο, μετά από, δεν ξέρω κι εγώ πόσα, χρόνια Καββαλισμού, ερμητισμού, μυσταγωγίας, πλατωνισμού και ψυχουργίας,
ότι το σώμα είναι τέκνο του πνεύματος, του οποίου φαίνεται να είναι η διόγκωση,
το σύμφυρμα ή ο μαγικός σωρός
και πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σώμα που να μην είναι, στο τέλος της φυσικής πορείας, η κατάληξη μιας σκοτεινής σύζευξης του πνεύματος με την ίδια του τη δύναμη, το όριο μιας διαδρομής επιλεγμένης απ’ το ίδιο το πνεύμα κατά την πορεία του,
σαν να μην μπορούσε να υπάρχει σώμα, εάν δεν υπήρχε κάπου το πνεύμα,
σαν η κατάσταση που αποκαλείται σώμα, το πράγμα που ονομάζουμε σώμα, να ήταν ουσία και φύσει κατώτερο από την κατάσταση πνεύμα και να πήγαζε απ’ αυτήν.
Σαν το σώμα να ήταν η άμαξα και το πνεύμα, το άλογο, που οδηγείται από ένα άλλο πνεύμα που ονομάζεται αμαξάς.
Σαν το σώμα να είναι οι εργάτες του εργοστασίου και το πνεύμα, το αφεντικό, το οποίο έχει επινοήσει το αλυσσόδεμα των εργατών στη διαδικασία παραγωγής.
Σαν το σώμα να ήταν το κορμί όλων των στρατιωτών που σκοτώνονται υπό τις διαταγές αυτού του μεγάλου πνεύματος, του Στρατηγού, που τους στέλνει να σφαγιασθούν.
Σαν να ήταν αυτονόητο για τη ζωή ότι το σώμα είναι αυτή η βρωμερή ουσία μέσα στην οποία το πνεύμα κάνει το ποδόλουτρό του, όπως ένας καπουτσίνος ξεπλένει τις μπότες του μέσα στο λουτρό αίματος του πολέμου.
Και το σώμα δεν έχει παρά να το βουλώσει.
Θα ήθελα να δω το σώμα ενός πνεύματος να οργανώνει τα μελλοντικά του κοιμητήρια.
Αλλά πιο πριν, θα ήθελα να μιλήσω για τους εφιάλτες.
Αστεία ανακολουθία, δεν είναι;
Να περνάς έτσι ξαφνικά και κτηνώδικα από το πνεύμα στους εφιάλτες.
Οι εφιάλτες προέρχονται απ’ τους παλιανθρώπους, απ’ όλους τους αρνητές του σώματος,
απ’ όλους τους πλήρεις πνεύματος, που ασκούν μαγεία για να ζήσουν και που δεν έχουν βιώσει παρά μόνο πνεύμα, δηλαδή τη μαγεία.
Χωρίς τους υποστηρικτές της καθαρότητας του πνεύματος,
του καθαρού πνεύματος σαν αρχή των πραγμάτων και του Θεού ως καθαρού πνεύματος,
δεν θα υπήρχαν εφιάλτες.
Και όλοι βέβαια, από τότε που υπάρχει η γη, έχουν να παραπονεθούν για έναν εφιάλτη, να του προσάψουν, μόλις ξυπνήσουν, ότι τους βασάνισε τη νύχτα, χωρίς όμως να δώσουν μεγαλύτερη σημασία,
χωρίς να δώσουν προσοχή στην σοβαρότητα του γεγονότος.
Δεν γνωρίζουν ότι ο εφιάλτης είναι η είσοδος του παραλογισμού από το κενό,
η αναρχία μέσα στην κανονική λογική του μυαλού τους,
