Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Νήματα ήλιου

Νήματα ήλιου

πάνω στον γκριζόμαυρη ερημιά.

Ψηλή, σαν δέντρο,

μια σκέψη

αρπάζει τη νότα φωτός: ακόμη

τραγούδια είναι να ειπωθούν, πέρα

από τους ανθρώπους.


(Fadensonnen, 1967)

Paul Celan

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Όλο και πιο γυμνά

 



Όλο και πιο γυμνά

Όλο και πιο άναρθρα

Όχι πια φράσεις

Όχι πια λέξεις

Γραμμάτων σύμβολα

Αντί για την πόλη η πέτρα

Αντί για το σώμα το νύχι

Ακόμα πιο πολύ: μια αιμάτινη

Σκοτωμένη κηλίδα

Πάνω στο μικροσκόπιο.


Μανόλης Αναγνωστάκης 

Προσθήκη στη δημοσίευσ

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Ένα Ποίημα για τη Βιομηχανία της Λογοτεχνίας

 Εσύ γράφεις το βιβλίο, διατάζονται ασφαλιστικά μέτρα για τους χαρακτήρες και εμείς πληρώνουμε τους δικηγόρους. Μαζί θα είμαστε ακατανίκητοι.

Γράφεις το βιβλίο και εμείς το δίνουμε στους πελάτες της τράπεζας για τα Χριστούγεννα. Τίποτε δεν μας νικάει.

Γράφεις το βιβλίο, οι πειρατές το ανεβάζουν στο PirateBay, εκδίδουμε ασφαλιστικά μέτρα για το PirateBay και για τους πειρατές, και γράφουμε ασταμάτητα άρθρα στις εφημερίδες. Γράφουμε ασταμάτητα άρθρα στο διαδίκτυο όταν πεθάνουν οι εφημερίδες. Ένα like σε κάθε σπίτι.

Γράφεις το βιβλίο κι εμείς γράφουμε τη φανφίξιον εκδοχή του. Εντελώς ακατανίκητοι. Κόλλα πέντε!

Εσύ γράφεις το βιβλίο κι εμείς το κοροϊδεύουμε στις εφημερίδες, το κοροϊδεύουμε στην τηλεόραση, το κοροϊδεύουμε στο διαδίκτυο. Στην υγειά της κοροϊδίας σου.

Εσύ γράφεις το βιβλίο κι εμείς το εκθειάζουμε στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο, βλέπουμε μέσα του τις αντανακλάσεις μας, τις όμορφες ομοιότητές μας.

Εσύ γράφεις το βιβλίο, βάζεις τα καλά σου και πας σε παρουσιάσεις, διαβάζεις δυνατά και υπογράφεις όλα τα βιβλία. Χαιρετίσματα από τον συγγραφέα. Τα θερμά μου χαιρετίσματα, ο συγγραφέας. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας, δικός σας, ο συγγραφέας. Εγκάρδιες ευχαριστίες. Χωρίς τους αναγνώστες μου θα ήμουν ένα τίποτα. Τίποτα. Δικός σας, ο συγγραφέας. Με αγάπη. Δικός σας, ο ακατανίκητος συγγραφέας.

Εσύ γράφεις το βιβλίο, εμείς το διορθώνουμε, διαλέγουμε τη γραμματοσειρά και το σκαλίζουμε σε πέτρινες πλάκες. Εσύ γράφεις και γράφεις και γράφεις κι εμείς ζωγραφίζουμε έναν πίνακα για το εξώφυλλο, συνθέτουμε το βιογραφικό σου, συλλέγουμε τα αστέρια και τις κολακείες.

Οπότε, λοιπόν, εσύ γράφεις το βιβλίο κι εμείς το τυπώνουμε με αριστερή στοίχιση. Έτσι για πλάκα. Με δεξιά στοίχιση. Χα, χα, λέμε μέσω email, για προσπαθήστε να μας σταματήσετε. Χα, χα! Τίποτε όμως δεν θα μας σταματήσει.

