Follow by Email

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Εγωτική προπαγάνδα

(απόσπασμα)

IV
Σαν σε προθάλαμο χειρουργείου,
η φρίκη
βηματίζει νευρικά στον οισοφάγο μου,
τα παιδιά της ανασταίνονται,
που έλεγες, χθες,
είχαν πεθάνει.

Φοβάμαι
και τούτο
είναι όλο.

Γιώργος Φιλιππίδης

Παλαιϊκές συγκινήσεις


Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο μου 'μεινε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.

Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.

Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ' εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ' είν' ο πόνος τους ατέλειωτος.

Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Θεόδωρος Ντόρρος 

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Αδιαφορία


΄Ανθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Cesare Pavese

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Η πόλη


Η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες
κουλουριασμένο φίδι και λουφάζει
όλα τ' ακούει, όλα τα μετράει
και λογαριάζει κέρδη και ζημίες
η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες·
καμιά φορά αναστενάζει.

Αμαλία Τσακνιά

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Κολοσσός


Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από στάβλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαϊκή Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα διαμπερή σου κόκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα
Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.

Sylvia Plath

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Η φύση του πράγματος


Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό
χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του
ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι

έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν
τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως
ακατανόητο και παγωμένο

τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα
και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα
όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.

Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος
που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω·
αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία
κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο

να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε
μπόρεσα τελικά να μείνω.

"Ρόδινος φόβος", εκδόσεις Στιγμή, 1992
Μαρία Λαϊνά 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Οδύνη


«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,
να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»
Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.
Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.
Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.
Παρατημένη,
πιασμένη σε δόκανο,
έγκλειστη στην οδύνη της.
Ο άνδρας της αδιάφορος.
Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα
με τις καινούργιες κατακτήσεις του.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα