Follow by Email

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Είσαι, ψυχή μου

Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα κι έτσι θ`απομείνει.
Κατάμονη σε μι` άκρη, όπως εκείνη,
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ένας ακόμη θά `σουνα νεκρός
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.
Σαν αδελφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει
που γέρνει, συλλογίζεται κι αργεί
χαμένη ευτυχία να νοσταλγεί.
Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζι
όσα το βράδυ δάκρυα, την αυγή
στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.

Κ.Γ. Καρυωτάκης

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Η ατελής προδοσία

Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες το σεσημασμένο φιλί. Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας θα επιστρέψω εξολοκλήρου αυτό ναι, το θυμάμαι καλά κεντήθηκε με καυτή βελόνα τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου. Ξέρεις τι είναι προδοσία; Η ανάγκη φυγής που κυριεύει κάθε σώμα καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση όπως είναι η στάση της πίστης η στάση της αγάπης μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο με μόνη θέα νύχτα μέρα καρφωτή στα μάτια την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της. Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής ο αντζέντης της προδοσίας; Το προδοτικό φιλί. Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια με την αθανασία εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν οι οθόνες των αιώνων γιατί αυτό το φιλί είναι που διεγείρει την καταπιεσμένη αγριότητα προσηλυτίζει το αίμα στη θρησκεία του θανάτου εκείνο είναι που κόβει την ανάσα των θρήνων κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου είναι γιατί θυμάμαι ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας αλλά το προδοτικό φιλί της δεν μου το έδωσες. Γράψε μου σε παρακαλώ τη διεύθυνσή του.

Κική Δημουλά

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Κράτησα τη ζωή μου


«Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.»

Γιώργος Σεφέρης

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

το καταδίκασε


είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του
όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών
η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα
εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι
των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου
απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

Tristan Tzara

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση


(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η “ΤΕΧΝΗ'-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι
Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες
ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή
Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ
Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ
η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας
Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ
Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο
Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων
ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της
ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

Tristan Tzara

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Ποιήματα για το ίδιο βουνό

Ι

Όχι ακόμη, δεν ήρθα να σε απο-
χαιρετήσω αδελφέ, που σε ανέβηκα
πρώτη φορά όταν ήμουν φως
σ' ένα μίσχο. Οι περσότεροι
στίχοι μου είναι κτίσματα
πάνω σου. Κι αν ο λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θα μέναμε όρθιοι
τότε κ' οι δυό σαν πέτρες
παράλληλες. Όμως μέσα
στο ανάστατο δάσος του κόσμου
σήμερα ο Λόγος δύσκολα
ακούγεται. Αλλά τα παιδιά
το ξέρω πώς μέσ' από τα
βιβλία μου αύριο θα μαζεύουν
λουλούδια και πως θα μιλούν
για το θαύμα - ζωή, κοιτώντας
τον κόσμο μέσ' απ' τους στίχους μου.





ΙΙ

Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.





ΙΙΙ

Όταν ήρθα στον κόσμο κ' είδα
τον ήλιο, είπα: Θα πρέπει κάτι
ν' αφήσω πίσω μου φεύγοντας.

Και το βρήκα αρκετό. Ν' ανεβώ
στην κορφή σου, να πετάξω
στη γης ένα λουλούδι.



IV

Είδα τον κεραυνό, το φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
από κάτω ως απάνω την κορφή σου,
μετέωρος. Κ' η σκέψη μου έπαιξε
μες το κρανίο μου σαν αστραπή:
Πηδώντας στο πρώτο του, ν' ανεβώ
ένα - ένα, από κάτω ως απάνω
τα λοξά σκαλοπάτια του.





V

Η ουράνια δαντέλα,
η σχεδόν κυματίζουσα,
των γραμμών σου, θαρρείς
όταν δύει ο ήλιος
και γιομίζει αγγέλους.

Προχωρούν, ανεβαίνουν
απ' τις δύο παρυφές
στη μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σαν μιά χορωδία.