το δηλητήριο που ρίχνεται στην ευμάρεια, μια παρέμβαση από κάτω προς τα πάνω, ότι είναι η σταγόνα του μίσους κάποιου άλλου, που κυλάει στη βραδυνή αναπνοή τους, η ενστάλαξη μιας νύμφης του πνεύματος, ένα δάκρυ καθαρού πνεύματος που αθόρυβα εισήχθη στο σώμα τους, από κάθε τι που είναι αδυναμία, απουσία, κενό, μίσος, αρρώστια ή επιθυμία.
Ο εφιάλτης λοιπόν, για την πλειοψηφία των κοιμωμένων στη γη δεν είναι παρά μια ωραία ιστορία που διηγούνται μόλις πεταχτούν απ’ το κρεβάτι.
Κάτι σαν διήγημα του Έντγκαρ Πόε, του Ερμάν Μελβίλ, του Χόφμαν, του Λαμότ Φουκέ, του Ναθαναέλ Χώθορν, του Λιούις ή του Καμίσο,
των οποίων το όνειρό τους παρέχει το υλικό για την απεικόνιση τάχα της ζωής,
αλλά δεν υποψιάζονται,
δεν αντιλαμβάνονται,
πως κάποιοι άνθρωποι ψάχνουν μεθοδικά, μέσα στο όνειρο, τον τρόπο για να σταματήσουν τη ζωή, να αποκτήσουν αυτοί οι ίδιοι ζωή, εις βάρος της στρεβλωμένης αγωνίας του κοιμώμενου που αυτοί έχουν κυριεύσει.
Με ποιο τρόπο;
Επωφελούμενοι απ’ τον ύπνο του ανθρώπου,
από την χαλάρωση που προσφέρει ο ύπνος στον άνθρωπο, για να ξεριζώσουν από τη φυσιολογική ροή του μοριακού τρόπου ύπαρξης ενός ανθρώπου, μια μικρή φέτα ζωής, ένα μικρό αιμάτινο δίκτυο ατόμων που θα τους χρησιμεύσει για να θρέψουν τη δική τους ζωή.
Ένας εφιάλτης δεν είναι ποτέ τυχαίο συμβάν, αλλά συμφορά ολόδική μας, ξαμολημένη από μια πουτάνα, από το στόμα ενός βαμπίρ που μας βρίσκει πολύ πλούσιους σε ζωή και που δημιουργεί, με ορισμένες σταλαγματιές αλληλεπιδράσεων μέσα στις σκέψεις μας,
καταστροφικά κενά στις διαδρομές των αναπνοών του κοιμώμενου σώματός μας το οποίο νομίζει ότι έχει γλιτώσει από τις έγνοιες.
Είναι οι άνθρωποι λοιπόν που δημιουργούν αυτούς τους εφιάλτες, αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι πνεύματα που θέλησαν να παραμείνουν στο πνεύμα χωρίς να προχωρήσουν πιο μακριά στη ζωή.
Και τι είναι το πνεύμα;
Το πνεύμα πραγματικά.
Εννοώ πέρα από τη Φιλοσοφία.
Και γιατί το σώμα να προέρχεται από το πνεύμα και όχι το πνεύμα από το σώμα;
Γιατί το πνεύμα να περιέχει τις αξίες και το σώμα να θεωρείται απλώς η άθλια κατοικία τους, η υλική τους ενσάρκωση;
Λες και υπήρξε ποτέ κάποιο μυστήριο που ονομάζεται ενσάρκωση.
Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα;
Αν σκεφτούμε καλά, καμία.
Γιατί το σώμα ξέρουμε τι είναι, αλλά το πνεύμα,
ποιος είπε πως ήταν η αρχή εκείνου απ’ όπου ξεπηδά ό,τι υπάρχει στη ζωή;
Είναι το πνεύμα που έχει τα δεδομένα.
Μέσα σ’ αυτό είναι που βλέπουμε τις ιδέες, τα μητρικά αυτά μαστάρια απ’ τα οποία τρέφεται ο,τιδήποτε έχει ενέργεια.
Αλλά, μας την σπας, Πλάτωνα. Και σεις, Σωκράτη, Επίκτητε, Επίκουρε, Καντ, ακόμα κι εσύ Καρτέσιε.