Εσύ γράφεις το βιβλίο, κι εμείς το εκδίδουμε, εσύ γράφεις το βιβλίο κι εμείς το τυπώνουμε χαρτόδετο, με σκληρό εξώφυλλο, αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τη σελιδοποίηση και τη διόρθωση του δοκιμίου. Εσύ γράφεις το βιβλίο, κι εμείς το στοιβάζουμε σε παλέτες και το στέλνουμε στη Λετονία, το στέλνουμε στη Λιθουανία, το στέλνουμε στην Εσθονία, το φορτώνουμε σε πλοία στις αποβάθρες της Βαλτικής και το στέλνουμε στην άλλη άκρη του ωκεανού στις αλυσίδες βιβλιοπωλείων, όπου και πάλι το στοιβάζουμε σε παλέτες στα εμπορικά κέντρα, σε παλέτες στους εμπορικούς δρόμους και το πουλάμε με έκπτωση: πρέπει να φύγει όλο. Χωρίς να υπολογίζουμε τα πνευματικά δικαιώματα.

Εσύ θα βάλεις τα καλά σου κι εμείς θα βγάλουμε τη φωτογραφία του συγγραφέα. Θα βρέξεις τα μαλλιά σου και θα τα χτενίσεις, θα βάλεις κραγιόν και θα προσπαθείς να μη δείχνεις τόσο κουρελιάρης, ίσιωσε το κορμί σου, η κοιλιά μέσα, το στήθος έξω, δείξε ότι έχεις αρχίδια και πες cheeeeeese. Αυτό το ύφος είναι εντελώς ακατανίκητο.

Εσύ γράφεις το βιβλίο. Όταν όλα έχουν ειπωθεί, όταν όλα έχουν γίνει αυτό μόνο έχει σημασία. Ούτε τα πιάτα, ούτε το δείπνο, ούτε οι λογαριασμοί. Ούτε τίποτε άλλο. Γράφε, γράφε, γράφε. Και διάβαζε. Εάν δεν διαβάζεις, δεν μπορείς να γράψεις. Είπε ο Μαρκ Τουέιν στον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Στον Κάρολο Δαρβίνο. Είπε ο Αϊνστάιν, έγραψε η Μαρί Κιουρί σε ένα γράμμα στον Σόλον Ισλάντους. Είναι γραμμένο στο Χαβαμάλ. Είναι γραμμένο στη Μπαγκαβάτ Γκίτα. Είναι γραμμένο στο γαλλικό σύνταγμα. Είναι υπογραμμισμένο στο Ο Αγών μου. Εάν δεν διαβάζεις δεν μπορείς να γράψεις – Δαλάι Λάμα.

Όμως πρώτα πρέπει να γράψεις το βιβλίο. Με μια ευχάριστη δυσαρέσκεια για μια δυσάρεστη ευχαρίστηση.

Πρόσεχε το παρόν, παλιώνει.

Πρόσεχε το παρελθόν, αλλάζει.

Πρόσεχε τον υπερσυντέλικο, τον παρακείμενο, τον παρατατικό. Είναι ακατανίκητοι.

Πρόσεχε την πλειοψηφία. Πρόσεχε τα επίθετα.

Πρόσεχε την αργκό. Πρόσεχε τη μετρική στην Έδδα.

Οι μεταφορές πρέπει να είναι απόλυτα κατανοητές. Όχι ευφημισμοί, παρά μόνο ειρωνικοί• μη μιλάς για τη γη, τον ουρανό ή τα αστέρια. Μη λες ναι, όχι, μαύρο, άσπρο ή ίσως. Μην αναφέρεις την κυρία της λίμνης στο Αμβούργο, μη τονίζεις αυτό που οι αναγνώστες πρέπει να ανακαλύψουν από μόνοι τους.

Μην πουλήσεις την ψυχή σου στην αγορά, μην αφήσεις το κοινό να χρηματοδοτήσει την ύπαρξή σου και μην αυτοεκδίδεσαι. Μην αφήσεις τους βλάκες της ακαδημίας να σου ρίξουν το ηθικό, και να εμπιστεύεσαι τον επιμελητή σου, να είσαι ευγνώμων για τον διορθωτή της ορθογραφίας και του τυπογραφικού δοκιμίου.

