Follow by Email

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Πρόσφυγες στην άμμο


Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή σιωπή
ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο·
ολημερίς ξαπλώνονταν αμίλητο
και σκυθρωπό σα μουδιασμένο ζώο
 Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό
καθώς το φύλλο που τσαλακώνεται
μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα
σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο
Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια
κι ήταν όλος χιλιάδες
που άφηναν τη γη τους
κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο,
σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του
και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή
ή έστω αντίσταση στο θάνατο
που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου.
Άγρια μοναξιά τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Home Sweet Home


Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Srebrenica
Καραβανάδες επιστρέφουν σε φέρετρα τυλιγμένα με τη γαλανόλευκη
Σπείρανε κάλυκες. Τους θέρισαν ρωσικά RPG
Έν’, δυο, εν’, δυο, ένα στο δόξα πατρί – παίζουμε στρατιωτάκια ακούνητα;
Τα όπλα σας είναι φαλλοί. Θα τα ευνουχίσουν ανήλικες μουσουλμάνες
Νοικοκυραίοι δακρύζουν σε απευθείας σύνδεση με το δελτίο ειδήσεων
Παπάδες στοιχισμένοι ψέλνουν την επιμνημόσυνη δέηση για τους βιαστές με τα κυανά κράνη - δεν υπάρχει μετάνοια γι’ αυτούς
Πολιτικοί στρώνουν τις φορεσιές τους
Ονειρεύονται γενοκτονίες με την ευγενική χορηγία της Texaco
It’s business as usual, baby!
Τα πατριωτικά λόγια μου προκαλούνε καύλες
Ελλάδα, σε βύζαξα, αλλά εσύ ποτέ δε με αγάπησες (όπως τα ναζί παιδιά σου)
Γι’ αυτό λέγε με ξένο
Είμαι η Μέδουσα, το καρατομημένο κεφάλι της μητριαρχίας
Είμαι ο γιος του Ρίντρα, προστάτης της οργής
Με έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως
Με μισούνε σαν κι αυτόν, τον άχρονο ξένο
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος
Ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος
Είμαι το μαύρο χρώμα της εργασίας
Κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια για τον φόβο
Είμαι ο ήλιος που καθρεφτίζεται στα όπλα των πρωτοκοσμικών
Με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό
Μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτήν την μεταφορά;
Μένω πιστός στο πλευρό κάθε ελεύθερου σκοπευτή – τι δειλός
Είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα πτώματα πο

υ συσσωρεύονται γύρω μου
Γεννάω πτώματα, γεννάω πτώματα. Ας με σταματήσει κάποιος
Από τους πόρους μου εκκρίνονται θάνατοι αμάχων
Κοροϊδεύω τη ζωή, την φτύνω, όταν γυρνάει την πλάτη
Της κλέβω τα adidas της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος
Δε είμαι σαν κι αυτήν. Είμαι πριν από αυτήν
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Σε όλες τις μητροπόλεις
Σε όλες τις χώρες που ξεκινάνε με σίγμα
Μα που είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν πριν την ώρα τους
Οι σύντροφοί μου εκτίουν άδικες ποινές
Οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία
Οι σύντροφοί μου γεμίζουν ομαδικούς τάφους
Οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου
Εφιάλτες ξεμοναχιάζουν τα όνειρά μου
Ονειρεύτηκα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα
Παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικά
Παιδιά να παίζουνε κρυφτό κάτω από τους προβολείς των ελικοπτέρων
Στρατιώτες με την γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν με αυτόματα
Όχι, όχι τα παιδιά, φώναζα
Τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας
Τα παιδιά έχουν μολυνθεί από το χρόνο, μου απάντησαν
Είναι αργά πια γι’ αυτά
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός

Jazra Khaleed

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Ποίημα 1146

Τόσο απαλό καθώς το μακελειό των Ήλιων
Σφαγμένων από τα σπαθιά του Δειλινού.

Emily Dickinson

Ακόμα ένας


Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τι άλλο πια κι εσύ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν’ αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν’ αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θα ’ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν’ εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ’ αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε, ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βουντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ’ αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιος, ποιο και τι
Τι να ’ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Ε, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.

Boris Vian

Εκεί


τα δικτυωτά ανύπαρκτα ριπίδια
της λησμονιάς
ήταν η μόνη
παρηγοριά
μέσα στα αίματα μιας
 παρθένου
που δεν είπε ποτέ τ’ όνομά της
μεσ’ στα τραγούδια
της τεφρής ουσίας
μέσα στους κόκκινους λεπτομερείς ανέμους

κι όμως ήτανε γραφτό
ανάμεσ’ απ’ τους κρίκους
τις ρόδες
τις σούστες
και τα κλάματα
της φαλαινίδος
να φυτρώση έτσι
ένας
φύκος
που ήταν το μόνο στολίδι
της πτωχής αιθούσης.

φωνές
και τα ξέστρωτα τραγικά κρεβάτια
σπασμών.

Νίκος Εγγονόπουλος

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018

Ο νότος


Από ένα απ’ τους εξώστες σου
έχοντας δει τα αρχέγονα άστρα,
από τον πάγκο της σκιάς
δει
κείνα τα σκόρπια φώτα
πού η άγνοια μου
δεν ήξερε να ονοματίσει
ούτε να κατατάξει
σε αστερισμούς,
έχοντας ακούσει
το κύλισμα του νερού
στη στέρνα τη κρυφή,
το άρωμα από γιασεμί
και αγιόκλημα,
τη σιωπή
του κοιμισμένου παπαγάλου,
την αψίδα της στοάς,
το νότισμα
- τούτα τα πράματα, ίσως,
είναι το ποίημα.

Jorge Luis Borges

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Ο ξένος

(απόσπασμα)

Ήμουν όμως σίγουρος για τον εαυτό μου, σίγουρος για όλα, πιό σίγουρος από κείνον, σίγουρος για τη ζωή μου και για τον θάνατο που έμελλε να έρθει. Ναι, αυτό μόνο είχα. Αλλά τουλάχιστον κρατούσα τούτη την αλήθεια όσο με κρατούσε κι εκείνη. Είχα δίκιο, κι ακόμα έχω, πάντα είχα δίκιο. Είχα ζήσει μ' έναν τρόπο και θα μπορούσα να είχα ζήσει διαφορετικά. Είχα κάνει αυτό και δεν είχα κάνει εκείνο. Δεν είχα κάνει το ένα, ενώ είχα κάνει το άλλο. Και λοιπόν; Ήταν σα να περίμενα όλο τούτο τον καιρό αυτό ακριβώς το λεπτό κι αυτήν ακριβώς την αυγούλα που θα με δικαίωναν. Τίποτα, τίποτα δεν είχε σημασία και ήξερα πολύ καλά το γιατί.[...]Τι μ' ένοιαζε ο θάνατος των άλλων, η αγάπη μιας μάνας, τι μ' ένοιαζε ο Θεός του, η ζωή που διαλέγουμε και τα πεπρωμένα μας, αφού ένα και μοναδικό πεπρωμένο έμελλε να επιλέξει εμένα και μαζί μ' εμένα δισεκατομμύρια προνομιούχους, που όπως κι εκείνος, δήλωναν πως ήταν αδέλφια μου; Καταλάβαινε; Καταλάβαινε επιτέλους; Όλοι οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι. Υπήρχαν μόνο προνομιούχοι. Και τους άλλους θα τους καταδίκαζαν μια μέρα. Κι αυτόν θα τον καταδίκαζαν.

Albert Camus