Γιατί μπορούμε εύκολα ν’ αντιστρέψουμε το πρόβλημα και να πούμε πως το πνεύμα δε θα είχε υπάρξει, ούτε οι αξίες και τα δεδομένα του, αν το σώμα, που τις διέδωσε, δε βρισκόταν εκεί, τη στιγμή που το πνεύμα, πάντα βρισκόμενο σε ακινησία, αρεσκόταν απλώς να τις κοιτάζει, περιμένοντας να τις σοδομίσει απ’ την πρώτη στιγμή.
Αφού χωρίς την αρχή του σοδομισμού, δεν θα απέμενε πλέον στο πνεύμα παρά να αδειάσει εξίσου τη γη και το μεγάλο κενό των πλανητών, το οποίο ο Πλάτωνας, αυτός ο θλιβερός ημιμαθής, νόμισε κάποια μέρα ότι ήταν επιπλωμένο με ιδέες, που κανείς ποτέ δεν συνάντησε.
Γιατί το πνεύμα είναι μια πομφόλυγα, μια απάτη.
Ένα είδος στοιχειωμένου καπνού που δε ζει παρά μόνο απ’ ό,τι απομυζά από το σώμα, για να κάνει με κόπο μια κίνηση και όχι μια σκέψη ή μια υπόθεση.
Γιατί τι είναι αυτές οι σκέψεις, οι υποθέσεις, οι αξίες και οι ιδιότητες;
Έννοιες χωρίς ζωή που υλοποιούνται μόνο όταν το σώμα τις αποβάλει, δημιουργώντας μια μεγάλη εφίδρωση για να τις αναγκάσει να το εγκαταλείψουν.
Γιατί το σώμα δεν έχει ποτέ ανάγκη να του προσδιορίσουμε τι έκανε.
Χωρίς τις καθημερινές λειτουργίες του σώματος, δεν θα γεννιόταν ποτέ καμιά σκέψη και δεν είναι από το σώμα που γεννιέται, αλλά ενάντιά του, με την ευκαιρία μιας κίνησης δικής του, της οποίας η σκέψη, δηλαδή η σκιά, θέλησε να ζήσει από μόνη της, υπό την επήρεια των λεγόμενων πνευμάτων.
Αυτών των εξόριστων αερικών που ήθελαν να αποκτήσουν υπόσταση χωρίς όμως να κοπιάσουν για να την κερδίσουν.
Όταν κάποιος δεν έχει σώμα και είναι ένα τίποτα, όταν δεν έχει ακόμα αναπνεύσει, απαιτείται φοβερή θέληση για να καταφέρει να κατασκευάσει ένα τέτοιο σώμα και να κατακτήσει μ’ αυτό τη δυνατότητα να αναπνέει καθολικά.
Και αυτό δεν είναι θέμα σκέψης, αλλά μιας τρομερής φρίκης την οποία πρέπει να υπερπηδήσει.
Σ’ αυτό το σημείο είναι που ψόφησε ο μεγάλος αγύρτης,
ο απατεώνας,
ο μέγας γαμημένος από την πλημμύρα των καθαρών ουσιών,
που ως αρχή και ουσία και χωρίς σώμα για να τους αντισταθεί, δεν είναι παρά η τρύπα του αιώνιου περάσματος κάθε σκέψης ή υπόθεσης για ύπαρξη,
ο Θεός,
πνεύμα καθαρό, σκιά και δυνητικότητα.
Πολύ δειλά για να επιχειρήσουν να αποκτήσουν σώμα, τα πνεύματα, πτητικά αέρια, πιο ελαφριά και από κάθε επεξεργασμένο σώμα,
περιφέρονται στο στερέωμα ή στο κενό και η απουσία ζωής, το κενό τους, η απέραντη νωθρότητά τους τα περιορίζει στο πνεύμα.
Βλέποντας το σώμα του ανθρώπου να υπερτερεί, κατέληξαν να φαντάζονται ότι το ξεπέρασαν.
Για να μη περιφρονηθούν και απωθηθούν από τον άνθρωπο,
προσπάθησαν να προσδώσουν σ’ αυτό το κενό που αποκαλούμε πνευματική κατάσταση, στον ευνουχισμό του σώματός τους, αρσενικού ή θηλυκού, στην αδυναμία τους να αναγνωρίσουν ο,τιδήποτε έχει ζωή