Εάν δεν υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι, όλοι θα έβλεπαν ότι είσαι ηλίθιος.

Εάν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι των δημοσίων σχέσεων, η ντροπιαστική σου ματαιοδοξία θα ήταν εμφανής σε όλους.

Εάν δεν υπήρχαν οι διαφημιστές, θα σε αποκαλούσαν αδελφή.

Ο Θεός να έχει καλά τα λογοτεχνικά φεστιβάλ!

Ο Θεός να έχει καλά τις εκθέσεις βιβλίου!

Ο Θεός να έχει καλά τις ποιητικές αναγνώσεις!

Ο Θεός να έχει καλά τις πρωτοσέλιδες συνεντεύξεις!

Και πρέπει να υπάρχει καιρός. Ο Θεός να έχει καλά τον καιρό! Πρέπει να υπάρχει φύση. Είναι ακατανίκητη. Βροχή πάνω σε ένα γαλάζιο λουλούδι. Ο Θεός να το έχει καλά! Άνεμος που θροΐζει μέσα σε ξανθά μαλλιά. Μια απόκρημνη οροσειρά που καθρεφτίζεται στη μακρινή λάμψη ενός κοκκινισμένου ματιού. Κάτι ρομαντικό. Κάτι με το οποίο ο κόσμος να μπορεί να ταυτιστεί. Κάτι για τον Θεό. Κάτι ακατανίκητο.

Πρέπει να υπάρχουν χαρακτήρες. Ήρωες και κακοί.

Πρέπει να υπάρχει εσωτερικός χρόνος, εξωτερικός χρόνος, τα γεγονότα πρέπει να οδηγούν το ένα στο άλλο.

Εσύ γράφεις σπίτια για τους χαρακτήρες, κι εμείς φροντίζουμε για την πιστοληπτική τους ικανότητα, φροντίζουμε τα δάνειά τους, κι εσύ τους γράφεις ένα εισόδημα ώστε να μπορούν να πληρώνουν τις δόσεις τους, σου παρέχουμε ένα εισόδημα ώστε να έχεις πιστοληπτική ικανότητα και πλάνο δόσεων. Εσύ γράφεις τα παράθυρα κι εμείς θα τα καθαρίζουμε, εσύ γράφεις τα κατώφλια κι εμείς θα φέρουμε τις πόρτες, θα βάλουμε τις κλειδαριές, θα κοιτάμε απ’ το ματάκι, θα χτυπάμε το κουδούνι και θα βγάζουμε τα παπούτσια μας πριν να μπούμε, θα σπάμε την πόρτα και θα βιάζουμε τους ενοίκους. Γιατί τέτοια γίνονται στα βιβλία. Δεν είναι παρανοϊκό, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Τα βιβλία είναι γεμάτα βιαιοπραγίες και άσκοπη τραγωδία, είτε επειδή οι συγγραφείς τους δεν δίνουν δεκάρα, είτε επειδή είναι εντελώς ψυχοπαθείς.

Εάν θέλεις να μετακινήσεις έναν χαρακτήρα από το ένα δωμάτιο στο άλλο, αυτή η μετακίνηση πρέπει να γίνει με χάρη, με πλούσια πρόζα, όχι όμως υπερβολικά ευφάνταστη, μην επινοείς καινούργιες λέξεις, εκτός κι αν υπάρχει προηγούμενο, και μην παραβαίνεις τους κανόνες της γραμματικής, αλλά βρες το δικό σου ύφος, το ιδίωμα που θα αποκαλύπτει ποιος πραγματικά είσαι, ποια είναι η ψυχική σου υπόσταση. Κάθε βήμα πρέπει να είναι ενδιαφέρον, οι αναγνώστες κοιμούνται καθημερινά και μερικές φορές πιο συχνά, οι αναγνώστες πεθαίνουν πολλές φορές τη μέρα, πεθαίνουν πιο συχνά από τους χαρακτήρες, εντελώς ακατανίκητο. Όχι αδέξιες προτάσεις.

Κάποιοι άνθρωποι δεν ανέχονται τη συγκίνηση.

