Follow by Email

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Aτσαλένιο κορίτσι

Ατσαλένιο κορίτσι εγώ δεν αγαπούσα κανένα μες στον κόσμο
Δεν αγαπούσα κανένα εκτός από κείνον που αγαπούσα
Τον εραστή μου αυτόν που με τραβούσε
Τώρα όλα έχουν αλλάξει άραγες είναι εκείνος που έπαψε να
μ’ αγαπά
ο εραστής μου που έπαψε να με τραβά άραγες είμαι εγώ ;
Τώρα είμαι ξαπλωμένη πάνω σε μια ψάθα υγρή
του έρωτα
Ολομόναχη με όλους τους άλλους ολομόναχη απελπισμένη
Κορίτσι από ντενεκέ κορίτσι σκουριασμένο
Ω εραστή μου εραστή μου πεθαμένε ή ζωντανέ
Θέλω να θυμάσαι άλλοτε
τον εραστή μου
αυτόν που με αγαπούσε κι αγαπούσα .

Jacques Prevert 

Θεωρείο



Θα έρθω πάλι κάποιο βράδυ
στο θέατρο.
Μην με περιμένεις.
Μου αρέσει να ξαφνιάζω.
Κυρίως όμως,
δεν θέλω να μου περιμένεις.
Τίποτα και κανέναν .

Θα έρθω πάλι μετά το διάλειμμα .
Όταν ο κόσμος θα εισέρχεται
για να συνεχίσει
την απόλαυση μιας άλλης ζωής.

Έτσι δήθεν ψάχνοντας έξοδο,
θα χαθώ στους διαδρόμους
και θα φθάσω στο πιο ψηλό θεωρείο.
Εκεί που μόνο όσοι «φωτίζουν» τους ανθρώπους, πηγαίνουν.

Θα σου πω ένα φτωχό
«σ υ γ γ ν ώ μ η » ,
αλλά με διπλό «γ».
Και δεν θα στο ζητήσω…
έμαθα να είμαι γενναιόδωρος πια.

Γιατί το ποίημά σου,
πάλι άργησα να το κατανοήσω…
Τώρα ίσως καταλάβεις γιατί .
Τώρα κι εγώ
σιωπώ
και γράφω…

ΑνώνυΜος

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Ουλαλούμ


Συννεφιασμένος ὁ οὐρανός, βαθιά συλλογισμένος· τά φύλλα θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Νύχτα, ἐρημιά τοῦ Ὀκτώβρη. Χρονιά; Χρονιά χαμένη βαθιά στή μνήμη· ἐρημικά. Κάπου κοντά στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Κάπου ἐκεῖ πέρα στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ καί στοῦ Βάιρ τά στοιχειωμένα δάση.

Ἐκεῖ, πήγαινα κάποτε, μαζί μέ τήν ψυχή μου, σέ δρόμο πού τόν ἔζωναν τιτάνια κυπαρίσσια –  κυπαρίσσια εἶχε ὁ δρόμος κι ἡ Ψυχή ἦταν μαζί μου· ἡ ψυχή μου. Κι ἦταν οἱ μέρες πού ἔνιωθα ἡφαίστειο τήν καρδιά μου: ποτάμια μέταλλο πυρρό, λάβα πού ὀργώνει ἀκάματη μέ ὀργισμένο θειάφι τοῦ Γιάνεκ τίς πλαγιές, στήν ἄκρα γῆ τοῦ πόλου· κι ὅλο βρυχᾶται καί κυλάει ἀπό τοῦ Γιάνεκ τήν κορφή στίς ἁπλωσιές τοῦ βόρειου πόλου.

Πηγαίναμε, μιλούσαμε σιγά, συλλογιστά. Μά, οἱ σκέψεις: θράκα πού ἀργοκαίει· ὕπουλη θράκα οἱ σκέψεις, γιατί σάν νά μήν ξέραμε πώς ἤτανε Ὀκτώβρης καί νύχτα (Ὦ, νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες!). Γιατί σάν νά μήν νιώθαμε τή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ (κι ἄς βρεθήκαμε ἐκεῖ τόσες φορές). Γιατί σάν νά ξεχάσαμε τό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ. Ναί· σάν νά λησμονήσαμε τά στοιχειωμένα δάση.

Μά ἡ νύχτα εἶχε γεράσει πιά κι οἱ ἀστρολάβοι ἔδειχναν αὐγή· οἱ ἀστρολάβοι ὅλοι ὑπονοοῦσαν χάραμα. Καί τότε, ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ δρόμου πρόβαλε ὅλο φῶς μιά πάχνη, κι ἀπό μέσα της ὑψώθηκε ἡμισέληνος: τό θαυμαστό, τό δίκοπο στολίδι τῆς Ἀστάρτης. Καί εἶπα: «Εἶναι πιό στοργική ἀπό τήν Ἄρτεμη αὐτή. Στόν οὐρανό τῶν στεναγμῶν γυρίζει καί τή γῆ τῶν στεναγμῶν φωτίζει.

Εἶδε πώς δέν στεγνώνουνε στά μάγουλα ἐτοῦτα ἐδῶ τά δάκρυα πού τρέφουνε τό ζωντανό σκουλήκι, καί ἄφησε τόν Λέοντα καί ἦρθε νά μᾶς δείξει τό δρόμο γιά τή γαληνή Λήθη τῶν οὐρανῶν. Στό πεῖσμα ἦρθε τοῦ Λέοντα, τό βλέμμα της ἀπάνω μας νά λάμψει. Τήν ἄγρια ξέφυγε φωλιά τοῦ Λέοντα, τά ἐρωτικά τά μάτια της ἀπάνω μας ν’ ἀστράψει».

Μοῦ ἔδειξε, ὡστόσο, ἡ Ψυχή τό δάχτυλο καί εἶπε: «Λυπᾶμαι, μά δέν γίνεται νά τό ἐμπιστευτῶ αὐτό τό ἀστέρι τό ἀχνό. Τόσο ἀχνό! Δέν γίνεται! Βιάσου, λοιπόν! Γιατί ἀργεῖς; Τρέξε, λοιπόν! Τρέχω κι ἐγώ! Πέτα! Πετῶ!» Τρόμου κραυγή τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί βύθισαν καί σύρθηκαν στή σκόνη. Πνιγμοῦ λυγμός τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί σύρθηκαν – ἄθλια φτερά–  στή σκόνη.

Ἀπάντησα: «Ἕνα ὄνειρο εἶναι τό φῶς αὐτό πού τρεμοπαίζει. Μόνο αὐτό! Στό κρύσταλλο τῆς λάμψης του ἄς πᾶμε νά λουστοῦμε! Ἐλπίδα, ἀπόψε, κι Ὀμορφιά λαμποκοποῦν σιβυλλικά οἱ ἀκτίνες του. Μά, κοίτα! Τρέμει καί πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας. Τί λάμψη! Πρέπει, ἀσφαλῶς, νά τήν ἐμπιστευτοῦμε! Τί θάμπος! Πρέπει, ἀσφαλῶς, τό δρόμο νά γνωρίζει, ἀφοῦ ὅπου πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας».

Κι ἡσύχασα ἔτσι τήν ψυχή. Τή φίλησα, τήν ἔβγαλα στό φῶς ἀπό τή θλίψη. Κατέκτησα ἔτσι τήν ψυχή. Κυρίευσα τούς δισταγμούς καί τή βαθιά της θλίψη. Καί φύγαμε ὅπου βλέπαμε καί φτάσαμε στή θύρα ἑνός τάφου. Καί κάτι ἔγραφε ἐκεῖ, πάνω στή θύρα, καί εἶπα: «Τί γράφει ἐκεῖ, γλυκιά ἀδελφή;» Κι ἐκείνη: «Οὐλαλούμ! Εἶναι τό μνῆμα τῆς χαμένης σου Οὐλαλούμ!»

