Follow by Email

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

SPUTNIK 2017


Θέλω να ξεκινήσω με ένα χασμουρητό

Ας πούμε: ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο προβλέψιμο
από το λιντσάρισμα μιας κοινής αλήθειας.
Εξίσου προβλέψιμη είναι και η εξέλιξη του πολιτισμού.
Σαν να επινικελώνουμε διαρκώς το ίδιο χασάπικο.

 Όπως καταλαβαίνετε, δεν μου καίγεται καρφί για τα διαστημόπλοια.
Ό, τι δεν γδέρνεται κάτω από απ'τα νύχια σου
έχει κάτι το απάνθρωπο.
Α, η αληθινή εξερεύνηση
ξεκινά
από το πιο μαλακό σου σημείο
Τρώει πολλή τρυφερότητα.

Σιγά σιγά
Βρίσκω μέσα μου τις λέξεις
για να επιζήσω κουβεντιαστά
Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης
είναι το δικό μου
επείγον πολίτευμα.

Ζούμε σε μία εποχή απόλυτης αναρχίας στην απάντηση
και στυγνής δικτατορίας στην ερώρηση.
Χρειαζόμαστε
μια μέση κατάσταση.

Ερώτηση: τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα
Απάντηση: διαγράφει μια ελλειπτική πορεία.
Ούτε η ηρωϊκή απελπισία της ευθείας, ούτε η λύτρωση του κύκλου.
Αυτό το ανάμεσα. Μια μπάσταρδη κίνηση.
Η πραγματική μητέρα του ιλίγγου.

Ίλιγγος
στην πιο βαρειά του μορφή
είναι όταν εσύ
και ο χρόνος
σκυλεύετε
την ίδια σκέψη
ταυτόχρονα.

Ένας ασκημένος αναγνώστης
θα μυρίσει στην παραπάνω φράση διάσπαρτο θάνατο.

Η έκθεση θανάτου της Λάικας* αναφέρει ότι ο θάνατος προήλθε από
ταχυκαρδία λόγω υπερθέμανσης. Αυτό είναι πέρα ως πέρα ψευδές.
Κανείς δεν πεθαίνει από ταχυκαρδία. Δεν υπάρχει λέξη ταχυκαρδία.
Υπάρχει μόνο χτυποκάρδι.

Προβληματίζομαι μέρες ανάμεσα σε χτυποκάρδι και καρδιοχτύπι.
Κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: χτυποκάρδι γράφουμε εδώ στη γη.
Καρδιοχτύπι γράφουμε στο διάστημα.
Λόγω έλλειψης βαρύτητας.

Ό, τι ξεκινά με χασμουρητό τελειώνει με γάβγισμα

Τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα;
- Γαβγίζει τ'αστέρια.

Κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται.
Η τέλεια απόκριση. Ανάμεσα σε δύο μοναξιές. Με δίχως αντίλαλο.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς

Γιάννης Στίγκας

Ερωτευμένο άρα ιπτάμενο


Περνώ βουνοκορφές ξυστά
γκρεμούς που γίναν οικειότητα
λάθη παλιά που τσούξανε
και δε σκαμπάζει πια
καμία χελιδόνα ο ύπνος μου
Ξυπνώ βαρύς κι αποσυνάγωγος
οι άνεμοι με παίρνουν στο ψιλό
πως ξέρουν και οι δεκάξι το κορμάκι σου;
Δεν είσαι μία Ελένη εσύ
είσαι πολλές Ελένες συναπτές
δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό
θα' πρεπε να'χω
τύχη πολλή
πενήντα τόσα μάτια
χέρια μονίμως ξάγρυπνα
θά'πρεπε να 'χω κάνει
χρόνια θητεία σε αερόστατο
ραμμένο από - ποιος ξέρει πόσα -
άδεια πουκάμισα

Γιάννης Στίγκας

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Ρομάντσα της σελήνης


Στην Κοντσίτα Γκαρθία Λόρκα

Ήρθε η σελήνη στο αργαστήρι
με μισοφόρι από νάρδους.
Το παιδί την κοιτάει, την κοιτάει.
Το παιδί τη βλέπει ολοένα.
Στ’ αγέρι το ταραγμένο
απλώνει η σελήνη τα μπράτσα,
κι αγνή και φιλήδονη, δείχνει
τα σκληρά της τα στήθη από τσίγκο.
Φύγε, σελήνη, σελήνη.
Αν ερχόταν οι Τσιγγάνοι
θάφταχναν με την καρδιά σου
χαλκάδες κι άσπρα γιορντάνια.
Παιδί μου, άφησέ με να χορέψω.
Όταν έρθουν οι Τσιγγάνοι
τα σ’ εύρουν πάνω στ’ αμόνι
με τα ματάκια κλεισμένα.
Φύγε, σελήνη, σελήνη,
γιατί ακούω τ’ άλογά τους.
Άφησέ με, παιδί, μην πατάς
την κολλαριστή ασπράδα μου.

Ζύγωνε πια ο καβαλάρης
χτυπώντας το ταμπούρλο του κόσμου.
Μες στο αργαστήρι τ’ αγόρι
έχει τα μάτια κλεισμένα.

Έρχονταν απ’ το λιοστάσι,
μπρούντζος κι όνειρο, οι Τσιγγάνοι.
Με τα κεφάλια υψωμένα
και μισοκλεισμένα μάτια.

Πώς τραγουδά η κουκουβάγια,
αχ, πάνω στο δέντρο πώς σκούζει!
Στα ουράνια πάει η σελήνη
μ’ ένα αγόρι από το χέρι.

Μες στο αργαστήρι θρηνούνε
μ’ άγριες κραυγές οι Τσιγγάνοι.
Ο αγέρας φυλάει βάρδια,
ο αγέρας φυλάει ολοένα.

(Μετάφραση: Κ. Πολίτης)
Federico Garcia Lorca

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Ο δημιουργός

Είμαστε το ποτάμι που μνημονεύεις, Ηράκλειτε.
Είμαστε ο χρόνος. Η άπιαστη ροή του
μεταφέρει λέοντες και όρη,
χαμένες αγάπες και στάχτες ηδονής,
αστείρευτες πλανεύτρες ελπίδες,
αναρίθμητα ονόματα αυτοκρατοριών
που τώρα δεν είναι παρά σκόνη,
εξάμετρα, ρωμαϊκά κι ελληνικά,
μια θάλασσα, ερεβώδη υπό το κράτος της αυγής,
τα όνειρα, πρόγευση του θανάτου,
τα άρματα και τον πολεμιστή, μνημεία,
τα δυο πρόσωπα του Ιανού, άγνωστα μεταξύ τους,
τους φιλντισένιους λαβυρίνθους που
χαράζουν τα πιόνα πάνω στην σκακιέρα,
το κόκκινο χέρι του Μάκβεθ, ικανό
να αιματοποτίσει τις θάλασσες, τη μυστική
εργασία των ρολογιών μέσα στις σκιές,
έναν ατέρμονα καθρέφτη που αντικρίζεται
σε άλλον καθρέφτη και κανείς δεν υπάρχει να τους δει,
ατσαλένια ελάσματα και γοτθική γραφή,
μια ράβδο από θειάφι κλεισμένη σε ντουλάπι,
βαρύθυμα καμπανίσματα της αϋπνίας,
χαραυγές, δύσεις και δειλινά,
αντίλαλους, φυρονεριά, άμμο, λειχήνες, όνειρα.
Δεν είμαι άλλο παρά τούτες οι εικόνες
που η τύχη μοιράζει και η πλήξη ονοματίζει.
Μ’ αυτές, παρότι τυφλός κι αδύναμος,
οφείλω να δουλέψω τον άφθαρτο στίχο
και (είναι χρέος μου) μαζί τους να σωθώ.

Jorge Luis Borges

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη

Η πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη
στη Θεσσαλονίκη, στη συμβολή των οδών
Αμύντα, Πλάτωνος και Φιλίππου,
είναι θερινή κατοικία ενός άστεγου.
Ασήμαντη πλατεία, σαν κάποτε του ποιητή
την παρουσία σε κάθε της γωνιά.
Στα χρόνια τα μαθητικά
τη διέσχιζε πηγαίνοντας σχολείο.

Δεν είναι τόσο δύσκολο κανένας
στην πόλη ετούτη να διαθέτει
τα παραίτητα. Ο άστεγος
της πλατείας Μανόλη Αναγνωστάκη
έβαλε στο παγκάκι τα χαρτόνια,
πάνω τους μαξιλάρια μιας ξαπλώστρας,
δίπλα μια πλαστική καρέκλα
με δίχως πλάτη και με ποδαρικά μεταλλικά,
ένα καφάσι επίσης πλαστικό για κομοδίνο,
μια πράσινη πετσέτα πέναντι,
στο σκαλοπάτι του κτιρίου
με τα κατεβασμένα μόνιμα ρολά,
ένα ζευγάρι, τέλος, μπεζ σκαρπίνια.
Τα μεσημέρια φήνει τα σκαρπίνια
κάτω από τον ήλιο και
κάθεται στο απέναντι παγκάκι,
στη σκιά του σιωπηλού δεντρού.

Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως πέθανε πιτέλους.
Ένας μικρός, γυαλάκιας, με σάκα σχολική,
ψηλό παιδί, άφησε στο καφάσι ένα λουλούδι.
Κατέβηκεν η φοβισμένη συμπονετική
γειτόνισσα, που και να τον κοιτάξει
σιχαινόταν, έκλαψεν ώρες πλάι του.
Όταν εξύπνησε από τις φωνές της
στο μπαλκόνι, ένιωθε ακόμα
νέλπιστο το χάδι της στης κεφαλής
τις λαδερές του τρίχες.
Είχανε λιώσει, λέει, τα σανδάλια της
για ώρες βουτηγμένα σε δακρύων λίμνη.

Ο ποιητής περπάτησε
αυτούς τους δρόμους τους παλιούς
ανάμεσα σε σωριασμένα πτώματα.
Τους μίσησε άλλοτε και
τους αγάπησε μαζί· ατέλειωτα.
Η ιστορία της μικρής πλατείας
Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μικρή, 
ετών ολίγων· δεν θα γραφτεί από τον άστεγό της 
ούτε από τα συνθήματά της που γρυλλίζουν: 
ολική άρνηση στράτευσης - ολική άρνηση φύλου. 
Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη 
δεν διδάσκεται για προκοπή στορία· 
μόνο, για τους βουλιμικούς ιδίως περαστικούς, 
σερβίρεται η αυτοεκπληρούμενη 
του ποιητή της ήττα

Tamistas Mhnymal

Όταν κατέβουμε τη σκάλα

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Κώστας Γ. Καρυωτάκης