Follow by Email

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Κλασικό διάζωμα σε ένα Γκαράζ

Περπατούσα μέσα στην πόλη πέρασα πρεσβείες στο χρώμα της όμπρας
και παλάτια που είχαν σειρές από πεύκα
χοντρά φοινικόδεντρα δίπλα σε μπαλκόνια
η ζέστη κάτι
που μπορούσες στ’ αλήθεια να αγγίξεις
τα χαμίνια με πανούργα
εγκληματικά πρόσωπα
πίσω από αμερικανούς ναύτες
- με τη θύμηση του νερβάλ rend-moi le pausilippe
et la mer d’ Italie & ζώντας
πάνω στο λόφο του ποζίλιπο κάτω
από κάποιου γκάνγκστερ την αίθουσα χορού
ανάμεσα σε καρδερίνες
στον κόλπο της νάπολης
σ’ ένα πέτρινο εξοχικό
πάνω από πορώδη σπήλαια που το χειμώνα μέσα τους
χτυπούσε η θάλασσα γλυκέ ζεράρ
εκατό χρόνια
έχουν αυξήσει την ερήμωση
ο πύργος είναι πράγματι πεσμένος και ο ήλιος σκοτείνιασε
ξεπερνώντας την απελπισία το μεγάφωνο πνίγει
καρδερίνες βράχους σπήλαια
τα πάντα στα χέρια των κακοποιών
παρόλα αυτά πέρασα τον καιρό μου κάνοντας όνειρα μες από τούτη
την φανταστική καταστροφή
περπατώντας σε ανήμερα σοκάκια φίσκα στην μπουγάδα
με κίτρινες κολοκύθες στα παράθυρα και
γκρεμισμένες λιθοδομές πολέμων
ανθρώπινη διαφθορά
τόση πολλή και ανέλπιστη που γελάω
μέχρι που άξαφνα ανάμεσα στις λαδωμένες και λιγδιασμένες πατσαβούρες
και τους τροχούς και τα αξόνια ενός γκαράζ
είδα τις γλυπτές γυμνές φιγούρες ενός
κλασικού διαζώματος
εκεί πάνω από τα διαλυμένα
εξαρτήματα των αυτοκινήτων!
τέλειο! και πόσο παράξενο! το γκαράζ!
να καταπίνει τη σαρκοφάγο!
ήρεμα τον μηχανικό να ψεκάζει
το χρώμα σ’ έναν προφυλακτήρα
μια ο λάπηθος & μια ο κένταυρος τον παρατηρούσαν!
ροή
αλόγιστης σάρκας!
ντόμπροι μηροί! μάτια
της αφροδίτης!
της μεσογείου ο μύθος
βρισκόταν σ’ εκείνο το γκαράζ
εκεί που μελαψοί γεροδεμένοι
νέοι δεν έβλεπαν τίποτα ασυνήθιστο
στο έργο τους
ανάμεσα σε ήρωες νεκρούς και θεούς
τον ερμή όμως είδα μες στο ουράνιο τόξο
του σκούρου λαδιού πάνω στο πάτωμα
να καθρεφτίζεται
και τα άγρια μαλλιά της σίβυλλας
καθώς τα λόγια της κόχλαξαν
παράφρονα και πνίγηκαν
κάτω απ’ της μηχανής το μουγκρητό.

(Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς-Προδημοσίευση από τα "Ποιήματα", Ηριδανός 2009)
Harold Norse

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Μακ ο μαχαιροβγάλτης


Όπου πέφτουν καρχαρίες
βγαίνει αίμα στον αφρό.
Ο Μακήθ βγαίνει στο Σόχο
μ’ άσπρο γάντι καθαρό.

Πυρκαγιά προχθές στο Σόχο
εκαήκαν δυο παιδιά.
ο Μακήθ να μη το μάθει
έχει ευαίσθητη καρδιά.

Bertold Brecht

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τἄ ῾βλεπαν κι αὐτοὶ γελοῦσαν

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
Πάνω νερὰ
Νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
Στὰ τυφλά, πεισματάρης
Καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
Σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο
Ἄφησε κι ἂς γελοῦν
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
Στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
Στ᾿  ὀρφανισμένο του ὁ πάρο
Ἄφησέ τους

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
Ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.

Γιῶργος Σεφέρης

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Μετά

Mάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες.
Mόνος μάρτυρας ο ίδιος εσύ.
Tα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες
σε λευκούς πάντοτε φακέλους σα να ετοίμαζες
τη δίκαιη διαθήκη σου.
Ύστερα
τα τοποθέτησες προσεχτικά στα ράφια.
Tώρα, γαλήνιος,
(ίσως και κάπως φοβισμένος)
ούτε βιάζεσαι ούτε καθυστερείς,
γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου,
θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν,
πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα απ' τις αρετές σου.

Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Τι φοβερό

Τι φοβερό,τι φοβερό
την ώρα που ξεκρίνεις
μέσα σου να σκιρτάει ο πειρασμός
της καλοσύνης.

Bertold Brecht

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Πίσω στην Τάιμς Σκουέαρ ονειροπολώντας την Τάιμς Σκουέαρ


Αφήστε κάποιον θλιμμένο τρομπετίστα
να σταθεί στους άδειους δρόμους την αυγή
και να φυσήξει ένα ασημένιο ρεφρέν
στα κτίρια της Τάιμς Σκουέαρ,
εις μνήμην δέκα χρόνων, στις 5 το πρωί
με το λεπτό λευκό φεγγάρι μόλις
ορατό
πάνω απ’ τα πράσινα και υπερυψωμένα γραφεία
των Μακ Γκρόου - Χιλλ
ένας μπάτσος περνάει, μα είναι αόρατος
μέσα στη μουσική του
Το ξενοδοχείο Γκλόουμπ, ο Γκάρβερ ξάπλωνε ‘κει
σε γκρίζα κρεβάτια κι έγερνε
και καθάριζε τις βελόνες του-
και εγώ ξάπλωνα ‘κει πολλές νύχτες συμβιβασμένος
με τα παρατημένα ματωμένα του μπαμπάκια
κι ονειρευόμουν τον Μπλαίηκ να μιλάει-
Ήμουν μόνος ,
εδώ και δύο χρόνια ο Γκάρβερ είναι νεκρός στο Μεξικό,
το ξενοδοχείο χάθηκε κι έγινε πάρκιν
κι εγώ είμαι πάλι εδώ- κάθομαι ξανά στους δρόμους-
Οι ταινίες πήραν τη γλώσσα μας
οι μεγάλες κόκκινες επιγραφές
ΔΥΟ ΦΟΒΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
Εφηβικός Εφιάλτης
Οι ταραξίες της Σελήνης
Μα ποτέ δεν ήμασταν ταραξίες κι εφιάλτης
αλλά αναζητητές της ξανθής νύξης
για την Αλήθεια.
Μερικοί γέροι είν’ ακόμα ζωντανοί
μα οι παλιοί πρεζάκηδες χάθηκαν -
Είμαστε ένας θρύλος, αόρατοι
μα θρυλικοί, όπως είχε προφητευτεί.

Allen Ginsberg

Τραγούδι

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ' ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

(απόδοση Γιάννη Ρίτσου)
  Ναζίμ Χικμέτ


Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ντορούτσκα

Μακριά από συγγενείς
Κοντά από ξένους
Αυτή η βασική κληρονομιά
Από τη μαμά
Οι συγγενείς ζούνε
με μάσκες οξυγόνου

Μου λένε στο τηλεφώνημα
το υπεραστικό
Και εισπράττουν σαν κατάρα
Το καλή χρονιά μου
Ενώ οι ξένοι
Μου αγοράζουν
τον εξοπλισμό
για τη δουλειά μου
Κι η Ντορούτσκα
Που είναι πολύ άρρωστη
η καημένη
Μου φέρνει
τ`ανθοχαμόγελό της
Κι ένα πράσινο φύλλο
Γλυκιά μου Ντορούτσκα
Γλυκείς μου ξένοι
Της μαμάς κληρονομιά.


Λένα Πλάτωνος

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Τέλος

Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα



Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Γραμμένο για τον θάνατο

Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη
της αληθινής του ύπαρξης
σ’ όποιον λησμόνησε πως
το Ον είναι το μοναδικό
πράγμα που αναφωνεί
όλο το σύμπαν.
Μόνο η επιστροφή της σκέψης
στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.
Μόνο η επιστροφή της δράσης
στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.
Πρόσεξε τι λέω.

Allen Ginsberg

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ράγκα παράγκα


ή
Όταν τα συνήθη λόγια δεν αρκούν

Οι τρόποι κάθε πραγματικής ανανεώσεως
Μοιάζουν με διαρκές ξεχείλισμα
Ενός μεγάλου κανατιού μέσα από χέρια οινοχόων
Ή λουλουδιών μέσα από κάνιστρα γιομάτα
Που τα κρατούν νεάνιδες με γυμνωμένα στήθη .

Το κάθε ξεχείλισμα
Η κάθε ανανέωσις
Είναι παιδί που έρχεται
Μπροστά σε μάτια έκθαμβα γερόντων
Που έτσι και μόνον έτσι
Βλέποντας γυμνά τα μέλη της νεότητας
Και ακούγοντας τα πτερουγίσματα των νεοσσών
Ή τα τραγούδια των κοριτσιών και των εφήβων
Έτσι και μόνον έτσι μπορούν να ξανανιώσουν
Δεχόμενοι το σφρίγος της νεότητας
Έστω και αν δεν καταλαβαίνουν οι γερόντοι
Μια - μια τις λέξεις των ωδών και των θουρίων
Έστω και αν ονομάζουν
Τα θούρια αυτά ακατανόητα
Ακατανόητα
Διότι ποτέ δεν γνώρισαν οι νεοσσοί
Τους διδασκάλους παλαιοτέρων εποχών
Και την φαρέτραν της διαλεκτικής
Πολλών πτωχοπροδρόμων διδασκάλων
Διαφόρων αντιμαχομένων διδασκαλιών του παρελθόντος .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Με την λαλιάν αυτών που ομιλούν στην οικουμένη
Ράγκα - Παράγκα με φωνήν ασκίαστη
Σε τόπους αναχωρητών και κοσμοπόλεις
Ράγκα - Παράγκα τώρα και αύριον
Ράγκα - Παράγκα σαν βήμα ελεφάντων
Που υπερβέβαιοι διαβαίνουν
Κάποτε - κάποτε λουόμενοι
Τον μέγαν ποταμόν Ζαμβέζην
Ράγκα - Παράγκα σαν τα σκιρτήματα των ιαγουάρων
Μέσα στα φυλλώματα και υπό τα όμματα ειρηνικών σκιούρων
Ράγκα - Παράγκα σαν πλατάγισμα ουράς μιάς φάλαινας
Όταν ανέρχεται απο τους βυθούς ως Αναδυομένη
Ή Μεγαλόχαρη μέσα σε αφρούς φανερωμένη
Ηλιοχαρή παιγνίδια στις επιφάνειες παίζει
Συντρίβουσα εν ανάγκη τα φαλαινοθηρικά
Αν τούτοι οι κυνηγοί του λίπους της
Υπέρ το δέον επιμένουν
Εις την αισχράν επίθεσίν των .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Εις τα χωράφια και τας πόλεις
Στις πεδιάδες και στα όρη
Εις τας οδούς και τα σοκκάκια
Όταν στον κόσμον συντελείται πάκτωσις
Ως εις στιγμάς μιας πλήρους συνουσίας
Που ισοδυναμεί με μιαν κατάφασιν κεραυνοβόλον
Με "ναι" και "ναι" και πάλιν "ναι "
Και εν ανάγκη και όταν το "όχι "
Παρουσιάζεται ως φράγμα
Υπο το προσωπείον παρθενίας
Που πρέπει οπωσδήποτε να διατρηθή
Αν πρόκειται κάποια συνέχεια να υπάρξη
Αν πρόκειται ο θάνατος να υπερνικηθή
Ράγκα - Παράγκα ακόμη τότε
Τουτέστιν κάθε φορά που ο μέγας πασίχαρος κριός
Ευλογητός και ευλογών σπαργών εισδύει
Τείχη και πύλας καταρρίπτων
Κομίζων των θεών τα νικητήρια
Εις τους ανθρώπους δώρον .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Με μια κραυγή γιομάτη
Κατά των υπερβολικά λεπτών και εξα-υλωμένων
Ράγκα - Παράγκα ρίγος βαθύ της γης
Και παφλασμός κυμάτων επαλλήλων
Που εκσπούν εις τους αιγιαλούς αισίως
Ή σπάζοντας εν μέσω αφρών
Βροντούν στα σπήλαια και τους βράχους
Όπως ξεσπούν τα κύμβαλα
Επάνω από τον ήχον των εγχόρδων
Ράγκα - Παράγκα σάλπιγγες πιο δυνατές
Και απο τις σάλπιγγες της Ιεριχούς
Κι απο τα σχοινιά πάσης αγχόνης
Ράγκα - Παράγκα κατά των σοφιστών
Κατά των εγωπαθών και των στεγνών ανθρώπων
Ράγκα - Παράγκα πίδακες του πνεύματος αειθαλείς και
άσπρες χαρές της ύλης
Ράγκα - Παράγκα υπέρ αθλήσεως της ηδονής
Ράγκα - Παράγκα υπέρ ποιήσεως σπερματικής και θείας καλωσύνης
Χριστού - Αδώνιδος ερωτικού και ανθρώπου
Σφρίγος της γης Ράγκα - Παράγκα
Αντίδοτον πάσης μελαγχολίας
Γδούπος λευκός βελούδινος αγγέλων
Που προσγειούμενοι μπροστά μας φέρνουν
Αντί ρομφαίας εδεμικήν τροφήν στους πειναλέους
Γάλα κουτιού γλυκό Νεστλέ και του ουρανού το μάννα
Ράγκα - Παράγκα - Ράγκα !

Ανδρέας Εμπειρίκος

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Νοσταλγία


Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
-- πόσος καιρός! -- τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν -- ήλιοι χλωμοί --
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

Κώστας Καρυωτάκης

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Χαϊκού


Ω, να πεθαίναμε σαν τα πουλιά
που δεν αφήνουν πτώμα.
Μόνο ένα πούπουλο στην αντηλιά
να κατεβαίνει αργά, χωρίς
ποτέ να φτάνει στο χώμα

(Απο τη συλλογή Σκοτεινές Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα)
Νάσος Βαγενάς

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας


Ένα απόγευμα ο γιος του Ρουμάνου
έχασε το κοτοπουλάκι του.
Χτύπησε όλες τις πόρτες.
Τα μεγάλα του μάτια,
καθώς το αναζητούσανε μάταια,
μου φάνηκαν χοάνες
που από μέσα τους
μπορούσε ο καθένας
να διακηρύξει
τ' ανθρώπινα δικαιώματα.
Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...
Κι ένα βράδυ,
ενώ κοίταζα τα τοξωτά μπαλκόνια
του μαιευτηρίου της «Έλενας»,
άκουσα ήχο πιάνου.
Κάποιος απ' τους Ρουμάνους
έπαιζε από συνήθεια το ίδιο κομμάτι
και μεταμόρφωνε, πάλι, τους δήμιους
της Αμερικάνικης πρεσβείας,
τους μεταμόρφωνε, πάλι, σε χάδι.
Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...
Ένα μεσημέρι, σκυφτή κι ανώνυμη,
μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους
μιας πολυκατοικίας,
τους άκουσα να μιλάνε ρουμάνικα.
Καθώς ανέβαινα με το ασανσέρ...
...να μιλάνε ρουμάνικα.
Και τότε τραγούδησα:
''Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...''
Εμιγκρέδες της Ρουμανίας,
πιθανότητες ευτυχίας,
στην περιοχή της Αμερικάνικης πρεσβείας...

Λένα Πλάτωνος

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Στον θάνατο, δεν μπορείς να φτάσεις το εγγύτερο

Γνωρίζουμε όλοι για τον θάνατο αυτό
που πάντα θα γνωρίζουμε γιατί
όλοι μας βιώσαμε
το στάδιο πριν την γέννηση.
Η ζωή μοιάζει μ’ ένα πέρασμα μέσα από
δύο πόρτες στο σκοτάδι.
Και οι δυο είναι ίδιες και αληθινά
αιώνιες, και ίσως κάποιος
να πει πως στο σκοτάδι
συναντιόμαστε. Η φύση του χρόνου
διαφωτίζεται απ’ αυτή την
συνάντηση των αιωνίων άκρων.
Είναι εκπληκτικό αν σκεφτείς πως
η σκέψη και η προσωπικότητα
ενός ανθρώπου διαιωνίζεται στον
χρόνο μετά το πέρασμά του
στην αιωνιότητα. Και ο χρόνος ο ένας
είναι όλος ο Χρόνος αν τον κοιτάξεις
μέσα από τον τάφο.

Allen Ginsberg

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Ονειρεύομαι τα στήθη


Μητέρα,
πρόσωπο παράξενης θεάς
πάνω από το γαλατένιο σπίτι μου,
αυτό το εκλεπτυσμένο άσυλο,
σε έφαγα ολόκληρη.
Όλη μου η ανάγκη
σαν γεύμα σε κατάπιε.
Αυτό που πρόσφερες
θυμάμαι σε ένα όνειρο:
τα μπράτσα όλο φακίδες να με σφίγγουν,
το γέλιο κάπου πάνω από το χνουδωτό μου καπελάκι,
τα ματωμένα δάχτυλα να δένουν τα κορδόνια μου,
τα στήθη κρεμασμένες νυχτερίδες,
και τότε να με σαϊτεύουν,
να με κάνουν να λυγίζω.
Τα στήθη που εγνώριζα τη μεσονύκτια ώρα
χτύπησαν σαν τη θάλασσα που έχω τώρα μέσα μου.
Μητέρα, εγώ για να μην φάω
έβαλα μέλισσες στο στόμα μου
όμως καλό δεν σου ‘κανε.
Στο τέλος έκοψαν τα στήθη σου
και γάλα χύθηκε από αυτά
στου χειρουργού το χέρι
κι εκείνος τα αγκάλιασε.
Τα πήρα
και τα φύτεψα.
Σε κλείδωσα Μητέρα,
αγαπητή νεκρή γυναίκα,
έτσι που οι μεγάλες σου κουδούνες,
αυτά τα αγαπημένα άσπρα πόνι,
μπορούν να συνεχίσουν να καλπάζουν, να καλπάζουν
όπου κι αν βρίσκεσαι.

Anne Sexton

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Εσύ και το ποίημα

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ΄αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.
Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή φωνή μου για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα
να λέει
για σένα.


(από τη συλλογή "Η νύχτα και η αντίστιξη")
Τάκης Σινόπουλος

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Πελώριος και κόκκινος


Πελώριος και κόκκινος
Πάνω απ’ το Γκραν Παλέ
Βγαίνει ο χειμωνιάτικος ήλιος
Και χάνεται
Σαν κι αυτόν πάει η καρδιά μου να χαθεί
Κι όλο το αίμα μου πάει να φύγει
Να φύγει στην αναζήτηση σου
Έρωτά μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί που είσαι.

Jacques Prevert

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Θάνατος και Σία


Δύο, φυσικά και υπάρχουν δύο.
Μοιάζει τώρα απολύτως φυσικό -
Ο ένας που ποτέ δεν κοιτάζει ψηλά, που τα μάτια του έχουν βλέφαρα
Και βολβούς, όπως του Μπλαίηκ,
Που επιδεικνύει
Τα εκ γενετής σημάδια που είναι το κατατεθέν του σήμα -
Του νερού το καυτό σημάδι,
Η γυμνή
Του κόνδορα χάλκινη πατίνα.
Είμαι κόκκινο κρέας. Το ράμφος του

Μου ρίχνεται στο πλάι: Δεν μ' έχει ακόμα του χεριού του.
...

