Follow by Email

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Οδύνη


«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,
να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»
Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.
Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.
Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.
Παρατημένη,
πιασμένη σε δόκανο,
έγκλειστη στην οδύνη της.
Ο άνδρας της αδιάφορος.
Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα
με τις καινούργιες κατακτήσεις του.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Ο κόσμος μοιάζει σκονισμένος


O κόσμος μοιάζει σκονισμένος
Σα σταματάς για να πεθάνεις
Γυρεύεις τότε τη δροσιά
Με τις τιμές δε θ’ ανασάνεις

Σαν ξεψυχάς δε θες σημαίες
Μόνο το πιο μικρό ριπίδι
Που όμως δροσίζει σα βροχή
Αν χέρι φίλου το αναδεύει

Εκεί θα είμαι να φροντίσω
Όταν θα ’ρθεί η δική σου δίψα
Και βάλσαμα από την ύβλα—
Πάχνες της Θεσσαλίας, θα σου φέρω

Emily Dickinson

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Οι ποιητές της Κυριακής


Βγαίνετε πάντοτε αργά κατά το μεσημέρι
περίπατο στα πάρκα
συνομιλίες με τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά
μ’ αρέσει το γυαλιστερό και μαλακό δέρμα σας
μ’ αρέσουν τα περίκομψα βήματά σας
ένα δύο ένα δύο τα παπαγαλάκια στη Βραζιλία
χρώματα τροπικά στα κλαδιά και στα μάτια μας
είσαστε εσείς αδιάφοροι σαν μια περήφανη χειρονομία
καβαλιέροι της θάλασσας
τα μικρά πατριωτάκια της ξαστεριάς.

Μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας με διασκεδάζουν
τα σφυρώ κάθε απόγευμα
εσείς πλαγιάζετε για να ξεκουραστείτε
απ’ τα ονειροπολήματα και τα παραμύθια σας
τα σφυρώ σ’ ένα πρόσχαρο τόνο
δεν καίνε από κανένα φλογισμένο παράπονο
δεν πέρασαν ποτέ από τη θλίψη των εξορίστων.
Μ’ αρέσουν μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας
δεν ξέρουν ν’ αναστενάζουν
δεν ταξιδεύουν από μέσα κι από βαθιά
γύρα-γύρα στο γαρούφαλο γυρνάτε σα μελίσσια
και τα λόγια σας λαφριά σαν τα σύννεφα
έφυγαν από καιρό
προτού τα λογαριάσει το αίμα της καρδιάς σας.

Κυριακή ολοπράσινη συνέχεια η ζωή σας
γαλάζια τα αισθήματα
φωτεινά και χαρμόσυνα τα γέλια σας
το αίμα των αδερφών μας σάς λερώνει
το σπίτια σας είναι παράδεισοι μεγάλοι Ναοί
που δεν μπορούν να ορμήσουν τα κλάματά μας
να τ’ ακούσετε κι εσείς και ν’ ανατριχιάσετε
γελάτε πάντα εσείς κοιτώντας τ’ αντικείμενά σας
παίζετε με το Αιγαίο σαν παιδάκια
δε νοιώσατε το βάρος καμιάς σκλαβιάς
την ελιά και την βάρκα των ψαράδων
δε χτύπησαν την πόρτα σας ξένοι στρατιώτες
βογκάει το τραγούδι μας και σας τυραννεί
κλαίνε τ’ αδέρφια μας και προσπερνάτε
ποιητές ποιητές από μαλακό ζυμάρι πλασματικό
γιομίζετε με τον μακρινό ουρανό τους στίχους σας
με τη λαφράδα του κυριακάτικου πρωϊνού
με τα χρώματα που μας ξεγελάνε τα μάτια
Ελύτη, Εγγονόπουλε, Σεφέρη, Εμπειρίκο,
γιατί δεν παραλλάζετε παρά μονάχα στ’ όνομα
γιατί δεν έχετε μια σταγόνα καρδιάς …