και ενέργεια, ένα είδος επικίνδυνης σεμνότητας που στηρίχτηκε στην πιο βρωμερή μαγεία.
Το πνεύμα δεν υπήρξε ποτέ τίποτα άλλο από το παράσιτο του ανθρώπου, το σαράκι που άξιζε στο σώμα του, από τη στιγμή που δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ζωύφιο που δε θέλει να αναγνωρίσει την αξία της ζωής του.
Αλλά πώς ξεπετάχτηκε μια μέρα μέσα από τα αποκρουστικά αυτά βδελύγματα ο Θεός;
Αυτό η Ιστορία δεν το απεκάλυψε ποτέ.
* * *
Και λέω, ΣΚΑΤΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ.
Γνωρίζω καλά, από ποιες οργιώδεις περιπτύξεις των νυφών κατέληξε το πνεύμα να υπερισχύσει του σώματος, το οποίο ήταν προγενέστερο.
Γνωρίζω καλά ότι αυτό που αποκαλούμε πνεύμα δεν είναι παρά ένας πολτός χωρίς ύπαρξη, που απαξίωσε να σαρκωθεί και, για να αποκτήσει σώμα και να εξασφαλίσει την τροφή του, στηρίχθηκε πάνω σ’ αυτό που θα έχαναν τα εν ζωή σώματα,
στηρίχθηκε πάνω στα σώματα που θα αφαίμασσε.
Το σώμα που εργάζεται δεν έχει χρόνο να σκεφθεί και να παράξει, καθώς λένε, ιδέες.
Οι ιδέες είναι απλώς το κενό του σώματος.
Αλληλεπιδράσεις απουσίας και έλλειψης ανάμεσα σε δυο κινήσεις καταυγάζουσας πραγματικότητας, που το σώμα με την παρουσία του δεν έπαψε να επιβάλλει.
Δεν είναι μόνο ότι η ύλη ενεργοποιήθηκε πριν τη σκέψη,
είναι κυρίως ότι δεν ενεργοποιήθηκε,
δεν κατευθύνθηκε ποτέ προς το μέρος όπου η ψυχική αντίληψη σκιρτά, στο μέρος όπου εκδηλώθηκε η ζωή, διαλεκτική ή συλλογιστική, στο μέρος όπου η κουλτούρα κατόρθωσε να ξεκινήσει.
Είναι ότι το σώμα υπήρχε ανέκαθεν,
το σώμα, και ότι ο τρόπος ζωής και ύπαρξής του δεν είχε ποτέ να κάνει με το πνεύμα ή τη σκέψη, ούτε καν μ’ αυτό που αποκαλούμε ψυχή.
Το σώμα είναι ένα γεγονός που δεν έχει ανάγκη από ιδέες ή ευαισθησίες, αλλά που, απ’ τα βάθη της άραχλης σπηλιάς του, εποπτεύει τη στιγμή που ακόμα και η καρδιά δεν έχει το χρόνο να αισθανθεί ότι υπάρχει.
Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν βλέπω τον Κλωντέλ να ζητά τη βοήθεια των πνευμάτων των αρχών του αιώνα, μπορώ ακόμα να επιτρέψω στον εαυτό μου να γελάσει, αλλά όταν βλέπω στον Καρλ Μαρξ ή στον Λένιν την λέξη πνεύμα, σαν την ίδια και απαράλλαχτη παλιά αξία, όταν βλέπω την επίκληση της αιώνιας αυτής οντότητας σαν σημείο αναφοράς των πραγμάτων
λέω στον εαυτό μου ότι υπάρχει λέρα και παρτούζα και πως ο Θεός έγλειψε τον κώλο του Λένιν
και πως πάντα έτσι γινόταν
και πως δεν αξίζει να συνεχίσω,
δεν πειράζει,
είναι μόνο
ένας γαμημένος λογαριασμός
που πρέπει να τακτοποιηθεί.