(μτφ: Γιάννης Λειβαδάς 
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης 
του εικοστού αιώνα - εκδ. Ηριδανός, 2007)
Sylvia Plath

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Άσμα



Η μηχανή σπάει τις πέτρες σαν κόκαλα μικρού παιδιού
κάποτε συντρίβει τα χέρια του χειριστή πάντοτε
ακολουθεί ένα νόμο.
ο τραγουδιστής Ντύλαν που είχε μια κιθάρα και μια καλύβα
στον Αμαζόνιο έφτυνε στο ποτάμι ακολουθώντας δικό του νόμο
για να χωθεί στα γρανάζια της μηχανής
απ’ την καλύβα και το ποτάμι.
άνοιξε
μία
τρύπα και βούλιαξε μαζί με την κιθάρα
στον Αμαζόνιο ουρλιάζοντας ένα σκοπό αψηφώντας
στα φρεναρίσματα της μηχανής στην αγκαλιά
της πόρνης εκμετάλλευσης
κατέληξε
νικημένος
πια.
το μηχάνημα εξαπέλυσε ένα βλήμα στη σελήνη
αν και θα διαγείρει τις συνειδήσεις των νεκρών.
ο Ντύλαν μπροστά στο χωνί μασούσε χαλίκια
σαν υποταχτικό σκυλί.
γύρω του έσπαγε η κραυγή η πρωτινή του
πάνω σε τζάμια σε γρανάζια σε μάνατζερς
όχι σαν κραυγή που αδυνατεί να τρυπήσει ένα τύμπανο
ή ένα τζάμι, μα σαν οργανισμός από νερό
που πνίγεται στο νερό,
ήρεμα
οργισμένα
και γίνεται ψάρι.
αυτό το χρονικό μιας καλύβας
το ποτάμι ακολουθώντας τον νόμο του το χρήμα σαρώνοντας
τις θελήσεις, μια κοπέλα με παίδευε χθες όλη νύχτα
χτίζαμε έναν πύργο με χάδια το πρωί μας τον γκρέμισαν
ίσως να μην την ξαναδώ, πού θα πάω αλήθεια;
ο Θεός με παιδεύει
ξεκινώντας από ένα σύννεφο κοπριάς μέχρι
το μπρούντζινο άγαλμα του ήρωα
το μυαλό μου είναι θολό από χιλιάδες σαλιγκάρια
κι η παλάμη μου μια εξέδρα καθώς
ταξιδεύει για την Αφροδίτη
ω να ’ξερα να σου μίλαγα, χρόνε,
με διφορούμενα πέδιλα αγώνων σκοτώνοντας νόμους
συμβιβασμούς παραδόσεις ακολουθώντας τον δικό μου νόμο
μα τότε δεν θ’ άξιζα όσο μια μηχανή;

Λευτέρης Πούλιος

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
- αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων -
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια -
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά -
πορείες που διασταυρώνονται σ' ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ -
- ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ' ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα -
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν ...
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
... κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου - το σούρουπο -
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία -
για καραμέλες - ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης -
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις -
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

Allen Ginsberg

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Ως ενδυμίων


Απαλές κοιλάδες έχει ο ύπνος ακριβώς όπως
Και η επάνω ζωή. Μ’ εκκλησάκια που βόσκουν σε χορτάρι εμπρός
αέρα
Που ολοένα μηρυκάζουν ώσπου να γίνουν ζωγραφιές
Η μια την άλλη σβήνοντας σε πλάγιον ήχο. Κάποτε
Περιοδεύουν δύο ή τρία φεγγάρια. Γρήγορα όμως χάνονται
Η ομορφιά κει που ακινήτησε διαρκεί σαν άλλο ουράνιο σώμα
Η ύλη ηλικία δεν έχει. Μόνον ν’ αλλάζει ξέρει. Θες πάρ’ την από
την αρχή
Θες απ’ το τέλος. Ήρεμα κυλάει εμπρός η επιστροφή κι εσύ την
παρακολουθείς δήθεν αδιάφορος
Τραβάς ωστόσο το σχοινί σ’ όρμο Μυρτώον έρμο
Δίχως ούτ’ ένα ελαιόδεντρο να σου απουσιάσει
Αχ Θάλασσα πάνω που ξυπνάς πως ξανακαινουριώνονται όλα!
Μικροί πως χαϊδευτήκαμε και παίξαμε πεντόβολο τα γονικά μας!
Για δες τι σηκωμό σηκώνει μες στ’ ατάραχα ο Σιρόκος ο ύπνιος•
και πως στα δύο τα χωρίζει!
Από τη μια μεριά ξυπνώ και κλαίω για τα που μου επάρθηκαν
αθύρματα
Και από την άλλη κοιμούμαι
Τη στιγμή που ο Ελευθέριος φεύγει και η Ιωνία χάνεται
Μόλις που διακρίνεται λοφίσκος μ’ απαλά κοίλα γεμάτος σγουρά
χλοΐσματα
Κι αντικρύ αντερείσματα σκληρά
Που να φυλάγεσαι απ’ όλα τα ενδεχόμενα• ενώ πρόσφυγες μέλισσες
Κατά σμήνη βομβούν και μια γιαγιά μες στ’ αλιεύματα της
δυστυχίας βρίσκει
Να βγάλει από τα λίγα της χρυσαφικά παιδιά κι εγγόνια
Ξεφόρτωτον κι απ’ το ένα πλάι σε κυλάει ο κίνδυνος και σ’ αγνοεί
Που συ ο ίδιος κάποτε θέλησες να τον αγνοήσεις
Αυτά βέβαια στα ψέματα του ρούχου που φοράς δίχως τη φόδρα του
ν’ αναποδογυρίσεις
Κει που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα
Όπως τα βδελυρά με τ’ άγια
Παράξενο είναι
Πόσο ακατανόητα ζούμε αλλ’ απ’ αυτό κρεμόμαστε
Χλωρό περιστεράκι του βασιλικού φιλί που σου ‘δωσα επάνω
στο κρεβάτι μου
Και στα γραφτά μου τρεις και τέσσερις ανέμους ανορθόγραφους
Να ζαλιστούν τα πέλαγα όμως
Γεμάτο νου και γνώση ν’ ακολουθεί το δρόμο του κάθε πλεούμενο
Ταλαντεύονται τα γεγονότα και στο τέλος πέφτουν πριν κι από τους
ανθρώπους
Αλλά φανό θυέλλης δεν έχει το σκοτάδι
Πού ‘ναι η Μίλητος πού είναι η Πέργαμος πού η Αττάλεια και πού
Η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;
Στους χίλιους ύπνους ένας βγαίνει ο ξυπνητός αλλά για πάντοτε.
Άρτεμις Άρτεμις κράτα μου τον σκύλο της σελήνης
Δαγκώνει κυπαρίσσι και ανησυχούν οι Αιώνιοι
Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί απ’ την Ιστορία
Μπρος μ’ ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.

(Από την συλλογή "Δυτικά της λύπης")
Οδυσσέας Ελύτης

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Ἡ χρησιμότητα τῆς ἀπειλῆς


Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.
Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!

Νίκος Καροῦζος 

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως
Ύστερα θα’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει απ’ τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ‘ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω

(Από τη Συλλογή "Μεταίχμιο Β")
Τάκης Σινόπουλος

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ένα κάποιο στείλε μου σήμα

Με τ' όνομά σου να σε φωνάζω πια δεν μπορώ.
Πλην όμως ένα κάποιο στείλε μου σήμα.
Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης
αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθανάτου
και όπως μια βαλανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,
είμαι μόνος και σε περιμένω.

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες
όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.
Με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο
είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο
και με ένα αυτί που το τύμπανό του
δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες
όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,
καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά
όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων,
είμαι μόνος.

Είμαι μόνος και σε περιμένω.


(από τη συλλογή “Κρυφός Κυνηγός”)
Γιώργος Μαρκόπουλος

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Απ’ το Συρτάρι

Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.
Aλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.
Aυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο —
α για μια μέρα μόνο, για μιαν  ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.
Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,
θα μ’ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει —
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’ αυτήν. 


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 
Κ.Π.Καβάφης

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το αλβανικό

Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
- Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
- Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
- Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
- Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
- Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
- Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία….

(Τα ποιήματα, Κέδρος)
Θωμάς Γκόρπας

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Μήδεια (απόσπασμα)


Έρωτα εσύ, με περισσή
όταν λαβώνεις δύναμη,
μήδ' όνομα καλό από σέ
μήδ' αρετή μπορεί να βγει.
Μα μετρημένα αν πορευθεί
η Κύπριδα, άλλη σαν αυτή
θεά δεν έχει νοστιμιά.
Ω, Δέσποινά μου, επάνω μου
με το χρυσό δοξάρι σου
μη ρίξεις την αφεύγατη
σαγίτα, πού 'χει την αιχμή
βαμμένη στην αποθυμιά.