Νίκος Παππάς 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Μέχρι που


Μέχρι που γύρισα την τελευταία σελίδα
Και πουθενά ο δολοφόνος
Μέχρι που χόρτασα ψωμί
Και η πείνα δεν μ’ αφησε
Μέχρι εκεί που περπάτησα
Κι ο δρόμος χωρίς τέλος
Χωρίς τέλος η ένδεια και η απουσία και η σιωπή
Και ο φόβος και το σκοτάδι και ο χειμώνας
Και η σκόνη στο τραπέζι
Και οι ακριβές κουρτίνες
Και μουσική αδιάκοπη
Και τα ποτά που χύθηκαν στα σπλάχνα
  - μαύρα ρούχα και κόκκινο στα μάγουλα -
Και ο υπάλληλος της εφορίας
Και ένα γράμμα ανεπίδοτο
Τα χαλασμένα χαμόγελα
Και οι κλειδώσεις οι σφιγμένες
Και τα μάτια να πείσουν «εδώ είμαι»
Και οι λογαριασμοί στην τράπεζα
Και μίλια πτήσης μπρός πίσω γραμμένα για την επιβράβευση
Και γυαλισμένα τζάμια αυτοκινήτου
Λεωφόρος, έξοδος, αυτοκινητόδρομος

Και πρόθυμο το σώμα
- καλοσυντηρημένες σωληνώσεις,
λέει να τις προσέχεις, ο καθρέφτης φύλακας -
κοιτάει σημάδια στο ταβάνι

Σημάδια στο ταβάνι. Για δες. Συγύρισμα.

Χρύσα Πανταζή

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Απουσία


Άδειο το φλιτζάνι μου απόψε,
Κι είν’ οι μεριές του στεγνές και κρύες,
Καθώς το χαϊδεύει τ’ ολόδροσο αεράκι που
Αθώρητα μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.
Κενό και άδειο, πάλλευκο λάμπει στο σεληνόφως.
Γιομάτη η κάμαρα με την αλλόκοτη ευωδιά
Που αναδύουν τα άνθη της γλυσίνας.
Στου φεγγαριού λικνίζονται το φέγγος
Κι ανάερα χτυπούν στης κάμαρας τον τοίχο.
Μα το φλιτζάνι της καρδιάς μου παραμένει ατάραχο,
Και αδειανό, και κρύο.

Σαν έρθεις, κατακόκκινο
Και σύγκορμα παλλόμενο
Από αίμα ξεχειλίζει,
Της καρδιάς αίμα προς πόση ολόδική σου·
Με αγάπη να γεμίσεις το στόμα σου
Και με τη γλυκόπικρη γεύση μιας ψυχής.

μτφ: Νικολέττα Σίμωνος
Amy Lowell

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή


Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..


Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!


Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947)
Νικηφόρος Βρεττάκος

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Πρόσφυγες στην άμμο


Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή σιωπή
ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο·
ολημερίς ξαπλώνονταν αμίλητο
και σκυθρωπό σα μουδιασμένο ζώο
 Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό
καθώς το φύλλο που τσαλακώνεται
μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα
σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο
Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια
κι ήταν όλος χιλιάδες
που άφηναν τη γη τους
κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο,
σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του
και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή
ή έστω αντίσταση στο θάνατο
που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου.
Άγρια μοναξιά τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Home Sweet Home


Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Srebrenica
Καραβανάδες επιστρέφουν σε φέρετρα τυλιγμένα με τη γαλανόλευκη
Σπείρανε κάλυκες. Τους θέρισαν ρωσικά RPG
Έν’, δυο, εν’, δυο, ένα στο δόξα πατρί – παίζουμε στρατιωτάκια ακούνητα;
Τα όπλα σας είναι φαλλοί. Θα τα ευνουχίσουν ανήλικες μουσουλμάνες
Νοικοκυραίοι δακρύζουν σε απευθείας σύνδεση με το δελτίο ειδήσεων
Παπάδες στοιχισμένοι ψέλνουν την επιμνημόσυνη δέηση για τους βιαστές με τα κυανά κράνη - δεν υπάρχει μετάνοια γι’ αυτούς
Πολιτικοί στρώνουν τις φορεσιές τους
Ονειρεύονται γενοκτονίες με την ευγενική χορηγία της Texaco
It’s business as usual, baby!
Τα πατριωτικά λόγια μου προκαλούνε καύλες
Ελλάδα, σε βύζαξα, αλλά εσύ ποτέ δε με αγάπησες (όπως τα ναζί παιδιά σου)
Γι’ αυτό λέγε με ξένο
Είμαι η Μέδουσα, το καρατομημένο κεφάλι της μητριαρχίας
Είμαι ο γιος του Ρίντρα, προστάτης της οργής
Με έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως
Με μισούνε σαν κι αυτόν, τον άχρονο ξένο
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος
Ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος
Είμαι το μαύρο χρώμα της εργασίας
Κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια για τον φόβο
Είμαι ο ήλιος που καθρεφτίζεται στα όπλα των πρωτοκοσμικών
Με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό
Μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτήν την μεταφορά;
Μένω πιστός στο πλευρό κάθε ελεύθερου σκοπευτή – τι δειλός
Είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα πτώματα πο