Θράκα ἡ καρδιά μου πού ἔσβησε· θράκα βουβή ἡ καρδιά μου, ὅπως τά φύλλα γύρω μου, τά φύλλα: θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Καί φώναξα: «Ἦταν Ὀκτώβρης κι ἡ χρονιά: ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ, ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ μέ τό φρικτό μου βάρος, μιά νύχτα – νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες–  σπρωγμένος… Ἄ! ποιός δαίμονας μ’ ἔφερε μέχρι ἐκεῖ; Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, ἦταν μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ κι ἦταν στοῦ Βάιρ τά σκοτεινά, τά στοιχειωμένα δάση».

Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Μικρό Γυναικείο Κρανίο


Με κάποια έκπληξη, ισορροπώ το μικρό γυναικείο κρανίο μου
μέσα στα χέρια μου.
Με τι μοιάζει; με οκαρίνα; Φυσάω στο μάτι του.
Δε μπορεί να κλάψει, κρατάει την ανάσα μου μόνο για όσο εκπνέω,
κάπως ανήσυχη τώρα, μέσα στην τρύπα που ήταν κάποτε η μύτη,
κολλώ το αυτί μου στο πλατύ χαμόγελό του. Ένας στεναγμός που εξατμίζεται.
Για κάποια ώρα, κάθομαι στο καπάκι της τουαλέτας με το κεφάλι μου
μέσα στα χέρια μου, σοκαρισμένη. Το αισθάνομαι πολύ πιο ελαφρύ απ’ όσο
νόμιζα –
το βάρος μιας τράπουλας, μιας μικρής ποιητικής συλλογής,
αλλά και με κάτι άλλο, σα να μπορούσε να αιωρηθεί.
Αποκρουστικό.
Άρα γιατί φιλάω το φρύδι του, με τα ζεστά μου χείλη στο
αδύναμο οστό του
και το πηγαίνω στον καθρέφτη να ζητήσει ένα μουκάλι μύρα;
Το ξεπλένω κάτω απ’ τη βρύση, χαζεύω τη σκόνη να κυλά μακριά, όπως η άμμος
από ένα σκουφάκι κολύμβησης, μετά το στεγνώνω – νεογνό – απαλά
με μια πετσέτα. Βλέπω την ουλή στο σημείο που έπεσα μόνο και μόνο για έρωτα
από προδοτικά σκαλιά, και είναι σα να διαβάζω εκείνη την μέρα συντριβής
σε γραφή Braille.
Έρως, ψιθυρίζω στο κρανίο μου, και μετά, δυνατότερα, άλλες
μεγαλόπρεπες λέξεις,
φωνάζω τα κούφια ουσιαστικά μέσα σ’ ένα δωμάτιο με άσπρα πλακάκια.
Κάτω θα νομίζουν ότι έχασα το μυαλό μου. Όχι.
Απλώς κλαίω
μέσα σ’ αυτές εδώ τις δύο τρύπες, ή χασκογελάω
με το γελοίο της υπόθεσης, από δω
μια φίλη μου. Βλέπεις; κρατώ το πρόσωπό της σε τρεμάμενα,
παθιασμένα χέρια.