(Ευριπίδου, Μήδεια, β΄στάσιμο, στίχοι 627 – 634, Μετάφραση: Παντελής Πρεβελάκης)
Ευριπίδης 

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Νυχτερίδα


Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπ’ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τ’ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μ’ έπιανες με το φακό σου
θα ‘βλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απ’ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απ’ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

Anne Sexton

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Τῆς ὀμορφιᾶς


Ἡ πιὸ γλυκιὰ παρθένα
Στολίζει τὸ δωμάτιο
Εὐφραίνει τὴν περισυλλογὴ

Ἂς ποῦμε πὼς εἴμαστε εὐτυχεῖς

Κι εἶναι ἡ σειρά μας
Νὰ βρεθοῦμε ἀθάνατοι,
Νὰ φιλήσουμε τὴν ὀμορφιὰ
Στὰ χείλη
Καὶ στὸ λεπτό της φόρεμα

Γιῶργος Σαραντάρης

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Σκύβαλο ἀθανασίας


Μὲ γρασωμένα τ᾿ ἄρβυλα στὴ φρικτὴ πάντοτες ἀνηφορίζω
λιμοκτονώντας ἀπὸ φλόγες τώρα- πιὰ
φαρσὶ ἐγκόσμιος
φαρσὶ δακρυσμένος
ἐσαεὶ χορογράφος τοῦ λεκτικοῦ μου
κι ἀνερώτηγα ἴασμος.
Κακοξόδευτη φώτιση σὲ μὸβ κι ἄλλες βραδύτητες
χαμερποῦς ὁρίζοντα
θρήσκευμα τοῦ σκύλου τ᾿ ἀλύχτημα ἢ ἕνα σόλοικο
παραισθητικὸ Σύμπαν
ἄνασσα φαραωνικὴ μέσ᾿ ἀπὸ μαθηματικὲς εὐλάβειες.
Εἶμαι ὁ ἀκούσιος της ὑπάρξεως
ἡ κράση μου δὲν εἶναι ἄνθος εἶναι ὠμότητα
διάκειμαι χιλιόχρονος ἂν καὶ πέφτω
σὲ ματωμένα δευτερόλεπτα αἰωνίως
μ᾿ ἔχουν ἐπισημάνει οἱ ἄνεμοι.

Μάιος 1989
Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η λάθος αγάπη


Είμαστε,
συναρτήσεις φλύαρων απόπατων,
αρμονικών χρωμάτων,
ανάπηρων λοστών
όταν λιώνει το σπίρτο απάνω στο χέρι μας,
και μόνο μέσα μας φωνάζουμε ωχ,
όταν διοργανώνουμε ειδικά πάρτι,
με τα λάθος φιλιά,
στο παιχνίδι της απάτης,
και την ώρα που χύνεται ο καφές,
δίνουμε ο ένας στον άλλον συμβουλές,
που έχουν μέσα τους τη λάθος αγάπη.

Γερμανικός ρομαντισμός,
Ισπανική υποχώρηση,
είναι φράσεις που μας πλήγωσαν,
και ποτέ δε μας χρησίμευσαν.

Μεθαύριο, θα πάμε παρέα στο γιατρό,
μεθαύριο θα ποντάρουμε παρέα στο Προ Πο,
κι αν είναι καλοήθης η αιμορραγία,
κι αν ίσως πιάσουμε κανένα δεκατρία,
θα έχουμε νετάρει στη φιλία το φακό.

Υπερβατικός ερωτισμός,
εσωτερική ματαίωση,
είναι φράσεις που μας βόλεψαν,
μες στο φόβο της απόρριψης.
Μόνο ένα πρωινό, ζωτικής σημασίας,
για λίγο ο κόμπος λύθηκε,
όταν ο ήλιος αναδύθηκε
(απ’ της Αθήνας το Ανατολικό βουνό).

Λένα Πλάτωνος

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σχῆμα τῆς ἀπουσίας Ι


Ὅ,τι ἔφυγε, ριζώνει ἐδῶ, στὴν ἴδια θέση, λυπημένο, ἀμίλητο
ὅπως ἕνα μεγάλο βάζο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ πουλήθηκε κάποτε
        σὲ δύσκολες ὧρες,
καὶ στὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας, ἐκεῖ ποὺ στέκονταν τὸ βάζο,
ἀπομένει τὸ κενὸ πυκνωμένο στὸ ἴδιο σχῆμα τοῦ βάζου, ἀμετάθετο,
ν᾿ ἀστράφτει διάφανο στὴν ἀντηλιά, ὅταν ἀνοίγουν πότε-πότε
        τὰ παράθυρα,
καὶ μέσα στὸ ἴδιο βάζο, πούχει ἀλλάξει τὴν οὐσία του
μὲ ἴδια κ᾿ ἰσόποσην οὐσία ἀπ᾿ τὸ κρύσταλλο τοῦ ἄδειου,
μένει καὶ πάλι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο κούφωμα, λίγο πιὸ ὀδυνηρὰ ἠχητικὸ
        μονάχα.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ βάζο διακρίνεται τὸ χρῶμα τοῦ τοίχου
πιὸ σκοτεινό, πιὸ βαθύ, πιὸ ὀνειροπόλο,
σὰ νἄμεινε ἡ σκιὰ τοῦ βάζου σχεδιασμένη σὲ μία σαρκοφάγο -
Καί, κάποτε, τὴ νύχτα, σὲ μίαν ὥρα σιωπηλή,
ἢ καὶ τὴ μέρα, ἀνάμεσα στὶς ὁμιλίες,
ἀκοῦς βαθιά σου κάποιον ἦχο ὀξύ, πικρὸ καὶ πολυκύμαντο
σάμπως ἕνα ἀόρατο δάχτυλο νὰ ἔκρουσε
κεῖνο τὸ ἀπόν, εὐαίσθητο, κρυστάλλινο δοχεῖο.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)
Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Χαμηλοφώνως


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

(από τη συλλογή Εντός παρενθέσεως, 1945)
Δ.Π.Παπαδίτσας

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ρόδα αειθαλή

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γιʼ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.


(από τη συλλογή Λυσιμελής πόθος, 2008)
Τίτος Πατρίκιος

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Περί ύψους

Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).

Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.

Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.

(Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001)
Νάσος Βαγενάς

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα


Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, nλiθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Kωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω
στη μεθυσμέvn μου απογοήτευση
γυρεύovτας μια πόρνη ή ένα φίλo ή τηv ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής – λογής βολτάρουν τη νύχτα και σιδερένια σκυλιά
που κορνάρουν
γάτες στoυς σκουπιδοτενεκέδες
και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Kωστή Παλαμά, άμυαλε γερoξεφαvτωτή
καθώς έμπαινες μέσα στo μπαρ γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πiνovτας ένα διπλό ουiσκι.
Σ’ ακoλoύθησα μέσα από ομiχλες από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυvαικεiων μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνω στo σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα.
-Eiμαστε οι ζωvτανότεροι τoύτης της νύχτας-
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καxύπoπτα και τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι; Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύvn δασκάλευες με φωτιά και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας, όταν ξαφνικά n vύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στην καρέκλα παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας που άχνιζε.
Νιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων. Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα
της Αθήνας, πρoσκυvώvτας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα
ρου γέρο. Όποτε μου τη δώσει, θα σε σκοτώσω.

Λευτέρης Πούλιος

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Όνειρο

Ἕνα μικρὸ σὲ μιὰ κούνια εἶναι πεθαμένο.
Μιὰ μαυροφόρα (πιθανῶς ἡ μάνα του) κάθεται ἀπὸ πά-
νω του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς. Ἔπειτα σιγὰ σιγὰ τὸ ση-
κώνει, τὸ βάζει κάτω... τὸ μικρὸ σὰν παραζαλισμένο
ἀρχίζει νὰ περπατάει.
- Δές, λέω, εἶναι πεθαμένο κι ὅμως περπατάει.

Από τη συλλογή "Καταβύθιση", 1990
Μίλτος Σαχτούρης

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Χάος


Πού βαδίζουμε μέσα σ’ αυτό το χαμό
μέσα στη νύχτα

Αγαπημένη μορφή
ματιά
χαμόγελο
που ταξιδεύει στο Βορρά

Καράβια και φώτα
στο πέλαγο

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα έρημος

Πού να βαδίζουμε

Γιατί τόσο ασάλευτη η νύχτα
γιατί τόσο βαθύς ο ουρανός

Παντού σκοτάδι
νύχτα γυμνή

Μορφή καθάρια
που χάθηκες στη νύχτα

Θα πορευθούμε
βαθιά θλιμμένοι
μέσα στο δρόμο
των αστεριών

Ο καθένας στο αστέρι του
στη δική του χαρά
στα δικά του δάκρυα

Όχι χαμόγελα
τίποτε πια

[από τη συλλογή του "Ο Δύσκολος Θάνατος" , εκδόσεις Νεφέλη.]
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Η σούτρα του ηλιοτρόπιου