υ συσσωρεύονται γύρω μου
Γεννάω πτώματα, γεννάω πτώματα. Ας με σταματήσει κάποιος
Από τους πόρους μου εκκρίνονται θάνατοι αμάχων
Κοροϊδεύω τη ζωή, την φτύνω, όταν γυρνάει την πλάτη
Της κλέβω τα adidas της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος
Δε είμαι σαν κι αυτήν. Είμαι πριν από αυτήν
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Σε όλες τις μητροπόλεις
Σε όλες τις χώρες που ξεκινάνε με σίγμα
Μα που είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν πριν την ώρα τους
Οι σύντροφοί μου εκτίουν άδικες ποινές
Οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία
Οι σύντροφοί μου γεμίζουν ομαδικούς τάφους
Οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου
Εφιάλτες ξεμοναχιάζουν τα όνειρά μου
Ονειρεύτηκα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα
Παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικά
Παιδιά να παίζουνε κρυφτό κάτω από τους προβολείς των ελικοπτέρων
Στρατιώτες με την γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν με αυτόματα
Όχι, όχι τα παιδιά, φώναζα
Τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας
Τα παιδιά έχουν μολυνθεί από το χρόνο, μου απάντησαν
Είναι αργά πια γι’ αυτά
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός

Jazra Khaleed

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Ποίημα 1146

Τόσο απαλό καθώς το μακελειό των Ήλιων
Σφαγμένων από τα σπαθιά του Δειλινού.

Emily Dickinson

Ακόμα ένας


Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τι άλλο πια κι εσύ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν’ αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν’ αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θα ’ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν’ εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ’ αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε, ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βουντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ’ αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιος, ποιο και τι
Τι να ’ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Ε, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.

Boris Vian

Εκεί


τα δικτυωτά ανύπαρκτα ριπίδια
της λησμονιάς
ήταν η μόνη
παρηγοριά
μέσα στα αίματα μιας
 παρθένου
που δεν είπε ποτέ τ’ όνομά της
μεσ’ στα τραγούδια
της τεφρής ουσίας
μέσα στους κόκκινους λεπτομερείς ανέμους

κι όμως ήτανε γραφτό
ανάμεσ’ απ’ τους κρίκους
τις ρόδες
τις σούστες
και τα κλάματα
της φαλαινίδος
να φυτρώση έτσι
ένας
φύκος
που ήταν το μόνο στολίδι
της πτωχής αιθούσης.

φωνές
και τα ξέστρωτα τραγικά κρεβάτια
σπασμών.

Νίκος Εγγονόπουλος

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018

Ο νότος


Από ένα απ’ τους εξώστες σου
έχοντας δει τα αρχέγονα άστρα,
από τον πάγκο της σκιάς
δει
κείνα τα σκόρπια φώτα
πού η άγνοια μου
δεν ήξερε να ονοματίσει
ούτε να κατατάξει
σε αστερισμούς,
έχοντας ακούσει
το κύλισμα του νερού
στη στέρνα τη κρυφή,
το άρωμα από γιασεμί
και αγιόκλημα,
τη σιωπή
του κοιμισμένου παπαγάλου,
την αψίδα της στοάς,
το νότισμα
- τούτα τα πράματα, ίσως,
είναι το ποίημα.

Jorge Luis Borges

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Ο ξένος

(απόσπασμα)