Antonin Artaud 

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Είσαι, ψυχή μου

Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα κι έτσι θ`απομείνει.
Κατάμονη σε μι` άκρη, όπως εκείνη,
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ένας ακόμη θά `σουνα νεκρός
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.
Σαν αδελφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει
που γέρνει, συλλογίζεται κι αργεί
χαμένη ευτυχία να νοσταλγεί.
Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζι
όσα το βράδυ δάκρυα, την αυγή
στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.

Κ.Γ. Καρυωτάκης

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Η ατελής προδοσία

Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες το σεσημασμένο φιλί. Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας θα επιστρέψω εξολοκλήρου αυτό ναι, το θυμάμαι καλά κεντήθηκε με καυτή βελόνα τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου. Ξέρεις τι είναι προδοσία; Η ανάγκη φυγής που κυριεύει κάθε σώμα καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση όπως είναι η στάση της πίστης η στάση της αγάπης μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο με μόνη θέα νύχτα μέρα καρφωτή στα μάτια την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της. Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής ο αντζέντης της προδοσίας; Το προδοτικό φιλί. Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια με την αθανασία εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν οι οθόνες των αιώνων γιατί αυτό το φιλί είναι που διεγείρει την καταπιεσμένη αγριότητα προσηλυτίζει το αίμα στη θρησκεία του θανάτου εκείνο είναι που κόβει την ανάσα των θρήνων κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου είναι γιατί θυμάμαι ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας αλλά το προδοτικό φιλί της δεν μου το έδωσες. Γράψε μου σε παρακαλώ τη διεύθυνσή του.

Κική Δημουλά

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Κράτησα τη ζωή μου


«Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.»

Γιώργος Σεφέρης

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

το καταδίκασε


είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του
όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών
η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα
εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι
των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου
απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

Tristan Tzara

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση


(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η “ΤΕΧΝΗ'-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι
Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες
ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή
Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ
Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ
η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας
Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ
Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο
Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων
ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της
ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

Tristan Tzara

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Ποιήματα για το ίδιο βουνό

Ι

Όχι ακόμη, δεν ήρθα να σε απο-
χαιρετήσω αδελφέ, που σε ανέβηκα
πρώτη φορά όταν ήμουν φως
σ' ένα μίσχο. Οι περσότεροι
στίχοι μου είναι κτίσματα
πάνω σου. Κι αν ο λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θα μέναμε όρθιοι
τότε κ' οι δυό σαν πέτρες
παράλληλες. Όμως μέσα
στο ανάστατο δάσος του κόσμου
σήμερα ο Λόγος δύσκολα
ακούγεται. Αλλά τα παιδιά
το ξέρω πώς μέσ' από τα
βιβλία μου αύριο θα μαζεύουν
λουλούδια και πως θα μιλούν
για το θαύμα - ζωή, κοιτώντας
τον κόσμο μέσ' απ' τους στίχους μου.





ΙΙ

Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.





ΙΙΙ

Όταν ήρθα στον κόσμο κ' είδα
τον ήλιο, είπα: Θα πρέπει κάτι
ν' αφήσω πίσω μου φεύγοντας.

Και το βρήκα αρκετό. Ν' ανεβώ
στην κορφή σου, να πετάξω
στη γης ένα λουλούδι.