Περπάτησα στις πλευρές της αποβάθρας με τις μπανάνες και τα κονσερβοκούτια και κάθισα κάτω απ’ τον πελώριο ίσκιο μιας μηχανής της Σάουθερν Πασίφικ να δω το ηλιοβασίλεμα πάνω απ’ τους λόφους με τα χαμόσπιτα και να κλάψω.
Ο Τζακ Κέρουακ έκατσε δίπλα μου πάνω σ’ έναν σπασμένο σκουριασμένο πάσσαλο, σύντροφος μου, είχαμε τις ίδιες σκέψεις της ψυχής, ταλαίπωροι και μελαγχολικοί με μάτια θλιμμένα, ζωσμένοι απ’ τις ατσάλινες ροζιασμένες ρίζες των δέντρων των μηχανημάτων.
Το λιγδιασμένο νερό του ποταμού καθρέφτιζε τον κόκκινο ουρανό, ήλιος πεσμένος στις τελευταίες κορυφές του Φρίσκο, κανένα ψάρι σ’ αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης
σ’ αυτά τα βουνά, μονάχα εμείς εδώ τσιμπλήδες με πονοκέφαλο από μεθύσι σαν
παλιοί αλήτες στην ακροποταμιά, κουρασμένοι και σαΐνια.
Κοίτα το Ηλιοτρόπιο μου ‘πε, υπήρχε μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη σαν άνθρωπος, καθισμένη ξερή στην κορφή ενός σωρού από αρχαίο πριονίδι-
-Έτρεξα ‘κει μαγεμένος- ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, μνήμες του Μπλαίηκ-
τα οράματά μου- το Χάρλεμ και η κόλαση των ποταμών στα Ανατολικά, γέφυρες που κλαγγάζουν Λιγδιασμένα Σάντουιτς του Τζο, χαλασμένα παιδικά καροτσάκια, μαύρα φαγωμένα λάστιχα αυτοκινήτων ξεχασμένα και σκασμένα, το ποίημα της ακροποταμιάς, καπότες και καθίκια, ατσάλινα μαχαίρια, τίποτα ανοξείδωτο,
μονάχα η λασπερή βρόμα και τα κοφτερά σαν ξυράφι τεχνουργήματα που περνάνε στο παρελθόν- και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, τσακισμένο ταλαίπωρο και σκονισμένο με τη λέρα και την καταχνιά και τον καπνό των γέρικων ατμομηχανών στο μάτι του- στεφάνι με θολά πέταλα τσαλαπατημένο και διαλυμένο σαν στραπατσαρισμένο στέμμα,
σπόρια πεσμένα απ’ το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο- όπου να ‘ναι- στόμα
ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες λησμονημένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένος σκληρός ιστός αράχνης,
φύλλα που προεξέχουν απ’ το κοτσάνι σαν χέρια, χειρονομίες απ’ την όλο πριονίδι ρίζα, σπασμένα κομμάτια σοβά πεσμένα απ’ τα μαύρα του κλωνάρια, μια ψόφια μύγα
στο αφτί του,
Ανίερο στραπατσαρισμένο παλιόπραμα, ηλιοτρόπιό μου Ω ψυχή μου,
σ’ αγάπησα τότε!
Η λέρα δεν ήταν ανθρώπου λέρα, μα θανάτου και ανθρώπινων ατμομηχανών,
όλο τούτο το κάλυμμα της σκόνης, τούτο το πέπλο σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού
δέρματος, η καπνιά στα μάγουλα, τούτο το βλέφαρο μαύρου μαρτυρίου, τούτο
το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή τεχνητό εξόγκωμα χειρότερο κι απ’ τη βρόμα βιομηχανικό- μοντέρνο- όλος τούτος ο πολιτισμός που λερώνει το τρελό χρυσό σου στέμμα-

κι εκείνες οι θολές σκέψεις του θανάτου και τα σκονισμένα μάτια χωρίς αγάπη και
τ' απομεινάρια και οι μαραμένες ρίζες κάτω στον σπιτικό σωρό της άμμου και στο πριονίδι,

τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα κότσια και τα σωθικά του αυτοκινήτου που κλαίει και βήχει, τα άδεια έρημα κονσερβοκούτια με τις
σκουριασμένες τους γλώσσες στερημένες, τι άλλο να κατονομάσω,
τις καπνισμένες στάχτες κάποιου πούρου της ψωλής, τα μουνιά στα καροτσάκια, και τα γαλακτερά στήθια των αυτοκινήτων, φθαρμένοι κώλοι καρεκλών και σφιγκτήρες
των δυναμό-
όλα πλεγμένα μέσα στις μουμιοποιημένες σου ρίζες- κι εσύ στέκεσαι εκεί εμπρός μου στο ηλιοβασίλεμα, κι όλη σου η δόξα στην μορφή σου!
Υπέροχη ομορφιά του ηλιοτροπίου! Τέλεια και εξαίρετη αγαπημένη ύπαρξη του ηλιοτροπίου! Ένα γλυκό φυσικό μάτι στο νέο φευγάτο φεγγάρι, που σηκώθηκε
ζωντανό και συνεπαρμένο αρπάζοντάς με στην σκιά του σούρουπου, την μηνιαία χρυσή αύρα της ανατολής!
Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου, χωρίς να φταίνε εκείνες που ‘σαι ‘συ μες στη βρόμα, ενώ καταριόσουν τους ουρανούς του σιδηρόδρομου και την λουλουδένια ψυχή σου;
Φτωχό νεκρό λουλούδι είσαι; πότε λησμόνησες πως λουλούδι ήσουν; πότε κοίταξες
το πετσί σου κι αποφάσισες πως ήσουν μια ανίκανη βρόμικη παλιά ατμομηχανή;
το φάντασμα της ατμομηχανής; το φάσμα και η σκιά μιας άλλοτε τρελής ισχυρής Αμερικάνικης ατμομηχανής;
Δεν ήσουν ποτέ ατμομηχανή Ηλιοτρόπιο, ήσουν ένα ηλιοτρόπιο!
Μην ξεχνάς τα λόγια μου! Κι εσύ Ατμομηχανή, ήσουνα μια ατμομηχανή!
Κι έτσι άρπαξα τον χοντρό σκελετό του ηλιοτρόπιου και τον κράτησα σφιχτά στο πλευρό μου σαν σκήπτρο, και δίνω το κήρυγμα μου στην ψυχή μου, και στην ψυχή
του Τζακ, και σ’ όποιου άλλου που θα ακούσει, την ψυχή.
-Δεν είμαστε το πετσί μας το βρόμικο, δεν είμαστε η φοβερή ανεμοδαρμένη σκονισμένη αφάνταστη ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας,
ευλογημένα απ’ την ίδια μας τη σπορά και χρυσά μαλλιαρά γυμνά κατορθωμένα σώματα που γίνονται τρελά μαύρα κανονικά ηλιοτρόπια το ηλιοβασίλεμα, που τα κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τον ίσκιο της τρελής ατμομηχανής της ακροποταμιάς στο ηλιοβασίλεμα του Φρίσκο με τους λόφους και τα κονσερβοκούτια, το βράδυ της ρέμβης και της φαντασίας.

Allen Ginsberg


Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Ανάμεσα στα σκέλια μου θέλω ν'αστράψεις

Έρχεται η νύχτα και η έκστασή σου γυμνή θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
Να σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιώνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
ανάμεσα στα σκέλια μου θέλω ν’ αστράψεις
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλομιάζουν
θέλω τα ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε.
Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα σου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δος μου τροφό την κνήμη σου.
Ύστερα ας κοιμηθούμε του αδελφού μου αδέλφι
μια και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα
 Δεν υπάρχουν λέξεις
τρίχες μόνο
μέσα στον δίχως πρασινάδα κόσμο
όπου τα στήθια μου είναι βασιλιάδες
δεν υπάρχουν ανδραγαθίες
το πετσί μου μόνο και τα μερμήγκια
που ανάμεσα στις πληθω-
ρικές μου κνήμες γαυριάζουν
της σιωπής φορούν τις μάσκες και δουλεύουν
Έρχεται η νύχτα και η έκστασή σου
το σώμα μου βαθύ, αυτό το δίχως
νόηση χταπόδι
χάφτει το πέος σου που σειέται
πάνω στη γέννησή του

 Έρχονται τα πρωτοβρόχια.
 Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
 Των χεριών σου οι τυφλές μηχανουργίες
μέσα στους κόλπους μου τους ανατριχιασμένους
της παραλυμένης γλώσσας σου οι αργές κινήσεις
μέσα στα παθητικά αυτιά μου
η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως
κόρες μάτια σου πνιγμένη
μέσα στην κοιλιά σου ο θάνατος
που το μυαλό μου τρώει
όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη.

Το κενό στο κεφάλι μου επάνω
μέσα στο στόμα μου ο ίλιγγος
κι εσύ στη ράχη μου
πάνω στη στέγη γάτος
που ένα μάτι μασουλάει γλυκερό
μάτι προσκυνητή που το θεό του
αναζητάει.
 Η σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές
ασίγαστες, που είναι η κόλασή μου.
 Μέσα στο κόκκινο βελούδο της κοιλιάς σου
στων μυστικών κραυγών σου μέσα το μαυράδι
έχω εισδύσει
κι η γη χορεύοντας τραγουδώντας αιωρείται
κόκκινη απ’ τα σπλάχνα σου η γη
από το δηλητήριο δαγκωμένα
το αίμα ένας δαίμονας τυφλός
των νυχτών σου ποταμός αόμματος
ροκανίζει τις αστάθειές σου
το κάψιμο απ’ τους εμπαιγμούς σου
μέσα στο κόκκινο του θανάτου σου
ατλάζι
μες στον τρισκότεινο διάδρομο των
ομματιών σου μπήκα
κι η γη χορεύει τραγουδά αιωρείται
και ξεβιδώνεται από αγαλλίαση η κεφαλή μου.

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…

Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.

(Μετάφραση Έκτωρ Κακναβάτος , Εκδόσεις Κείμενα, 1978 “Τα ερωτικά της Τζόις Μανσούρ”)
Joyce Mansour

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Παραλυτικός

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι

Που μ' αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα

Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,

Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.

Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο

Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ' επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια

Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ' ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου

Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα  στο ασέλωτο άλογό μου

Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.

Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.

(Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

 (από την Υψικάμινο)
 Ανδρέας Εμπειρίκος

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Δώρο Γενεθλίων

Τι είναι αυτό πίσω απ το πέπλο; Είναι άσχημο; Είναι όμορφο;
Λαμπυρίζει, έχει στήθη, έχει άκρες;

Είμαι σίγουρη, είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν σκύβω ήσυχα στη μαγειρική μου, το νοιώθω να κοιτάζει, το νοιώθω να σκέφτεται

«Αυτή είναι που για χάρη της θα εμφανιστώ,
Αυτή είναι η εκλεκτή, με τις μαύρες κόγχες των ματιών και την ουλή;

Που μετράει το αλεύρι, βγάζοντας το περίσσιο,
Επιμένοντας σε κανόνες σε κανόνες σε κανόνες.

Είναι αυτή για τον Ευαγγελισμό;
Θεούλη μου, τι γέλιο!»

Όμως λαμπυρίζει, δεν σταματάει και νομίζω με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή μαργαριταρένιο κουμπί.

Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω μεγάλη επιθυμία για δώρο τη χρονιά αυτή.
Στο κάτω κάτω, μόνο κατά τύχη είμαι ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί την ώρα εκείνη, με όποιο τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που φεγγοβολούν σαν κουρτίνες,

Διάφανα σατέν παραθύρου το Γενάρη
Άσπρα σαν βρεφικά στρωσίδια, αστραφτερά, με ανάσα νεκρή. Ω φίλντισι!

Πρέπει να ναι κάποιος χαυλιόδοντας εκεί, μια κολώνα-φάντασμα.
Δεν το βλέπεις, δεν μου καίγεται καρφί τι είναι.

Μα μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην γίνεσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για πράγματα φριχτά.
Aς καθίσουμε πάνω του, ένας σε κάθε μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το λούστρο, τα ποικίλα καθρεφτίσματά του.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν φαγητό νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Ο κόσμος θα υψωθεί σε μια στριγκλιά και το κεφάλι σου μαζί,
Υποταγμένο, μπρούτζινο, ασπίδα αρχαϊκή,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι δεν είναι έτσι.

Μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα πιο κει.
Ούτε καν θα μ ακούσεις να τ ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε πέσιμο κορδέλας, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δεν νομίζω να μ έχεις άξια γι αυτή την εχεμύθεια.

Αν ήξερες μόνο πώς τα πέπλα σκότωναν τις μέρες μου.
Για σένα υπάρχουν μόνο διαφάνειες, αέρας καθαρός.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατοί από δαύτα. Μονοξείδιον του άνθρακος.

Γλυκά γλυκά εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατο, με τους εκατομμύρια

Πιθανούς κόκκους που σημαδεύουν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ντυμένη ασημί για την περίσταση. Ω αριθμομηχανή -

Σου είναι αδύνατον ν αφήσεις κάτι να περάσει και να φύγει ακέραιο;
Πρέπει να σφραγίζεις με μωβ κάθε κομμάτι,

Πρέπει να σκοτώνεις  ό,τι μπορείς;
Υπάρχει ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Ανασαίνει απ τα σεντόνια μου, το ψυχρό νεκρό κέντρο

Όπου ζωές χυμένες πήζουν και κοκαλώνουν και γίνονται παρελθόν.
Μην το αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, δάχτυλο το δάχτυλο.

Μην αφήσεις να έρθει με λέξη του στόματος, θα είμαι εξήντα χρονών
Την ώρα που θα έχει φτάσει ολόκληρο, πολύ ανήμπορη να το κάνω κάτι.

Μόνο ρίξε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαρύτητά του, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα πως το χεις πάρει σοβαρά.

Τότε θα υπήρχε μια ευγένεια, τότε θα υπήρχαν τα γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα χάραζε, θα τρυπούσε

Αγνό και καθαρό όσο το κλάμα ενός μωρού,
Και το Σύμπαν θα γλιστρούσε απ το πλευρό μου.

(Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Το χέρι

Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται
Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο
Φεύγουν τα πέταλά της ένα - ένα
Μέσ' στην ανταύγεια του φουστανιού της.
Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται
Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων
Μέσ' στα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή την μπλούζα
Που φάνταξε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Πριν χτυπήσω


Πριν χτυπήσω και ανοίξει η σάρκα,
Με χέρια ρευστά στη μήτρα παισμένος,
Εγώ που ήμουν ασχημάτιστος σαν το νερό
Που σχημάτισε τον Ιορδάνη πλάι στο σπίτι μου
Υπήρξα αδελφός της θυγατέρας της Μνεθά
Κι αδελφή του υιοθετημένου σκουληκιού.
Εγώ που ήμουν αδιάφορος σ’ Άνοιξη και Καλοκαίρι,
Που δεν ήξερα τον ήλιο και τη σελήνη με τ’ όνομά τους,
Ενω ήμουν ακόμη μια λιωμένη μορφή,
Τα μολύβδινα αστέρια, το βροχερό σφυρί
Στριφογυρισμένο απ΄τον πατέρα μου στο θόλο του.
Ήξερα το μήνυμα του Χειμώνα,
Το φερμένο χαλάζι, το παιδικό χιόνι
Κι ο άνεμος ήταν μνηστήρας της αδελφής μουֹ
Άνεμος μέσα μου ορθωμένος, η χθόνια δροσιάֹ
Οι φλέβες μου ξεχύθηκαν με τους αγέριδες της ανατολήςֹ
Ανεπίτευκτος ήξερα τη νύχτα και τη μέρα.
Έτσι ανεπίτευκτος ακόμη και υπέφεραֹ
Ο τροχός των ονείρων τα κρινένια κόκκαλά μου
Έστριψε σ’ ένα ζωντανό μηδενικό.
Και σάρκα ψαλιδίστηκε να διασχίσει τις γραμμές
Κρεμάλες στο συκώτι
Και βάτα τα κουλουριασμένα συλλογικά.
Το λαρύγγι μου ήξερε τη δίψα πριν τη δομή
Του δέρματος και των φλεβών γύρω στην πηγή
Που λέξεις και νερό κάνουν ένα μίγμα
Ασφαλές ώσπου το αίμα να τρέξει γεμάτοֹ
Η καρδιά μου ήξερε την αγάπη, η κοιλιά μου την πείναֹ
Μύρισα το σκουλήκι στην κένωσή του.
Κι ο χρόνος έχυσε τη θνητή μου πλάση
Να συμπαρασυρθώ ή να πνιγώ στις θάλασσες
Φιλιωμένος πια με την αρμυρή περιπέτεια
Φουσκονεριών που δεν άγγιξαν ποτέ τις ακτές.
Εγώ που ήμουν πλούσιος φτιάχτηκα ο πλουσιότερος
Ρουφώντας το κρασί των ημερών.
Εγώ γεννημένος απο σάρκα και φάσμα δεν ήμουν
Μήτε φάσμα, μήτε άνθρωπος, μα φάντασμα θνητό.
Και τσακίστηκα απ’ την φτερούγα του θανάτου.
Ήμουν θνητός ως τη στερνή
Μεγάλη ανάσα που έφερε στον πατέρα μου
Το μύνημα του ψυχορραγούντος Χριστού του.
Εσύ που γονατίζεις σε σταυρό και βωμό,
Θυμήσου με και σπλαχνίσου τον,
Αυτόν που έκανε τη σάρκα και τα κόκκαλά μου πανοπλία
Και διπλοσταύρωσε της μάνας μου τη μήτρα.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το κίνητρο



Κάποτε θα ξανάρθω με μακριά μαλλιά μουσκεμένα από την οργή της θάλασσας με φωνή βροντερή που θα πάλλει στο διάστημα για να κατοικήσω και πάλι σ’ αυτή τη γη αλλά όχι σαν ποιητής

Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω πως είμαι παρείσακτος και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα κι οσμές πυρωμένης βροχής για να επιζήσω από τ’ άγρια θηρία τους μαστροπούς και τα νήπια όνειρα

Και θα κάνω πέρα τους δισταγμούς και τις ικεσίες και τις λάγνες συσπάσεις που θα φράζουν τυχόν το δρόμο μου και θα χορεύω στο σκοπό των νέων παλικαριών κι όταν θα φτάνω σε σύναξη ανθρώπων

Να τος θα λεν αυτός που θα εκπορθήσει τα τείχη της ντροπής αυτός που έζησε στην εποχή των παθών και του λυρικού του λόγου αυτός που έρχεται τώρα να κηρύξει τη λατρεία του ήλιου

Και θα αναπνέουμε φως σ’ έναν κόσμο φωτεινό κι οι κύκλοι του έρωτα θα γυρίζουν αδιάκοπα μες στους ιριδισμούς τους και θα εξαργυρώνω το τίμημα της μοναξιάς που τόσο ακριβά την αγόραζα μέσα στο αλόγιστο πλήθος

Και θα ζήσω μια γήινη ζωή χαρισάμενη γλιστρώντας σε αγκαλιές γυναικών πότε στο χόρτο και πότε στην άμμο τραγουδώντας μεσ’ από τα στόματα των παιδιών μου ίδιο πτηνό σε σκιερά φυλλώματα κατά το δειλινό

Και θα ζω μέσα στον άνεμο και θα βάζω το αυτί μου στη γη για ν’ ακούω τους σφυγμούς της και θ’ ακούω μέσα της βαθιά ξεχασμένους νεκρούς να μιλούν μεταξύ τους

Και θα τρέχω στα ποτάμια και στα δάση και στο αίμα σας κι απελεύθερος θα βλέπω στα μεγάλα σας μάτια τον ουρανό κι όχι σαν ισόβιος αιχμάλωτος μέσα στα στεγανά της Ποίησης


Που έκανε τη ζωής μας τόσο εύθραυστη
Και σύντομη

Κι όμως μοναδική.

