Follow by Email

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

Πρωί

 


Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε

τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το

ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια

προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις

πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται

ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ

μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα

καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,

τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου

σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου

ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.

Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία

τοῦ φθινοπώρου

ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος

ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια

καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους

καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου

ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.


Γιώργος Σεφέρης

Όταν στους δρόμους


Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα

Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι

Και προχωρώ

Εσύ και δυό άστρα που επιζήσαν

Οι μόνοι μου συνοδοί

Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω

Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα

Σημαδεύουν την αρνητική πορεία

Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο

Και ν’ αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες

Αυτοί που μάς αγάπησαν πεθάναν πριν μάς μισήσουν

Αυτούς που θ’ αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ

Έφηβοι δεν κλάψαμε

Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο

Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες

Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ’ τις σχισμές των ματιών σου

Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία

Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση τόση

Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν

Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς

Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση

Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές

Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού

Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες

Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες

Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση

Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα

Θα ξεριζώσω τη φωνή μου

Και θ’ αγαπήσω δυό φορές το σχήμα της σιωπής σου


Κλείτος Κύρου

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020

Η μπαλάντα των μέσων ανθρώπων

 

Οι άνθρωποι οπωσδήποτε κάνουν την ιστορία,

οργανωμένοι σε ομάδες με κοινή

καταγωγή και γλώσσα και θρησκεία.

Εξαιρούνται φυσικά οι αναρχικοί,

οι γλωσσολόγοι, οι εθνολόγοι, οι πολύ

σοφοί, οι πολύ βλάκες και βεβαίως τα παιδιά τους.

Απομένουν τα πρεζόνια, οι μπεκρήδες κι οι τρελοί.

Οι μέσοι άνθρωποι ευτυχώς πηγαίνουν στη δουλειά τους

Με τέτοια δεδομένα προφανώς η ανοησία

αποτελεί την πιο σπουδαία σταθερά

προόδου. Η φαντασία στην εξουσία

μπορεί να κάνει θαύματα σωστά.

Μια ιστορία μαστουρωμένη ξενυχτά,

ακόμη κι όταν οι θεοί ξεχνάνε τη δουλειά τους.

Μπορεί οι επιστήμονες να ενίστανται, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι ευτυχώς πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Όσο για εκείνη την παλιά θεωρία περί βίας

που ξεγεννάει την πρόοδο αιματηρά...

Μια τόση δα ταμπλέτα ευωχίας

παρέχει τα —λευκότερα λευκά,

καθώς απλώνουνε στα σκοτεινά

οι βλάκες τα υποσυνείδητά τους.

Μπορεί οι σοφοί να ενίστανται, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι, ευτυχώς, πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Φίλοι μου, μέσα στον τεκέ της ιστορίας, τ’ αφεντικά

δεν είναι αυτοί που πίνουν το λουλά τους

τραυλίζοντας θεωρίες περί Ιστορίας, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι, ευτυχώς, που πάνε στη δουλειά τους.


Τώρα σκεφτείτε πόσες λέξεις

με δυνατό, ελαφρώς αψύ

και πλούσιο άρωμα, σαν το θυμάρι,

θα χάσετε, αν πάψω

να ονειρεύομαι αδέσποτες πλαγιές,

αδήλωτες δροσιές κι αδούλωτα χωριά·

αν -λέω- αρχίσω να μετράω

τις λέξεις μου – κι αυτές

που μένουν να τις βάζω

σε εισαγωγικά (— —)*

 

*ΣΗΜ. Στην μεταμοντέρνα

γλώσσα οι λέξεις απαιτούν

πάντα εισαγωγικά,

τα οποία υπαινίσσονται πως ο ομιλητής

δεν είναι διόλου αφελής

ώστε να εμπιστευτεί

τις λέξεις.

 

Μεταξύ αυτών:

Εγκάτοικος, φιδόπουλο, μνέσκω, πονιδιασμένος,

τετρομασμένος, ακαρτέρει, φιλιατρό,

κεραυνοκράχτες, μνέσκανε,

ζουρλάδι, συρτοπάπουτσα,

μυγόχεσμα, αλληθώρικος,

τσίπλα, ανεμοστρούφουλας ,

άθλιβος, αιματοπότης,

γλυκοσύντυχος, γνόφος,

καλοκέρι, δολοευλαβής, θυμώδης,

κρυώδης και αφτούμενος,

μανή, θεκέλ, φάρες.