Όσο που τέλος,
κάποιος απ' όλους
απλώνει το χέρι
κι ανάβει τον έσπερο.





VI

Εδώ πάνω είναι ο θάνατος άγνωστος
έλεγα κ' έγραφα κάποτε. Κ' ήταν
αλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τα περάσματα έκλειναν.
Ο κρύος αέρας κ' οι σκιές
της νυχτός δεν έβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
το έξω και το μέσα μου φως
κι απλωνόταν δίχως όρια γύρω μου.





VII

Ήμουν δέκα χρονών όταν χάραξα
μ' ένα σουγιά σε μια πλάκα σου
τ' όνομά μου, μόλις βγαίνει να το
συλλαβίζει ο ήλιος. Ήταν τότε
που ακόμη είχα "εγώ" μα που
αργότερα το 'σβησα, καθώς
η βροχή απ' την πλάκα σου
τ' όνομά μου.
………………Τ' όνομά μου
η φωνή ενός αηδονιού
που βγαίνει απ' το δάσος
χωρίς τ' όνομά μου.

Μου αρκεί να γνωρίζω ότι
στάζει Θεό στις ψυχές
των παιδιών η λάμψη των λέξεων.





VIII

Υποσχόμουν στο ένα που ήταν όλα.
Χαμογελούσα στο ένα που ήταν όλα.
Δεν ήσουν το ένα, καλό μου βουνό.
Σε έκαμα πρόσωπο, σε είδα λαό
και σε είδα πλανήτη. Κ' έκαμα
ένα όμορφο όνειρο: Να μεταβάλω
μ' αυτό το χαμόγελο πάνω σου
σε κρόσια ήλιου όλα τα σύννεφα,
σε φώσφορο ειρήνης μιά καταιγίδα.





IX

Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν' ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιά πέτρα στερεή
ν' ακουμπώ το χαρτί μου.

Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.





X

Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορροές
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυό αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
……………..Η γαλήνη σου
όμως και η γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………….Η μοίρα
μου επέτρεψε απ' όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ, να έχω
κ' εγώ στο σύμπαν μιά πέτρα.





XI

Πολύ το προσπάθησαν οι άσχημοι
τούτοι καιροί, αλλά τέλος
δεν μου ρήμαξαν την ψυχή
για να μείνει εδώ, να στέκεται
δίπλα σου, να σε ντύνει,
σε ώρες χαρμόσυνων ημερών,
αγγελμάτων.
………………Θα 'ναι το γιορ-
τινό σου πουκάμισο.





XII

Θέλω να υφάνω, ν' αποδώσω με λέξεις
το ρυθμό του νερού, που χτυπάει
στα χαλίκια κάτω απ' τις φτέρες σου.
Ν' ακούγεται όμοια κ' η ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα
στους στίχους μου, να ρέει
συνεχώς, καθαρά, τρυφερά,
(από δω ουρανός κι από κει ουρανός)
μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο.





XIII

Με τις λέξεις σου μίλησα των τσοπάνηδων
που τις φύλαξα στο αίμα μου. Ήταν
γυμνές και τους φόρεσε ένδυμα
να ταιριάζουν στην ομιλία μου
με τον κόσμο - με τα ζώντα και μη,
που όλα μαζί σχηματίζουνε έναν
ποταμό ομορφιάς, που εδώ ακριβώς,
στους δυό μας ανάμεσα και γύρω από μας,
στο χώρο της γης, τέμνει την άβυσσο.


XIV

Το ξέρω ότι ήσουν και πριν
γεννηθώ. Το ύψος σου
πάντως βγήκε από μέσα μου.


Νικηφόρος Βρεττάκος - Χορωδία

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Ω αιωνιότητα



Ω αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που απλώνεσαι
Πέρ' απ' τους κάμπους που πατώ.
Αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που αγάπησα,
Στη δρόσο σου τυλίγομαι
Να σε ρουφώ σαν τον κισσό.

Όλγα Βότση