Follow by Email

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Μέχρι που


Μέχρι που γύρισα την τελευταία σελίδα
Και πουθενά ο δολοφόνος
Μέχρι που χόρτασα ψωμί
Και η πείνα δεν μ’ αφησε
Μέχρι εκεί που περπάτησα
Κι ο δρόμος χωρίς τέλος
Χωρίς τέλος η ένδεια και η απουσία και η σιωπή
Και ο φόβος και το σκοτάδι και ο χειμώνας
Και η σκόνη στο τραπέζι
Και οι ακριβές κουρτίνες
Και μουσική αδιάκοπη
Και τα ποτά που χύθηκαν στα σπλάχνα
  - μαύρα ρούχα και κόκκινο στα μάγουλα -
Και ο υπάλληλος της εφορίας
Και ένα γράμμα ανεπίδοτο
Τα χαλασμένα χαμόγελα
Και οι κλειδώσεις οι σφιγμένες
Και τα μάτια να πείσουν «εδώ είμαι»
Και οι λογαριασμοί στην τράπεζα
Και μίλια πτήσης μπρός πίσω γραμμένα για την επιβράβευση
Και γυαλισμένα τζάμια αυτοκινήτου
Λεωφόρος, έξοδος, αυτοκινητόδρομος

Και πρόθυμο το σώμα
- καλοσυντηρημένες σωληνώσεις,
λέει να τις προσέχεις, ο καθρέφτης φύλακας -
κοιτάει σημάδια στο ταβάνι

Σημάδια στο ταβάνι. Για δες. Συγύρισμα.

Χρύσα Πανταζή

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Απουσία


Άδειο το φλιτζάνι μου απόψε,
Κι είν’ οι μεριές του στεγνές και κρύες,
Καθώς το χαϊδεύει τ’ ολόδροσο αεράκι που
Αθώρητα μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.
Κενό και άδειο, πάλλευκο λάμπει στο σεληνόφως.
Γιομάτη η κάμαρα με την αλλόκοτη ευωδιά
Που αναδύουν τα άνθη της γλυσίνας.
Στου φεγγαριού λικνίζονται το φέγγος
Κι ανάερα χτυπούν στης κάμαρας τον τοίχο.
Μα το φλιτζάνι της καρδιάς μου παραμένει ατάραχο,
Και αδειανό, και κρύο.

Σαν έρθεις, κατακόκκινο
Και σύγκορμα παλλόμενο
Από αίμα ξεχειλίζει,
Της καρδιάς αίμα προς πόση ολόδική σου·
Με αγάπη να γεμίσεις το στόμα σου
Και με τη γλυκόπικρη γεύση μιας ψυχής.

μτφ: Νικολέττα Σίμωνος
Amy Lowell

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή


Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..


Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!


Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947)
Νικηφόρος Βρεττάκος

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Πρόσφυγες στην άμμο


Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή σιωπή
ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο·
ολημερίς ξαπλώνονταν αμίλητο
και σκυθρωπό σα μουδιασμένο ζώο
 Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό
καθώς το φύλλο που τσαλακώνεται
μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα
σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο
Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια
κι ήταν όλος χιλιάδες
που άφηναν τη γη τους
κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο,
σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του
και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή
ή έστω αντίσταση στο θάνατο
που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου.
Άγρια μοναξιά τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Home Sweet Home


Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Srebrenica
Καραβανάδες επιστρέφουν σε φέρετρα τυλιγμένα με τη γαλανόλευκη
Σπείρανε κάλυκες. Τους θέρισαν ρωσικά RPG
Έν’, δυο, εν’, δυο, ένα στο δόξα πατρί – παίζουμε στρατιωτάκια ακούνητα;
Τα όπλα σας είναι φαλλοί. Θα τα ευνουχίσουν ανήλικες μουσουλμάνες
Νοικοκυραίοι δακρύζουν σε απευθείας σύνδεση με το δελτίο ειδήσεων
Παπάδες στοιχισμένοι ψέλνουν την επιμνημόσυνη δέηση για τους βιαστές με τα κυανά κράνη - δεν υπάρχει μετάνοια γι’ αυτούς
Πολιτικοί στρώνουν τις φορεσιές τους
Ονειρεύονται γενοκτονίες με την ευγενική χορηγία της Texaco
It’s business as usual, baby!
Τα πατριωτικά λόγια μου προκαλούνε καύλες
Ελλάδα, σε βύζαξα, αλλά εσύ ποτέ δε με αγάπησες (όπως τα ναζί παιδιά σου)
Γι’ αυτό λέγε με ξένο
Είμαι η Μέδουσα, το καρατομημένο κεφάλι της μητριαρχίας
Είμαι ο γιος του Ρίντρα, προστάτης της οργής
Με έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως
Με μισούνε σαν κι αυτόν, τον άχρονο ξένο
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος
Ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος
Είμαι το μαύρο χρώμα της εργασίας
Κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια για τον φόβο
Είμαι ο ήλιος που καθρεφτίζεται στα όπλα των πρωτοκοσμικών
Με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό
Μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτήν την μεταφορά;
Μένω πιστός στο πλευρό κάθε ελεύθερου σκοπευτή – τι δειλός
Είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα πτώματα πο

υ συσσωρεύονται γύρω μου
Γεννάω πτώματα, γεννάω πτώματα. Ας με σταματήσει κάποιος
Από τους πόρους μου εκκρίνονται θάνατοι αμάχων
Κοροϊδεύω τη ζωή, την φτύνω, όταν γυρνάει την πλάτη
Της κλέβω τα adidas της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος
Δε είμαι σαν κι αυτήν. Είμαι πριν από αυτήν
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Σε όλες τις μητροπόλεις
Σε όλες τις χώρες που ξεκινάνε με σίγμα
Μα που είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν πριν την ώρα τους
Οι σύντροφοί μου εκτίουν άδικες ποινές
Οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία
Οι σύντροφοί μου γεμίζουν ομαδικούς τάφους
Οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου
Εφιάλτες ξεμοναχιάζουν τα όνειρά μου
Ονειρεύτηκα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα
Παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικά
Παιδιά να παίζουνε κρυφτό κάτω από τους προβολείς των ελικοπτέρων
Στρατιώτες με την γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν με αυτόματα
Όχι, όχι τα παιδιά, φώναζα
Τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας
Τα παιδιά έχουν μολυνθεί από το χρόνο, μου απάντησαν
Είναι αργά πια γι’ αυτά
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός

Jazra Khaleed

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Ποίημα 1146

Τόσο απαλό καθώς το μακελειό των Ήλιων
Σφαγμένων από τα σπαθιά του Δειλινού.

Emily Dickinson

Ακόμα ένας


Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τι άλλο πια κι εσύ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν’ αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν’ αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θα ’ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν’ εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ’ αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε, ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βουντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ’ αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιος, ποιο και τι
Τι να ’ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Ε, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.

Boris Vian