Ήμουν όμως σίγουρος για τον εαυτό μου, σίγουρος για όλα, πιό σίγουρος από κείνον, σίγουρος για τη ζωή μου και για τον θάνατο που έμελλε να έρθει. Ναι, αυτό μόνο είχα. Αλλά τουλάχιστον κρατούσα τούτη την αλήθεια όσο με κρατούσε κι εκείνη. Είχα δίκιο, κι ακόμα έχω, πάντα είχα δίκιο. Είχα ζήσει μ' έναν τρόπο και θα μπορούσα να είχα ζήσει διαφορετικά. Είχα κάνει αυτό και δεν είχα κάνει εκείνο. Δεν είχα κάνει το ένα, ενώ είχα κάνει το άλλο. Και λοιπόν; Ήταν σα να περίμενα όλο τούτο τον καιρό αυτό ακριβώς το λεπτό κι αυτήν ακριβώς την αυγούλα που θα με δικαίωναν. Τίποτα, τίποτα δεν είχε σημασία και ήξερα πολύ καλά το γιατί.[...]Τι μ' ένοιαζε ο θάνατος των άλλων, η αγάπη μιας μάνας, τι μ' ένοιαζε ο Θεός του, η ζωή που διαλέγουμε και τα πεπρωμένα μας, αφού ένα και μοναδικό πεπρωμένο έμελλε να επιλέξει εμένα και μαζί μ' εμένα δισεκατομμύρια προνομιούχους, που όπως κι εκείνος, δήλωναν πως ήταν αδέλφια μου; Καταλάβαινε; Καταλάβαινε επιτέλους; Όλοι οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι. Υπήρχαν μόνο προνομιούχοι. Και τους άλλους θα τους καταδίκαζαν μια μέρα. Κι αυτόν θα τον καταδίκαζαν.

Albert Camus 

Το κουτσό


Φαντάζομαι τον άνθρωπο σαν αμοιβάδα που βγάζει ψευδοπόδια για να φτάσει και να περικυκλώσει την τροφή της. Υπάρχουν ψευδοπόδια που είναι μακριά ή κοντά, κινήσεις, ελιγμοί. Μια μέρα όλα αυτά παγιώνονται (είναι αυτό που λένε ωριμότητα, δημιουργημένος άνθρωπος). Από την μια μεριά φτάνει μακριά, από την άλλη δε βλέπει μια λάμπα στα δύο μέτρα. ... ώσπου μια ακαριαία κατολίσθηση του δείχνει, για μια στιγμή, χωρίς όμως δυστυχώς να του δίνει και τον καιρό να καταλάβει τι,
του δείχνει την κατακερματισμένη του ύπαρξη, τα ακανόνιστα ψευδοπόδια του,
την υποψία ότι παραπέρα, εκεί που τώρα βλέπω μόνο τη διάφανη ατμόσφαιρα,
ή σ΄αυτήν την αναποφασιστικότητα, στη διασταύρωση των προαιρέσεων,
εγώ ό ίδιος, στο υπόλοιπο της πραγματικότητας που αγνοώ, περιμένω τον εαυτό μου ματαίως.

Julio Cortazar

Οδυσσέας



(αποσπάσματα από την Ομηριάδα)

Είμαι η Ιθάκη
Είμαι ο Οδυσσέας
Δεν είμαι η Ιθάκη
Είμαι η Ιθάκη
και ο Οδυσσέας
Δεν είμαι ο Οδυσσέας

Είμαι η Ιθάκη
που έχασε τον Οδυσσέα
Είμαι ο Οδυσσέας
που έχασε η Ιθάκη

Δεν είμαι ο Οδυσσέας
Είμαι η Ιθάκη
Οδυσσέας
Ιθάκη

Οδυσσέας
Με σκότωσε αυτή

Ιθάκη
Εγώ τον σκότωσα

Εγώ κι αυτός
Αυτή κι εγώ

Τώρα
αυτή

Μόνον αυτή

Αυτή είμαι

Εγώ αυτή

Δημήτρης Δημητριάδης

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

κατά μήκος βηματισμός


το βλέμμα της άμμου
η ακόλαστη γαία
του πύργου ο φλοιός
η ανταλλαγή των λόφων των τερπνών

ο πρώτος λίθος
το θελκτικό χταπόδι
έσβησαν τ’ αμπέλια
απ’ τις στοίβες της αγέλης
ψεύδονται εκείνοι

τότε το ευτελές της εμπιστοσύνης νερό
κι η απανταχού νυχτιά

πόρτες εκπυρσοκροτούν
αόρατα χέρια

το γρασίδι επενδυμένο
η φωνή μπλοκαρισμένη
ο δρόμος αποκεφαλισμένος
το σπίτι ολοσχερώς καμένο

τα πάντα για σένα βλέπεις
δεν βλέπεις τίποτα πια

Tristan Tzara 

Απόγευμα προς βράδυ



Θα κατέβει πολύς καημός απόψε
Στη βόλτα θα λένε μύθους για σένα
Βγες στο μπαλκόνι σου σαν μια υπόσχεση
Κι εγώ θ΄αντλήσω χίλια φιλιά
Για την γειτονιά που σε λαχταράει