Κάποιοι άνθρωποι δεν ανέχονται τους ξένους. Κάποιοι δεν ανέχονται τις γυναίκες και τα παιδιά.

Κάποιοι δεν ανέχονται τους άντρες με υπαρξιακή κρίση. Αυτοί είναι κυρίως γυναίκες και παιδιά.

Κάποιοι δεν ανέχονται τίποτε αν είναι γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο ενεστώτα, κάποιοι δεν ανέχονται το πρώτο πρόσωπο αορίστου, η ανοχή για τους υπόλοιπους χρόνους ποικίλει.

Κάποιοι δεν ανέχονται να τους απευθύνονται προσωπικά. Το βιβλίο πρέπει να είναι βιβλίο, δεν πρέπει να περιέχει έναν συγγραφέα, κάνε τον εαυτό σου αφανή, το βιβλίο πρέπει να είναι μια μαύρη τρύπα ανατιναγμένων μυαλών. Ξέρω πως αυτό είναι δύσκολο, ξέρω πως θέλεις να συμμετέχεις, αλλά όχι τώρα.

Η ιεραρχία πρέπει να είναι ξεκάθαρη.

Μη λες βλακείες στις συνεντεύξεις. Μη φοράς γυαλιά ηλίου στη φωτογραφία του εξωφύλλου. Μην παίρνεις τις κριτικές στραβά, κι αν πάρεις τις κριτικές στραβά, μην τις πάρεις στραβά στη συνέντευξη, όχι δημοσίως, μην γκρινιάζεις για τις κριτικές στο Facebook, και με κανέναν τρόπο μη φτιάξεις μπλογκ για τις κριτικές. Να έχεις καλά πράγματα να πεις για άλλους συγγραφείς και να τα λες, να κάνεις retweet στα tweet τους, να κάνεις like στις επίσημες ιστοσελίδες τους, να κάνεις like στις επίσημες ιστοσελίδες των βιβλίων τους, να κάνεις like στις θετικές κριτικές τους και να μη ζηλεύεις. Μόνο οι μικρόνοες ζηλεύουν.

Εάν θέλεις να διαβάζουν οι άνθρωποι τα βιβλία σου, πρέπει να γράφεις βιβλία για τους ανθρώπους, όχι για ποιητές, όχι για φιλολόγους, όχι για καθηγητές, όχι για φιλόσοφους, όχι για επιστήμονες, όχι για χειριστές τρακτέρ, όχι για νοσοκόμους, όχι για δασκάλους του δημοτικού, ούτε για γέρους. Πρέπει να ξέρεις ποιοι είναι οι αναγνώστες σου, τι τους αρέσει. Σε μερικούς αρέσει να διαβάζουν για γέρους που κάνουν μπάνιο σε φυσικές λιμνούλες και αφαιρούν τα νεκρά κύτταρα ξύνοντας το δέρμα τους πάνω στα βρύα, σε άλλους αρέσει πιο πολύ αν κάποιος έχει πεθάνει ήδη ή είναι ετοιμοθάνατος. Εάν θέλεις οι άνθρωποι να διαβάζουν τα βιβλία σου, μην ξεχνάς την εξωτερική σου εμφάνιση. Να είσαι περιποιημένος. Και μην ξεχνάς να χαμογελάς. Και ο πιο άσχημος άνθρωπος του κόσμου είναι ακατανίκητος άμα χαμογελάει.

Κ.λπ, κ.λπ.

 

Μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου

Eiríkur Örn Norðdahl

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

Τότε που η σιωπή τραγούδησε

 Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.


Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.


Αργύρης Χιόνης

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Τα λάθη του Θεού


«Η Ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού», γράφει κάπου ο Ελύτης.

Τα δικά μου γραπτά μάλλον επιδεινώνουν τα λάθη του Θεού,

ώστε να φαίνεται ακόμη πιο αναγκαία η διόρθωσή τους.

Ή μήπως ο λογοτέχνης διορθώνει τα λάθη που έλεγε ο Ελύτης, θέλοντας και μη;


Τόσο η δημιουργία όσο και τα αίτιά της παραμένουν ένα μυστήριο.

Ίσως με πιάνει απελπισία, βλέποντας τα λάθη του Θεού, και γι’ αυτό γράφω. 

Εκτός κι αν αυταπατώμαι ότι είναι απελπιστικά τα πράγματα,

μόνο και μόνο για να κατορθώσω τελικά να γράψω.


Η λογοτεχνία χρειάζεται αντιθέσεις για να ζωντανέψει.

Στην καρδιά της παλεύουν το καλό με το κακό,

τα δώρα με τα λάθη του Θεού – όσο κι αν μεταμφιέζονται,

όσο κι αν αλλάζουν μεταξύ τους θέσεις.

Μέχρι πρόσφατα τα λάθη του Θεού μες στα γραπτά μου

ήταν πολλά και διάφορα.

Τώρα πια το ρόλο του κακού τον παίζει ο χρόνος,

που όσο πάει και λιγοστεύει.


Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Ars Poetica

 

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση

σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες

όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι

αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται

μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας

μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα

αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.


Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά

ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ

να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες

αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό

κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν

μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια

τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα

με αίσθημα ποτισμένες.


Από τη συλλογή "Ο θάνατος του Μύρωνα" (1960) -στη συγκεντρωτική έκδοση "Ο δύσκολος θάνατος".


Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

Η μάνα και ο χάρος


Σ' ενός παιδιού προσκέφαλο μια μάνα παραστέκει

και ξαγρυπνά, ανήσυχη και καταπικραμένη.

Τόχει μονάκριβο παιδί και τρέμει μην το χάσει.

Χλωμό το προσωπάκι του, τα μάτια του κλεισμένα,

με πόνο το στηθάκι του ανεβοκατεβαίνει·

κάθε που παίρνει αναπνοή λες στεναγμός και βγαίνει.

Το βλέπ' η μάνα και πονεί και σχίζετ' η καρδιά της.


Εκεί στην θύρα της κτυπούν. - Ποιος είναι; - Ένας γέρος.

Κάτι στην ράχη του φορεί, σαν ράσο, σαν σεντόνι,

και το κρατεί σφικτά σιφκτά. Να ζεσταθεί γυρεύει.

Χειμώνας είναι, τα βουνά κι οι κάμποι χιονισμένοι,

έξω απ' την θύρα ο Βοριάς μουγκρίζει παγωμένος,

κι ο γέρος στο κατώφλι της από το κρύο τρέμει.


Η μάνα γέρνει στο παιδί, το βλέπει κοιμισμένο,

στοιβάζει ξύλα στην φωτιά, την θύρα μανταλώνει.

Κι ο γέρος πήγε κάθισε κοντά εις το παιδί της,

κι η μάνα αντίκρυ κάθεται και βλέπει τ' άρρωστό της

όπου ανέπνεε βαριά κι εσάλευε τα χέρια.

- Πε, θα σωθεί; ή ο Θεός θα μου το πάρει, γέρο;

Το κάτασπρο κεφάλι του εκούνησεν ο γέρος,

σαν να της λέγει θα σωθεί, και σαν να λέγει όχι. 

Έσκυψ' η μάνα· δάκρυα τα μάγουλά της βρέχουν.

Τα βλέφαρά της έκλεισαν. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες

έχει η πτωχή να κοιμηθεί. Ο ύπνος την επήρε.

Απεκοιμήθη μιαν στιγμή. Με μιας ανατριχιάζει,

κρύος ιδρώς την περεχά, εδώ κι εκεί κοιτάζει,

δεν βλέπει το παιδάκι της, τον γέρον δεν τον βλέπει...

Ο γέρος Χάρος έφυγε και πήρε το παιδί της!

Κι εκεί, εκεί που δούλευε στην κώχην τ' ωρολόγι,

με μιας βούζει και βογγά, και πέφτει το βαρίδι.

Η ώρα εσταμάτησε. - Η μάνα τρέχει έξω,

τρέχει, φωνάζει δυνατά· Παιδάκι μου, παιδί μου!