Carol Ann Duffy

Ποιητής για τους Καιρούς Μας


Γράφω, φίλε μου, τους τίτλους μιας Εφημερίδας Καθημερινής.
Είναι απλά ένα ταλέντο με τ’ οποίο γεννιέται κανείς.
Δεν χρειάζεται να είσαι κανένας εκπαιδευτικός,
μόνο βρόντηξε τις λέξεις σα να ουρλιάζουν Πανικός!
ΝΤΑΗΛΙΚΙ, ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ
Γεια μας. Το θέμα είναι να τραβήξεις την προσοχή με μια μόνο φράση
τη στιγμή που προσπερνά των πελατών η ορδή με βιάση.
Έχω κάνει κάμποσα λάθη, ας το παραδεχτώ,
μα τα μπαλώνουν στο τυπογραφείο, σιγά, και τι μ’ αυτό.
ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΛΕΤΣΟΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΜΠΑΡΕΤΖΟΥ
ΣΕ ΓΚΑΛΑ ΤΗΛΕΠΕΡΣΟΝΑ ΜΕ ΦΩ-ΜΠΙΖΟΥ
Γουστάρω στην ιδέα ότι είμαι ενός είδους ποιητής
για τους καιρούς μας. Εγώ κερνάω. Δεν ξέρω αν με εννοείς;
Έχω ένα ιδιαίτερο ταλέντο και το εξασκώ
σε πιασάρικα χάι-κου για τον πρωθυπουργό.
ΑΠΟΧΕΡΑΙΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ: ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΒΟΥΝ ΦΩΤΙΕΣ
«ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ» Η ΕΛΛΑΔΑ – ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Βέβαια, τη σήμερον ημέρα, δύσκολο να τρομοκρατήσεις
όπως πριν κάποια χρόνια που ήταν θρίλερ οι ειδήσεις.
Και τι δεν θα ‘δινα, αδελφέ μου, να πάρω εγώ τα πρωτεία
μ’ έναν τίτλο για του Τιτανικού την τραγωδία.
ΔΙΠΛΟΜΑΤΗΣ ΜΕ ΟΥΚΡΑΝΗ ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Ή ΚΑΡΙΕΡΑ;
Και, ναι, έχω ένα όνειρο – ε, εσύ! πιάσε άλλο ένα κρασί –
πως τα παιδιά θα ξέρουνε τους τίτλους μου φαρσί.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΟΡΟΪΔΙΑ ΜΕ ΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΕ ΓΙΩΤ ΟΡΓΙΩΝ: ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ
Τα ποιήματα της δεκαετίας… ΜΙΕSENS! Φιλεleft Αυταπάτη!
Τέχνη, παιδί μου! Πιο καλή κι από το πιο γαμώ κρεβάτι.

Carol Ann Duffy

Ξένος



Φαντάσου να ζεις σε μια ξένη, σκοτεινή πόλη για είκοσι χρόνια.
Υπάρχουν κάποιες ζοφερές κατοικίες στις ανατολικές συνοικίες
και μια απ’ αυτές είναι η δική σου. Με το που προσγειώνεσαι, ακούς
την ξενική σου προφορά ν’ αντηχεί κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Σκέφτεσαι
σε μια γλώσσα δική σου και μιλάς στη δική τους.
Έπειτα γράφεις στην πατρίδα. Η φωνή μέσα στο κεφάλι σου
υπαγορεύει το γράμμα σε μια τοπική διάλεκτο – πίσω απ’ αυτή
είναι ο ήχος των τραγουδιών της μητέρας σου,
τόσο καιρό πριν, και τώρα δεν ξέρεις
γιατί τα μάτια σου υγραίνονται και ποια είναι η λέξη για
αυτό.
Χρησιμοποιείς τις δημόσιες συγκοινωνίες. Κοιμάσαι. Δουλεύεις. Φαντάσου
ένα βράδυ
να βλέπεις ένα όνομα γραμμένο για σένα με κόκκινο σπρέι
πάνω σ’ έναν πέτρινο τοίχο. Ένα όνομα μίσους. Κόκκινο σαν το αίμα.
Χιονίζει στους δρόμους, κάτω απ’ τα φώτα νέον,
σαν να περνά αυτό το μέρος κομματιασμένο μπροστά απ’ τα μάτια σου.
Και στο ντελικατέσσεν, κάπου-κάπου, τα κέρματα
στην παλάμη σου απλά δεν μεταφράζονται. Άναρθρα,
γιατί αυτό δεν είναι το σπίτι σου, δείχνεις τα φρούτα. Φαντάσου
κάποιος σαν εσένα να λέει Εγκώ ντεν ξέρει τι ατοί άντρωποι εννοεί
ατοί σαν μόνο πάει κοιμηθεί και όνειρα δει. Φαντάσου το.

Carol Ann Duffy

Δήμητρα



Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη
Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου
και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,
για να σπάσω τον πάγο.

H ραγισμένη μου καρδιά-
-προσπάθησα να το αποτρέψω-
όμως  γλίστρησε, επίπεδη,
πάνω στην παγωμένη λίμνη.

Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,
αλλά την είδα τελικά να περπατά,
η κόρη μου, το κορίτσι μου,
πάνω στους αγρούς,
με πόδια γυμνά,
να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης
στο σπίτι της μητέρας της.

Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε
και έγινε θερμός
με την κίνησή της,
ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,
με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.

Carol Ann Duffy