Κλείτος Κύρου

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πάθη της βροχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά




Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η μπαλάντα των μικροαστών

Κι όταν σμίξαν τα κορμιά τους
Ένοιωσε πως είν’ δική του
Μες στην ηδονή του σκότους
Ήταν μόνη πια μαζί του
Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Ούτε βιάζονταν να φτάσει
Αχ γλυκά την ψηλαφίζει
Κι η καρδιά της πάει να σπάσει
Το κουράγιο του μη χάσει
Προσευχή μικρή ψελλίζει

Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Και δε γνώριζε τη στάση
Για να μην την διακορεύσει
Πήγε κάποτε σε σπίτι
Εκεί γνώρισε την γεύση
Και της ηδονής τη κύτη

Το κορμί της ύδωρ λήθης
Ε, δεν ήταν κι ερημίτης
Κι όρκο πήρε πια ν’ αλλάξει
Αχ τη φλόγα για να σβήσει
Που της άναψε πανώρια
Βρήκε έναν άνδρα κυπαρίσσι
Πρόθυμο και δίχως όρια
Που την ξάπλωσε στην σκάλα
Και την έκανε τραμπάλα
Ως της σφίγγει τον αυχένα
Ε, δεν είναι και παρθένα
Της ανέβηκε η κάψη

Και την σκέψη του βλογάει
Να μην προχωρήσει ακόμη
Κείνη τη βραδιά του Μάη
Που της φίλησε την κόμη
Ψεύτης εκείνος αυτή πόρνη
Λέν όλο ντροπή και τύψη
Η βρωμιά πότε θα λείψει;

Bertold Brecht

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αιτών


Kατ αρχάς, είσαι ο άνθρωπός μας;
Έχεις
Γυάλινο μάτι, ψεύτικα δόντια ή μια πατερίτσα
Ορθοστάτη ή ένα γάντζο
Λαστιχένια βυζιά ή λαστιχένιο καβάλο;

Ράμματα που να δείχνουν ότι κάτι σου έχει αφαιρεθεί; Όχι όχι; Τότε
Κι εμείς πώς να σου δώσουμε έστω και το παραμικρό;
Πάψε να κλαις
Για άνοιξε το χέρι σου
Άδειο; Άδειο. Ιδού ένα χέρι

Να το γεμίσεις και μάλιστα πρόθυμο
Να φέρει φλιτζάνια τσάι και να διώξει τις έγνοιες
Και να κάνει ότι του πεις.
Θα το παντρευτείς;
Eίναι εγγυημένο

Να σου κλείσει τα μάτια στο τέλος
Και να διαλυθεί από τη λύπη.
Φτιάχνουμε νέο απόθεμα αλατιού.
Παρατηρώ ότι είσαι τελείως γυμνός.
Τι λες γι αυτό το κουστουμάκι -

Μαύρο και κολλαριστό πλην όχι κακής εφαρμογής.
Θα το παντρευτείς;
Είναι αδιάβροχο, είναι άθραυστο, σε προστατεύει
Από τη φωτιά και τις βόμβες που πέφτουν απ τη στέγη
Πίστεψέ με θα σε θάψουνε μ αυτό.

Τώρα το κεφάλι σου είναι, με το συμπάθιο, άδειο.
Έχω εισιτήριο για κείνο.
Για έλα γλύκα, βγες απ το ντουλάπι
Λοιπόν τι σκέφτεσαι για κ ε ί ν ο ;
Για ν αρχίσεις θα ναι άγραφο χαρτί

Αλλά στα εικοσιπέντε χρόνια θα γίνει αργυρή
Στα πενήντα χρυσή
Μια κούκλα ζωντανή, όπου κι αν την κοιτάξεις.
Μπορεί να ράβει, μπορεί να μαγειρεύει
Μπορεί να μιλάει να μιλάει να μιλάει

Δουλεύει, όλα πάνε μια χαρά.
Έχεις μια τρύπα, είναι κατάπλασμα
Έχεις ένα μάτι, είναι εικόνα
Αγόρι μου, είναι η τελευταία σου ευκαιρία.
Θα το παντρευτείς παντρευτείς παντρευτείς;

(Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Αμερική

Αμερική στα ‘δωσα όλα και τώρα είμαι ένα τίποτα.
Αμερική δύο δολάρια και είκοσι επτά σεντς 17 Ιανουαρίου, του 1956.
Δεν αντέχω μήτε τα λογικά μου.
Αμερική πότε θα πάψουμε τον ανθρώπινο πόλεμο;
Τράβα γαμήσου εσύ και η ατομική σου βόμβα.
Δε νιώθω καλά μη με σκοτίζεις.
Το ποίημα μου δεν θα το γράψω αν δεν έρθω στα συγκαλά μου.
Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;
Τα ρούχα σου πότε θα τα βγάλεις;
Πότε θα αντικρίσεις τον εαυτό σου μέσα απ’ το τάφο;
Πότε θα γίνεις ισάξια του εκατομμυρίου Τροτσκιστών σου;
Αμερική οι βιβλιοθήκες σου γιατί είναι γεμάτες δάκρυα;
Αμερική πότε θα στείλεις τα αυγά σου στην Ινδία;
Τις παράλογες απαιτήσεις σου τις σιχάθηκα.
Πότε μπορώ να μπω στο σούπερ μάρκετ και να ψωνίσω ότι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;

Στο κάτω κάτω Αμερική εγώ κι εσύ είμαστε τέλειοι όχι ο κόσμος που θα ‘ρθει.
Οι μηχανές σου παραείναι για μένα.
Μ’ έκανες να θέλω άγιος να γίνω.
Για να λύσουμε αυτό το ζήτημα θα πρέπει να υπάρχει άλλος τρόπος.
Ο Μπάρροουζ είναι στη Ταγγέρη δεν το βλέπω να επιστρέφει, κακό σημάδι.
Είσαι στ’ αλήθεια απειλή ή κάνεις πλάκα;
Προσπαθώ να μπω στο θέμα.
Αρνούμαι το πάθος μου να παρατήσω.
Αμερική μη με ζορίζεις ξέρω τι κάνω.
Αμερική τα άνθη της δαμασκηνιάς πέφτουν.
Εδώ και μήνες δεν διαβάζω εφημερίδες, κάθε μέρα κάποιος δικάζεται για φόνο.
Αμερική νιώθω συμπάθεια για τους Γουάμπλις.
Αμερική σαν ήμουν μικρός ήμουν κομμουνιστής και δεν μετανιώνω.
Καπνίζω μαριχουάνα σε κάθε ευκαιρία.
Κάθομαι μέρες στο σπίτι μου μονάχος όντας σε αδιέξοδο και κοιτάζω τα ρόδα
Μέσα στη ντουλάπα.
Όταν πηγαίνω στην Τσάιναταουν μεθάω και ποτέ δεν πηδιέμαι.
Το έχω πάρει απόφαση θα ‘χουμε φασαρίες.
Θα ‘πρεπε να μ’ έχεις δει να διαβάζω Μαρξ.
Ο ψυχαναλυτής μου πιστεύει πως έχω απόλυτο δίκιο.
Δεν θα το πω το Πάτερ Ημών.
Έχω μυστικά οράματα και κοσμικές δονήσεις.
Αμερική δεν σου ‘χω πει ακόμα τι έκανες στον Θείο Μαξ σαν ήρθε απ’ τη Ρωσία.
Σε εσένα μιλάω.
Θα αφήσεις το περιοδικό Τάιμ να ελέγχει τα αισθήματα σου;
Έχω μανία με το περιοδικό Τάιμ.
Το διαβάζω κάθε εβδομάδα.
Το εξώφυλλό του με κοιτάζει κάθε φορά που ξεγλιστράω στου ζαχαροπλαστείου τη γωνία.
Το διαβάζω στο υπόγειο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Μπέρκλεϋ.
Πάντοτε μου μιλά για τη υπευθυνότητα. Οι επιχειρηματίες είναι σοβαροί.
Οι παραγωγοί του σινεμά είναι σοβαροί. Όλοι είναι σοβαροί εκτός από μένα.
Μου φαίνεται πως είμαι εγώ η Αμερική.
Μιλάω ξανά στον εαυτό μου.
Η Ασία ξεσηκώνεται εναντίον μου.
Δεν έχω τη ευκαιρία του κινέζου.
Καλύτερα να αναλογιστώ τους εθνικούς μου πόρους.
Οι εθνικοί μου πόροι αποτελούνται από δυο τσιγαριλίκια με μαριχουάνα
εκατομμύρια γεννητικά όργανα μια αδημοσίευτη προσωπική λογοτεχνία
που πετάει σαν τζετ με 1400 μίλια την ώρα και είκοσι επτά χιλιάδες ψυχιατρεία.
Για να μην αναφέρω τις φυλακές μου ή τα εκατομμύρια των αδικημένων που ζουν
μέσα στις γλάστρες μου κάτω απ’ το φως πεντακοσίων ήλιων.
Κατάργησα τα μπορδέλα στη Γαλλία, σειρά τώρα έχει η Ταγγέρη.
Φιλοδοξώ να γίνω Πρόεδρος παρά το γεγονός πως είμαι Καθολικός.
Αμερική πώς να γράψω μια ιερή λιτανεία μες στη βλακεία που σε δέρνει;
Θα συνεχίσω όπως ο Χένρυ Φορντ οι στροφές μου είναι το ίδιο ατομικές όσο
και τα αυτοκίνητά του μα επιπλέον έχουν όλες τους διαφορετικά φύλα.
Αμερική θα σου πουλήσω τις στροφές μου για 2500 δολάρια το κομμάτι
με προκαταβολή δολάρια 500 λόγω των παλιών σου στροφών
Αμερική ελευθέρωσε τον Τομ Μούνευ
Αμερική σώσε τους Ισπανούς Δημοκράτες
Αμερική ο Σάκο και ο Βανζέτι δεν πρέπει να πεθάνουν
Αμερική είμαι τα παιδιά του Σκότσμπορο.
Αμερική σαν ήμουν επτά χρονών η μαμά μ’ έπαιρνε μαζί της σε κομμουνιστικών
οργανώσεων συγκεντρώσεις μας πούλαγαν στραγάλια μια χούφτα το κουπόνι
και το κουπόνι έκανε μια δεκάρα και οι ομιλίες ήταν ανοιχτές όλοι ήταν πράοι
και νοιάζονταν για τους εργάτες όλα ήταν τόσο τίμια δεν μπορείς
να φανταστείς πόσο ωραίο ήταν το κόμμα το 1935 ο Σκοτ Νίαρινγκ ήταν ένας
πελώριος γέροντας ένας πραγματικός κύριος η Μητέρα Μπλουρ το Αιώνιο Θηλυκό των απεργών του Μεταξιού με έκανε να κλαίω κάποτε είδα
Μπροστά στα μάτια μου τον Ίσραελ Άμτερ.
Όλοι τους πρέπει να ήταν κατάσκοποι.
Αμερική δεν θες στ’ αλήθεια πόλεμο.
Αμερική φταίνε ‘κείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.
Οι βρωμο-Ρώσοι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι και οι Κινέζοι. Κι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.