IV

Είδα τον κεραυνό, το φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
από κάτω ως απάνω την κορφή σου,
μετέωρος. Κ' η σκέψη μου έπαιξε
μες το κρανίο μου σαν αστραπή:
Πηδώντας στο πρώτο του, ν' ανεβώ
ένα - ένα, από κάτω ως απάνω
τα λοξά σκαλοπάτια του.





V

Η ουράνια δαντέλα,
η σχεδόν κυματίζουσα,
των γραμμών σου, θαρρείς
όταν δύει ο ήλιος
και γιομίζει αγγέλους.

Προχωρούν, ανεβαίνουν
απ' τις δύο παρυφές
στη μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σαν μιά χορωδία.

Όσο που τέλος,
κάποιος απ' όλους
απλώνει το χέρι
κι ανάβει τον έσπερο.





VI

Εδώ πάνω είναι ο θάνατος άγνωστος
έλεγα κ' έγραφα κάποτε. Κ' ήταν
αλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τα περάσματα έκλειναν.
Ο κρύος αέρας κ' οι σκιές
της νυχτός δεν έβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
το έξω και το μέσα μου φως
κι απλωνόταν δίχως όρια γύρω μου.





VII

Ήμουν δέκα χρονών όταν χάραξα
μ' ένα σουγιά σε μια πλάκα σου
τ' όνομά μου, μόλις βγαίνει να το
συλλαβίζει ο ήλιος. Ήταν τότε
που ακόμη είχα "εγώ" μα που
αργότερα το 'σβησα, καθώς
η βροχή απ' την πλάκα σου
τ' όνομά μου.
………………Τ' όνομά μου
η φωνή ενός αηδονιού
που βγαίνει απ' το δάσος
χωρίς τ' όνομά μου.

Μου αρκεί να γνωρίζω ότι
στάζει Θεό στις ψυχές
των παιδιών η λάμψη των λέξεων.





VIII

Υποσχόμουν στο ένα που ήταν όλα.
Χαμογελούσα στο ένα που ήταν όλα.
Δεν ήσουν το ένα, καλό μου βουνό.
Σε έκαμα πρόσωπο, σε είδα λαό
και σε είδα πλανήτη. Κ' έκαμα
ένα όμορφο όνειρο: Να μεταβάλω
μ' αυτό το χαμόγελο πάνω σου
σε κρόσια ήλιου όλα τα σύννεφα,
σε φώσφορο ειρήνης μιά καταιγίδα.





IX

Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν' ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιά πέτρα στερεή
ν' ακουμπώ το χαρτί μου.

Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.





X

Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορροές
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυό αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
……………..Η γαλήνη σου
όμως και η γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………….Η μοίρα
μου επέτρεψε απ' όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ, να έχω
κ' εγώ στο σύμπαν μιά πέτρα.





XI

Πολύ το προσπάθησαν οι άσχημοι
τούτοι καιροί, αλλά τέλος
δεν μου ρήμαξαν την ψυχή
για να μείνει εδώ, να στέκεται
δίπλα σου, να σε ντύνει,
σε ώρες χαρμόσυνων ημερών,
αγγελμάτων.
………………Θα 'ναι το γιορ-
τινό σου πουκάμισο.





XII

Θέλω να υφάνω, ν' αποδώσω με λέξεις
το ρυθμό του νερού, που χτυπάει
στα χαλίκια κάτω απ' τις φτέρες σου.
Ν' ακούγεται όμοια κ' η ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα
στους στίχους μου, να ρέει
συνεχώς, καθαρά, τρυφερά,
(από δω ουρανός κι από κει ουρανός)
μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο.





XIII

Με τις λέξεις σου μίλησα των τσοπάνηδων
που τις φύλαξα στο αίμα μου. Ήταν
γυμνές και τους φόρεσε ένδυμα
να ταιριάζουν στην ομιλία μου
με τον κόσμο - με τα ζώντα και μη,
που όλα μαζί σχηματίζουνε έναν
ποταμό ομορφιάς, που εδώ ακριβώς,
στους δυό μας ανάμεσα και γύρω από μας,
στο χώρο της γης, τέμνει την άβυσσο.