Συνέλθετε, ασύστατοι! Όταν πέσει

ο άνθρωπος στα τέσσερα

θα ’ναι για να χιμήξει

στον άνθρωπο –

κυριολεκτικά.


Γιώργος Μπλάνας

Μαύρος ποιητής


Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας

σε στοιχειώνει

ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή

και ζεματάει η πόλη,

κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,

στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.

Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν

στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·

μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές

καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.

Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες

ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός

σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·

απ’ τα στόματά σας κρέμομαι

γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.


*Aπό το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.


Antonin Artaud 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Πέρασαν εκατό χρόνια μοναξιάς

 Πέρασαν εκατό χρόνια μοναξιάς

να σ’ αγαπάω∙

Γέρασα τώρα,

δε σκύβω στο πηγάδι,

μην αντικρίσω τον Καιρό…

Έβαλα

το μαχαίρι

στη θήκη του∙

τίποτα πια δεν περιμένω…


Κωστής Μοσκώφ 

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

Πατρίδα


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις

ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα

με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους

το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου

κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά

φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου

δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες

μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο

ανάμεσα στα δόντια σου

και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

πρέπει να καταλάβεις

ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

κανένας δεν καίει τις παλάμες του

κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια

κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού

τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

κανένας δε σέρνεται

κάτω από φράχτες

κανένας δε θέλει να τον δέρνουν

να τον λυπούνται

κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων

ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία

όπου το σώμα σου πονούσε

ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη

από μια πόλη που φλέγεται

και ένας δεσμοφύλακας το βράδι

είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό

γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

κανένας δε θα το μπορούσε

κανένας δε θα το άντεχε

κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό

για να ακούσει τα:

γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι

πρόσφυγες

βρομομετανάστες

ζητιάνοι ασύλου

που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα

μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι

κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε

να κάνετε και τη δική μας

πώς δε δίνουμε σημασία

στα λόγια

στα άγρια βλέμματα

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά

από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά

από δεκατέσσερις άντρες

ανάμεσα στα πόδια σου

ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο

να καταπιείς

από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,

αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου

και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές

εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα

να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο

να κολυμπήσεις ωκεανούς

να πνιγείς

να σωθείς

να πεινάσεις

να εκλιπαρήσεις

να ξεχάσεις την υπερηφάνεια

η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι

μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου

που λέει

φύγε,

τρέξε μακριά μου τώρα

δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ


Warsan Shire 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2020

Περιπλανήθηκα μονάχος σαν σύννεφο


Περιπλανήθηκα μονάχος σαν σύννεφο

που αιωρείται ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,

 όταν ξαφνικά είδα έναν σωρό ,

ένα πλήθος από χρυσούς ασφόδελους,

παράπλευρα της λίμνης, ανάμεσα στα δέντρα,

να λικνίζονται και να χορεύουν στο αεράκι.


Συνεχείς σαν τ΄αστέρια που λάμπουν

και σπινθηροβολούν στον Γαλαξία μας,

απλώθηκαν σε ατέρμονη  γραμμή

περιδιαβαίνοντας  την γωνιά ενός κόλπου.

Δέκα χιλιάδες θα είδα με μια ματιά

να στριφογυρίζουν τα κεφάλια τους σε εύθυμο χορό.


Τα κύματα δίπλα τους χόρευαν.

Μα αυτοί  υπερέβησαν τα λαμπερά κύματα σε χαρά.

Ένας ποιητής δεν θα μπορούσε παρά να είναι χαρούμενος

σε μια τόσο εύθυμη συντροφιά!

Κοίταζα…και κοίταζα… μα λίγο σκέφτηκα

τί πλούτο το θέαμα μου είχε προσφέρει:


συχνά, όταν στον καναπέ μου ξαπλώνω

αφηρημένoς  ή σκεφτικός

 αυτοί περνούν σαν αστραπή μέσα απ΄ την μύχια εκείνη ματιά

που είναι της μοναξιάς η ευδαιμονία.

Και τότε τα σωθικά  μου με ευτυχία γεμίζουν,

και χορεύουν με τους ασφόδελους.


(μετάφραση-απόδοση Ευαγγελία Γιάνγκαλη-Καραουλάνη)

William Wordsworth