Follow by Email

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Η πόλη


Η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες
κουλουριασμένο φίδι και λουφάζει
όλα τ' ακούει, όλα τα μετράει
και λογαριάζει κέρδη και ζημίες
η πόλη δεν κοιμάται τις νύχτες·
καμιά φορά αναστενάζει.

Αμαλία Τσακνιά

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Κολοσσός


Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από στάβλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαϊκή Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα διαμπερή σου κόκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα
Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.

Sylvia Plath

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Η φύση του πράγματος


Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό
χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του
ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι

έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν
τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως
ακατανόητο και παγωμένο

τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα
και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα
όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.

Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος
που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω·
αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία
κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο

να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε
μπόρεσα τελικά να μείνω.

"Ρόδινος φόβος", εκδόσεις Στιγμή, 1992
Μαρία Λαϊνά 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Οδύνη


«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,
να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»
Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.
Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.
Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.
Παρατημένη,
πιασμένη σε δόκανο,
έγκλειστη στην οδύνη της.
Ο άνδρας της αδιάφορος.
Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα
με τις καινούργιες κατακτήσεις του.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Ο κόσμος μοιάζει σκονισμένος


O κόσμος μοιάζει σκονισμένος
Σα σταματάς για να πεθάνεις
Γυρεύεις τότε τη δροσιά
Με τις τιμές δε θ’ ανασάνεις

Σαν ξεψυχάς δε θες σημαίες
Μόνο το πιο μικρό ριπίδι
Που όμως δροσίζει σα βροχή
Αν χέρι φίλου το αναδεύει

Εκεί θα είμαι να φροντίσω
Όταν θα ’ρθεί η δική σου δίψα
Και βάλσαμα από την ύβλα—
Πάχνες της Θεσσαλίας, θα σου φέρω

Emily Dickinson

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Οι ποιητές της Κυριακής


Βγαίνετε πάντοτε αργά κατά το μεσημέρι
περίπατο στα πάρκα
συνομιλίες με τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά
μ’ αρέσει το γυαλιστερό και μαλακό δέρμα σας
μ’ αρέσουν τα περίκομψα βήματά σας
ένα δύο ένα δύο τα παπαγαλάκια στη Βραζιλία
χρώματα τροπικά στα κλαδιά και στα μάτια μας
είσαστε εσείς αδιάφοροι σαν μια περήφανη χειρονομία
καβαλιέροι της θάλασσας
τα μικρά πατριωτάκια της ξαστεριάς.

Μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας με διασκεδάζουν
τα σφυρώ κάθε απόγευμα
εσείς πλαγιάζετε για να ξεκουραστείτε
απ’ τα ονειροπολήματα και τα παραμύθια σας
τα σφυρώ σ’ ένα πρόσχαρο τόνο
δεν καίνε από κανένα φλογισμένο παράπονο
δεν πέρασαν ποτέ από τη θλίψη των εξορίστων.
Μ’ αρέσουν μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας
δεν ξέρουν ν’ αναστενάζουν
δεν ταξιδεύουν από μέσα κι από βαθιά
γύρα-γύρα στο γαρούφαλο γυρνάτε σα μελίσσια
και τα λόγια σας λαφριά σαν τα σύννεφα
έφυγαν από καιρό
προτού τα λογαριάσει το αίμα της καρδιάς σας.

Κυριακή ολοπράσινη συνέχεια η ζωή σας
γαλάζια τα αισθήματα
φωτεινά και χαρμόσυνα τα γέλια σας
το αίμα των αδερφών μας σάς λερώνει
το σπίτια σας είναι παράδεισοι μεγάλοι Ναοί
που δεν μπορούν να ορμήσουν τα κλάματά μας
να τ’ ακούσετε κι εσείς και ν’ ανατριχιάσετε
γελάτε πάντα εσείς κοιτώντας τ’ αντικείμενά σας
παίζετε με το Αιγαίο σαν παιδάκια
δε νοιώσατε το βάρος καμιάς σκλαβιάς
την ελιά και την βάρκα των ψαράδων
δε χτύπησαν την πόρτα σας ξένοι στρατιώτες
βογκάει το τραγούδι μας και σας τυραννεί
κλαίνε τ’ αδέρφια μας και προσπερνάτε
ποιητές ποιητές από μαλακό ζυμάρι πλασματικό
γιομίζετε με τον μακρινό ουρανό τους στίχους σας
με τη λαφράδα του κυριακάτικου πρωϊνού
με τα χρώματα που μας ξεγελάνε τα μάτια
Ελύτη, Εγγονόπουλε, Σεφέρη, Εμπειρίκο,
γιατί δεν παραλλάζετε παρά μονάχα στ’ όνομα
γιατί δεν έχετε μια σταγόνα καρδιάς …

Νίκος Παππάς 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Μέχρι που


Μέχρι που γύρισα την τελευταία σελίδα
Και πουθενά ο δολοφόνος
Μέχρι που χόρτασα ψωμί
Και η πείνα δεν μ’ αφησε
Μέχρι εκεί που περπάτησα
Κι ο δρόμος χωρίς τέλος
Χωρίς τέλος η ένδεια και η απουσία και η σιωπή
Και ο φόβος και το σκοτάδι και ο χειμώνας
Και η σκόνη στο τραπέζι
Και οι ακριβές κουρτίνες
Και μουσική αδιάκοπη
Και τα ποτά που χύθηκαν στα σπλάχνα
  - μαύρα ρούχα και κόκκινο στα μάγουλα -
Και ο υπάλληλος της εφορίας
Και ένα γράμμα ανεπίδοτο
Τα χαλασμένα χαμόγελα
Και οι κλειδώσεις οι σφιγμένες
Και τα μάτια να πείσουν «εδώ είμαι»
Και οι λογαριασμοί στην τράπεζα
Και μίλια πτήσης μπρός πίσω γραμμένα για την επιβράβευση
Και γυαλισμένα τζάμια αυτοκινήτου
Λεωφόρος, έξοδος, αυτοκινητόδρομος

Και πρόθυμο το σώμα
- καλοσυντηρημένες σωληνώσεις,
λέει να τις προσέχεις, ο καθρέφτης φύλακας -
κοιτάει σημάδια στο ταβάνι

Σημάδια στο ταβάνι. Για δες. Συγύρισμα.

Χρύσα Πανταζή