Στα χιόνια έξω κάθεται μια μαυροφορεμένη.

- Μην είδες γέρον να περνά, μην είδες το παιδί μου;

- Είδα τον Χάρον κι έτρεχε κι εκράτει το παιδί σου.

Τρέχει γοργά, τον άνεμον τον ξεπερνά ο Χάρος,

κι ό,τι κι αν πάρει μια φορά δεν το γυρίζει πίσω.

- Τι δρόμον πήρε δείξε μου, τι δρόμον, και τον φθάνω.

- Πε όλα τα τραγούδια σου τον δρόμον να σου δείξω,

τα τραγουδάκια τα γλυκά που λεγες του παιδιού σου.

Είμαι η Νύκτα· σ' έβλεπα να κλαις και να τα λέγεις.

- Νύκτα μου, όλα να στα πω, μόν' άφησέ με τώρα

οπού τον Χάρον κυνηγώ να εύρω το παιδί μου!

Η Νύκτα εκσυθρώπιασε, τον δρόμον δεν της δείχνει.

Σφίγγει τα χέρια η πτωχή και τραγουδεί και κλαίει·

δάκρυ το δάκρυ ακολουθεί, τραγούδι το τραγούδι.

Κι η Νύκτα την λυπήθηκε, της έδειξε τον δρόμον.

-Στο δάσος πήγαινε, δεξιά. Εκεί στα μαύρα πεύκα

είδα τον Χάρον να χωθεί κι εκράτει το παιδί σου.


Στα πεύκα μέσα τα πολλά, στα τόσα μονοπάτια

η μάνα παρελόγιασε, δεν ξεύρει πού να πάγει.

Εκεί στου δάσους τα πυκνά εφύτρων' ένας βάτος. 

Δεν είχε φύλλα ούτ' ανθούς, αγκάθια είχε μόνον

κι απ' τα κλαδιά του έσταζε η πάχνη παγωμένη.

- Το είδες το παιδάκι μου; είδες τον Χάρον, βάτε;

- Είδα τον Χάρον να περνά κι εκράτει το παιδί σου.

Αγκάλιασέ με, σφίξε με στα στήθη τα ζεστά σου,

που τα κλαδιά μου πάγωσαν κι από το κρύο τρέμω,

κι αν με ζεστάνεις θα σου πω τον δρόμο που επήραν.

Σφίγγει τον βάτον δυνατά στα στήθη τα ζεστά της·

εξέσχιζαν την σάρκα της τ' αγκάθια· στάζει αίμα...

Στην χειμωνιάτικην νυκτιάν ο βάτος βγάζει άνθη,

στα παγωμένα του κλαδιά φύλλα χλωρά φυτρώνουν.

Τόσην φωτιά έχ' η καρδιά μιας μάνας λυπημένης!


Κι ο βάτος την λυπήθηκε, της έδειξε τον δρόμον.

Κι εκεί που τρέχει, απαντά στον δρόμον της μιάν λίμνην.

Είναι βαθιά, και πέραμα δεν βλέπει, ούτε ξύλο,

κι η μάνα θέλει να διαβεί να εύρει το παιδί της.

- Θεέ μου, θαυματούργησε να καταπιώ την λίμνην!

Και πέφτει κάτω στα νερά βουτά το μέτωπό της.

Και είδ' η λίμνη από βαθιά τα μάτια της να λάμπουν.

- Μέσ' στα βαθιά μου έχω γω πολλά μαργαριτάρια,

πλην σαν τα μάτια σου τα δυο δεν είδ' ακόμη άλλα.

Αν θέλεις δάκρυσέ μου τα να πέσουν στα νερά μου,

κι εγώ αντίκρυ σε περνώ στου Χάρου το παλάτι,

που χει τους κήπους του λαμπρούς με άνθη και δένδρα μύρια,

το κάθε δένδρον και ζωή, ζωή το κάθε άνθος.

- Να λίμνη, πάρ' τα μάτια μου και δωσ' μου το παιδί μου!