XIV

Το ξέρω ότι ήσουν και πριν
γεννηθώ. Το ύψος σου
πάντως βγήκε από μέσα μου.


Νικηφόρος Βρεττάκος - Χορωδία

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Ω αιωνιότητα



Ω αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που απλώνεσαι
Πέρ' απ' τους κάμπους που πατώ.
Αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που αγάπησα,
Στη δρόσο σου τυλίγομαι
Να σε ρουφώ σαν τον κισσό.

Όλγα Βότση

Δε φοβάμαι το θάνατο



Δε φοβάμαι το θάνατο,
Δε φοβάμαι να γυρίζω στις παγωμένες εκτάσεις Σου να Σε
Βρω.
Ανοίγω τα χέρια μου
Κι ενώνομαι μ' όλα τα πλάσματά Σου, που ζουν χιλιάδες μίλια
Μακριά.
Ενώνομαι μ' όλη τη σιωπή των πάγων
Και ζω.

(Ενδόμυχα, 1953)
Όλγα Βότση

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου

Ενας στεναγμός ήταν η ζωή μου κι ένας μεγάλος θρήνος.
Τώρα βυθώ στη νύχτα του θανάτου,
Τη νύχτα που δε λησμόνησα ποτέ.
Που ζούσα κάτω απ' τα κλωνάρια της, τ' αστέρια της και τη
Σιωπή της.
Τώρα κινώ στη νύχτα του θανάτου
Αφανη, άλαλη, μέσα στ' ασκητικά μου πέπλα.
Ενα φως που έζησε στα βουνά.
Ενα φως κυκλωμένο από σκοτάδι.
Σ' όλη μου τη ζωή αγάπησα το Θεό.
Τ' όνομά μου δεν έμαθε θνητός κανείς.
Ημουν μια πίκρα και μια σιωπή.

Όλγα Βότση

Η συκιά


Έσκυψα και τη φίλησα.
«Είμαι ο άνεμος», της ψιθύρισα απαλά στ’ αυτί. «Πάμε πίσω από κείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά-σιγά• έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σ’ αγκαλιάζω».
Εκείνη, βγάζοντας απ’ τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το ‘δειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
«Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ», είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα ν’ ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απ’ το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφικτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
«Μ’ αυτό έτρωγα μικρός», ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη• και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω• εξάλλου δεν ήξερα τ’ όνομα της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απ’ τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.

Ε.Χ. Γονατάς

Βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ


Ἦταν ἕνα βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτὸ κι ἀσύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ἡμέρας,
δὲν εἶχε λάμψει τόσο, σὰ πετράδι...
Κατέβαινε τὸ φῶς -μιὰ ὠχρὴ ἀγωνία-,
σὲ κήπους, ὅλο βάλσαμα γιομάτους,
τ᾿ ἄνθη μεθοῦσαν ἀπὸ τ᾿ ἄρωμά τους,
μέσα σε μιὰν ἀνείπωτη ἁρμονία...
Δὲν εἶχε κἂν ὑπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στὸ νοῦ τῶν πιὸ γλυκῶν ζωγράφων.
Ἀκόμα καὶ τὰ μάρμαρα τῶν τάφων,
μιὰ δόξα μυστικὰ τά ῾χε κερδίσει...
Κι ὅταν τὸ θάμπος ἄρχιζε νὰ φθάνει
κι ἡ νύχτα τ᾿ ἀργὰ μάγια νὰ κλώθει,
τὸ φεγγάρι, παντοῦ, σὰ φλόγα ἁπλώθη...
Κι ἦταν τὸ βράδυ αὐτὸ πού ῾χα πεθάνει...

Ναπολέων Λαπαθιώτης