Η Ρωσία θέλει να μας φάει ζωντανούς. Η Ρωσία είναι τρελή υπερδύναμη. Θέλει να
κλέψει απ’ τα γκαράζ μας τα αυτοκίνητα.
Θέλει να κατακτήσει το Σικάγο. Χρειάζεται ένα αριστερό Reader’s Digest.
Θέλει να πάει τα εργοστάσια που φτιάχνουν αυτοκίνητα στη Σιβηρία.
Οι τρομεροί γραφειοκράτες της να ελέγχουν τα βενζινάδικα μας.
Δεν είναι καλή. Ξου. Αυτή θα μάθει γράμματα στους Ινδιάνους. Χρειάζεται
μεγάλους αραπάδες. Χα. Θα μας βάλει να δουλεύουμε δεκάξι ώρες τη μέρα.
Βοήθεια.
Αμερική τα πράγματα είναι σοβαρά.
Αμερική αυτή την εντύπωση σχηματίζω βλέποντας τηλεόραση.
Αμερική έτσι έχουν τα πράγματα;
Καλύτερα να μιλήσουμε στα ίσια.
Είναι αλήθεια πως δεν θέλω να πάω στο Στρατό ή να δουλεύω τόρνους
σε εργοστάσια εξαρτημάτων ακριβείας, είμαι μυωπικός και ψυχοπαθής
ούτως ή άλλως.
Αμερική βάζω τον ομοφυλόφιλο ώμο μου στον τροχό.


Allen Ginsberg

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μια άσκηση φυσικής άλυτη

Τώρα, μαλλιά ξεριζωμένα απάνω από τ’ αυτιά
τα υπόλοιπα αγκάθινα σrεφάνια
δαγκωμένα τοστ στα χέρια
νωπά, από μετάληψη ωφέλιμη στην πέψη
αδιαμαρτύρητες γλώσσες χωρίς γεύση
ομοιόμορφες αδιάβροχες φωνές
σε ποτ πουρί εκατομμυρίων χιτ
πάνω στο ίδιο μπιτ
αποστεωμένα πόδια σε αγώνα στάσης
σε βιτρίνα αθλητική εκεί
κάθε πρωί, κάθε πρωί...

2 παρά πέντε τις μικρές εβδομάδες
3 παρά πέντε τα μικρά Σάββατα
ανύπαντρες μαμάδες άγνωστοι αεροσυνοδοί
με βλέμμα καρφωμένο σε άγνωστη οροφή
η καρφωμένη μοτοσυκλέτα σε κουμπί εντολή
ολοκληρωτικού πολέμου
μέσα σε έγχρωμα καντράν

μέσα μας
στα γρήγορα, στα όρθια φτηνά ρεστοράν
η μασέλα ακριβείας διαμελίζει κάτι σημαντικό από μας
μια άσκηση φυσικής άλυτη
κι εμείς πίσω από ένα παραβάν πάνω σ ’ ένα πλακάτ
ιδιοφυείς παράλυτοι
άγρια κληρονομιά της κιβωτού του Αραράτ
Θεέ μας υπολογιστή
εννοούμε να σε περιμένουμε για τη λειτουργία
σε τροχιά οριστική, διαστρική, έστω κι ασύλληπτη.

Λένα Πλάτωνος

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μαθητευόμενος της οδύνης

Ξεκίνησε αυγή
χαράματα
να κλέψει τ’ άστρα
ξεκίνησε
νύχτα
και σκότωσε
όλα τα όνειρα
αυτό το άγαλμα
και μπλέκονταν ως βάδιζε
τα γυμνά πόδια του
στους βάτους
και μάτωναν στ’ αγκάθια

και τα ευγενικά ευλογημένα χέρια του
ίδια πουλιά της Άνοιξης χάιδευαν
τα γεράνια π'ονομάτιζε μια νύχτα αγάπης
και του παρθενικού ονειροκρίτη της
τις βαθιές πόρπες

και των βυζιών της
τις κραυγές τις κόκκινες
και τους κρυφούς θυσάνους

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


O φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.
Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!
Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.
Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Bertold Brecht

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Τρίπτυχο του δημοψηφίσματος

1
Σιγά σιγά πείστηκαν
ότι έπεισαν
αλλά ο σιωπηλός είπε όχι

δηλαδή
δεν κατάφεραν ν' αλλάξουν την εικόνα
ούτε πέτυχαν
να χαλαρώσουν το σφιγμένο πρόσωπο

ωστόσο
και σε πείσμα δικό τους
έφεραν εις πέρας
έναν ολόκληρο άθλο

να μην τους νικήσει ένα μέτωπο
ούτε ένα κόμμα
ούτε κανενός είδους μάχη
ούτε το χάρισμα κάποιου αρχηγού
αλλά να τους κατατροπώσει
σαν σύνολο
ο λαός

2
Για εφτά χρόνια
έτσι του είπαν
είχε την ελευθερία
είχε τη δικαιοσύνη
είχε την ευημερία
είχε την τάξη
είχε την ασφάλεια
είχε τη γαλήνη

πριν πάει να ψηφίσει
φρόντισε
να κοιταχτεί στον καθρέφτη
και τότε σιωπηλός
χωρίς ν' αμφιβάλλει ούτε μια στιγμή
ψήφισε την καταπίεση
και την αδικία
και την έλλειψη άνεσης
και την αταξία
και την ανασφάλεια
και την ταραχή

3
Για προφανείς λόγους
δεν ήταν ακριβώς
μια συνειδητή επιλογή
του συνόλου
αλλά μόνο το άθροισμα
εξακοσίων χιλιάδων
ατομικών
συνειδητών επιλογών

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ἐπίλογος

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.

«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»

Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.

Μανόλης Ἀναγνωστάκης

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Περιμένοντας τους βαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 
Κ.Π.Καβάφης

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Σεισμός

Και τώρα το τελευταίο μας μήνυμα.
Αφιερωμένο σε κάθε λογής περιθώριους,
παραπεριθώριους και φλαμπουροκουβαλήστρες
σ' όλους αυτούς που πολεμήσαν.

Μόνο ένας σεισμός μας σώζει, φοβερός κατακλυσμός
μαϊντανός να γίνουν όλα, να χαθεί ο πολιτισμός.
Όπως η Ατλαντίς.

Η ισοπέδωση με έκανε κι εμένα καραφλό, φοράω κάσκα
εσύ μου πας στο σινεράμα, Κρίσνα Χάρε
κι εγώ, σοφός μ' ένα στομάχι φερμουάρ,
να μένει πάντοτε κλειστό όταν πεινάει,
μα και στη λόξα του να λέει au revoir.

Άμα δε σου πέσει η μούρη πως μωρέ θ' αντιληφθείς
τι σου λέει ένας σαμάνος κι ένας οραματιστής.
Όπως η Ατλαντίς.

Η ισοπέδωση με έφαγε κι ας ήμουνα βουνό, μου `καναν μπάνιο
η επανάσταση η όλη του πλανήτη,
ούτε ένα ράφι να μου φτιάξει δεν μπορεί,
απολογήσου μπρος σε μένα τον νεφρίτη,
μη βολοδέρνεις μες στο ψέμα σου μωρή.

Τώρα μαστουριάστε όλοι με τραγούδια του τεκέ
μοναχά τεκέ δεν βρίσκεις που να βρεις και ναργιλέ.
Όπως και Ατλαντίς.

Αν το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο θεός, εγώ τι φταίω;
Αντίς να φτιάξουνε σε μένα εκκλησίες
να με λατρέψουν σαν συμπέρασμα γυμνό
χωρίς θεόλογα και παπαδοπορδίες
παν και τις φτιάχνουνε στον ίδιο το θεό.

Μόνο ένας σεισμός μας σώζει, απ' το πλέγμα δηλαδής
μαϊντανός να γίνουν όλα, να βουλιάξει όλη η γης.
Όπως η Ατλαντίς.

Νικόλας Άσιμος

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη
σουβλερή γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Joyce Mansour

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κινούμενη Άμμος



Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Jacques Prevert

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης


Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά.

 (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
Anna Akhmatova

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Πόθος


Πᾶμε στὸ κάμπο πέρα κεῖ τ᾿ ἀπόβραδο
πιασμένοι ἀπὸ τὸ χέρι ὡραῖο κοράσι
ὁ ἀχὸς τῆς πολιτείας τῆς ἀρρωστιάρικης
ποτὲ νὰ μὴ μπορέση νὰ μᾶς φτάσῃ.

Καὶ κεῖ στὸν κάμπο πέρα τὸν ἀνθόσπαρτο
ὅπου γιορτάζει πάντα ἡ φύσι
ἀγκαλιαστοὶ θὰ νοιώσουμε τὸν ἔρωτα
ὡς ὅτου ἡ ψυχὴ νὰ μᾶς ἀφήσῃ.

Καὶ χελιδόνι νὰ γενῇ γοργόφτερο
ψηλὰ στὸν οὐρανὸ νὰ φτερουγίσῃ
νὰ διαλαλήσῃ ἐκεῖ μὲ τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ὅ,τι εἴχαμε ποθήσει.

* Ψευδώνυμο: Πέτρος Βαλχαλάς. Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας 
στὶς 22 Ἰανουαρίου 1928, ἀρ. φύλλου 114, σελίδα 7.

Νίκος Καββαδίας

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το Mετέπειτα


Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις
αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις

εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.
Aνάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,

θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.
Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
Ευαγγελίου του Χριστού — ζωής αδιασπάστου.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π.Καβάφης

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.

Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;

(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη)
Ηeinrich Heine

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

25η ραψωδία της Οδύσσειας

Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλες τους
άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νιότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το συκώτι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.

Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μού καναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.

Και νά μαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομμύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθιά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.

Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώρης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.

Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.

Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.

Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφοσύνη
και τα ποιήματα.

Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφήσανε μια νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στοίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδυ, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν' ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομμένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθιά, βαθιά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλοσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Anne Sexton