Η μαύρη κλαίει και θρηνεί και κλαίει και δακρύζει

ως που τα μάτια της τα δυο εχύθηκαν στην λίμνην,

και στα βαθιά της έλαμψαν σαν δυο μαργαριτάρια.


Κι η λίμνη την εσήκωσε, την πέρασε αντίκρυ.

Εκ' ήσαν δάση και σπηλιές, και στύλοι και καμάρες,

δεν ήξευρες είναι βουνό, ή κήποι και παλάτια.

Αλλά η μάνα τίποτε δεν έβλεπ' η καϋμένη·

τα δυο της μάτια έλαμπαν μεσ' τα βαθιά της λίμνης.

- Πού είν' ο Χάρος πείτε μου, πού είναι το παιδί μου;

Την άκουσ' η γερόντισσα που φύλαγε στην θύρα.

- Ο Χάρος απ' τον γύρον του δεν ήλθ' ακόμη πίσω.

Ποιος σε οδήγησε εδώ; Ποιον είχε βοηθόν σου;

- Βοήθεια είχα τον Θεόν. Μ' ελέησεν εκείνος.

Και συ, γριά, λυπήσου με. Πού θα βρω το παιδί μου;

- Εγώ δεν ξεύρω το παιδί, και συ δεν έχεις μάτια.

Δένδρα και άνθη περισσά μαράθηκαν απόψε,

κι ο Χάρος τώρα που ρχεται θα τα μεταφυτεύσει.

Το κάθε δένδρον άνθρωπος, ζωή το κάθε άνθος.

Μοιάζουν με τ' άλλα τα φυτά όπου στην γην φυτρώνουν,

αλλά εδώ έχουν καρδιές, κι έχ' η καρδιά των κτύπον.

Αν απ' τον κτύπον της καρδιάς γνωρίσεις το παιδί σου

εγώ σου δείχνω πού να πας. Τι έχεις να μου δώσεις;

- Και τι μου μένει της πτωχής; Τι έχω να σου δώσω;

στα τετραπέρατα της γης πηγαίνω αν με στείλεις.

- Στα τετραπέρατα της γης δεν έχω να σε στείλω.

Δώσ' μου τα μαύρα σου μαλλιά, τις εύμορφες πλεξούδες,

και πάρε τ' άσπρα μου μαλλιά, τον δρόμον να σου δείξω.

Της έδωκε τις εύμορφες τις μαύρες τις πλεξούδες

κι επήρε τ' άσπρα της μαλλιά και τ' άσπρα της τα φρύδια,

κι εμβήκαν μέσα στην αυλήν του παλατιού του Χάρου,

εκεί που ήσαν τα φυτά, δένδρα και άνθη μύρια.

Ήσαν εκεί τραντάφυλλα και νάρκισσοι και κρίνοι,

και όλα τ' άνθη του βουνού, και των νερών λουλούδια,

και ποιο απ' τ' άνθ΄ ήτον γερό και ποιο αρρωστημένο.

Ήσαν οξιές και φοινικιές και πλάτανοι και πεύκα,

και ρίγανη στον ίσκιον των κι αλιφασκιά και θρούμπι.

Και το καθέν' απ' τα φυτά έχει και τ' όνομά του·

καθένα είναι μια ζωή. Κι οι άνθρωποι εζούσαν

ένας εδώ, άλλος εκεί, σ' όλες της γης τις άκρες.

Και το καθέν' απ' τα φυτά κτυπούσε η καρδιά του.

Κι η μάνα η βαριόμοιρη η πολυπικραμένη

μεσ' τα λουλούδια τα μικρά ψηλαφητά σκαλίζει,

και σκύφτει το κεφάλι της ν' ακούσει την καρδιά των.

Στα χίλια μέσα γνώρισε τον κτύπον του παιδιού της·

ήτον γαρύφαλο μικρό, χλωμό κι αρρωστημένο.

- Το ηύρα!Να το, έκραξε και άπλωσε τα χέρια.

- Μην το εγγίξεις. Πρόσμενε ο Χάρος να γυρίσει,

και όταν έλθει απ' εδώ να σου το ξεριζώσει

φοβέρισέ τον πως και συ θα ξεριζώσεις τ' άλλα.


Εκεί με μιας εχύθηκεν ένας ψυχρός αέρας

κι ένιωσ' η μάνα η τυφλή πως έρχεται ο Χάρος.

- Εδώ πώς ήλθες; Τι ζητείς; Ποια είσαι; - Είμαι μάνα!

Και το γαρυφαλάκι της σκεπάζει με τα χέρια.

Φυσά ο Χάρος. Πάγωσαν τα δάκτυλα της μάνας·

βαριά βαριά εκρέμασαν τα χέρια στο πλευρό της.

- Ό,τι κι αν κάμεις δεν μπορείς τον Χάρον να νικήσεις.

- Είν' ελεήμων ο Θεός και σε νικά Εκείνος.

- Εγώ δεν κάμνω άλλο τι παρά το πρόσταγμά του.

Εμένα μ' έχει κηπουρόν να του μεταφυτεύω

τα δένδρα του και τ' άνθη του εις τον παράδεισόν του,

εις ένα τόπον μακρινόν που γυρισμόν δεν έχει.

Εκεί εγώ τα παραιτώ και άλλοι τα φροντίζουν.

- Αχ! δώσ' μου το παιδάκι μου, δώσ' το παιδί μου Χάρε!

Πέφτει στην γην γονατιστή, παρακαλεί και κλαίει.

Δεν ωφελούν τα κλαύματα ούτε τα παρακάλια.

Με μιας τα χέρια τα τυφλά απλών' εις δυο λουλούδια.

- Αν μ' απελπίζεις όλα σου θα σου τα ξεριζώσω!

- Μην τα εγγίζεις! Συ πονείς και κλαίεις το παιδί σου,

και θέλεις τώρα την καρδιάν να καύσεις άλλης μάνας;

Ετράβηξε τα χέρια της και γέρνει το κεφάλι.

- Σου έφερα τα μάτια σου. Τα ψάρευσα στην λίμνην.

Τα είδα κι έλαμπαν εκεί μέσ' τα βαθιά νερά της.

Πάρε τα πίσω. Βλέπουνε καλύτερ' από πρώτα.

Πάρε τα κι έλα να ιδείς τα δύο λουλουδάκια

που άπλωσες τα χέρια σου να μου τα ξεριζώσεις.


Εις το πηγάδι της ζωής ο Χάρος την επήγε·

έσκυψε μέσα να ιδεί κι είδε τα δυο ανθάκια,

κι είδε καθέν' από τα δυο τι μοίρα το προσμένει.

Τιμή, αγάπη και χαρά επρόσμενε το ένα

και τ' άλλο το επρόσμενε η συμφορά κι η πίκρα.

Θέλημα είναι του Θεού η μοίρα κάθε άνθους!

- Πε τίνος είναι η χαρά, η πίκρα τίνος, Χάρε;

- Δεν ημπορώ να σου το πω. Μόνον αυτό σου λέγω.

Είν' του παιδιού σου η ζωή εν απ' αυτά τ' ανθάκια,

κι εν απ' τα δύο ριζικά η μοίρα του παιδιού σου.

- Πε μου, ω Χάρε, απ' τα δυο ποιο είναι το παιδί μου;

Αν είν' η μοίρα η κακή δική του, πάρε μου το,

πάρ' το μαζί σου μακριά εις του Θεού τον κήπον.


Και έπεσε στα γόνατα κι εσταύρωσε τα χέρια.

- Τα τόσα μου τα δάκρυα, τα τόσα παρακάλια

ατγχώρησέ μου τα, Θεέ, και κάμε όπως θέλεις,

γιατί είναι πάντοτε σωστόν, Θεέ, το θέλημά σου,

κι αν να τ' αλλάξεις σε ζητώ, Θεέ μου, μη μ' ακούσεις,

μη με ακούσεις!....

                              Κι έσκυψε το μέτωπο στο χώμα.

Κι ο Χάρος ανεχώρησε μαζί με το παιδί της.

Στον τόπο παν τον μακρινό που γυρισμό δεν έχει.


Απόδοση Δημήτρη Βικέλα

Hans Christian Andersen