Πέφτει ο ουρανός σαν χαλασμένο υπόστεγο
Κίτρινη η όψη σου
Συλλογισμένο το σκυλί
Η μουσική μέχρι θανάτου

Ε συ ρακοσυλλέκτη
Έχω ένα άχρηστο στρώμα
(Πάρε και το σώμα μου)

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Σκοτεινιάζει και δε βλέπω
Το πρόσωπό σου με νοιάζει
Σε ακουμπάνε τα χείλη μου και κλαις

Μαυρίζει ο κήπος σβήνουν τα φώτα
Θα έρθει η ώρα που θα κοιμηθούμε
Θα’ ναι ωραία αλλά θα το νιώθουμε εμείς;

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου 

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Τέρατα


β’

Βλέφαρα δεν έχουνε τα μάτια μας
Κοιτάμε κοιτάμε αδιάκοπα κοιτάμε
Ακόμα κι όταν τίποτα δε βλέπουμε

Ήχο δεν έχουν τα λαρύγγια μας
Μιλάμε αδιάκοπα τα χείλια μας κουνάμε
Λαλιά καμιά δε βγαίνει απ’ το στόμα μας

Είμαστε ψάρια δίποδα σε τούτο τον επίγειο βυθό

Αργύρης Χιόνης

6



Από τότε που γεννήθηκα
είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω

Οι χώρες στένεψαν
τα βουνά χαμηλώνουν
τα ποτάμια λίγνεψαν

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
απλώνεται απ’ την αυγή ως το λυκόφως
σκεπάζει όλη τη γη
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
θα περπατήσεις επάνω μου

(από τα Μαλαισιανά ποιήματα)
Yvan Goll

Είδα


Είδα τριαντάφυλλα ν’ ανθίζουν και να μαραίνονται,
ένα προς ένα
Είδα τους γλάρους να πετούν ψηλά και να πεθαίνουν,
έναν προς έναν

Είδα κι εσένα ν’ ανθίζεις σαν τριαντάφυλλο
και χαμογέλασα
Είδα κι εσένα που φτερούγιζες σαν γλάρος
κι ήμουν ευτυχισμένος

Σ’ είδα, επίσης, να επιμένεις ακολουθώντας το παράδειγμά τους.

John P. Portelli 

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Ρουθ

Ας υποθέσουμε πως ήμουν κοιμισμένος.Βαθιά θα πρέπει να κοιμόμουν, πως αλλιώς να ερμηνεύσω, τώρα πια, καθώς κοιτάζω το πρόσωπό της στη θαμπή φωτογραφία (πότε την τράβηξα, ποιος ήλιος τη θαμπώνει;), πώς τώρα πια να ερμηνεύσω την ιδέα, μάλλον την αίσθηση που είχα, πως ανοίγει από το βάθος της ζωής μου μες στη νύχτα (μην ήταν χάδι της αυγής, δροσιά του κόσμου;)Πολύ απόμακρη κι αθόρυβη σαν φως μια πόρτα ένοιωσε ν’ ανοίγει μες στη νύχτα κι έναν αέρα, ένα ρεύμα απαλό σαν από σώμα μυρωμένο που κινείται πολύ κοντά και δε σ’ αγγίζει ένα ρίγoς γλυκό σαν αύρα της αυγής να με τυλίγει, σαν άκρο άωτο κι αθόρυβο σαν φως.

Γιατί ο κόσμος, όπως ήμουν κλειδωμένος σ’ ένα ανήσυχο σκοτάδι που γερνούσε, 
ο κόσμος ήταν ένα σπίτι σκοτεινό χωρίς παράθυρα ή πόρτες ή φεγγίτη, 
χωρίς ανοίγματα ντροπής ή προσδοκίας, κι όλες οι λέξεις του γύριζαν προς τα μέσα
μόνο μια γρίλια σαν ρυτίδα που σαρκάζει σε μια γωνιά, κάτι αόρατο σαν στόμα αντιβοούσε έναν άρρυθμο χρησμό, κι όλες οι λέξεις του γυρίζαν προς τα μέσα. Ήταν σαν θάλαμος μικρός και σκοτεινός, μια κιβωτός σφυγμών, μια κρύπτη αισθημάτων κι απ’ τη μισάνοιχτη που σάρκαζε ρυτίδα μηχανικά, πριν κοιμηθώ, έπαιρνα φως–μικρές κοφτές αναπνοές κι απομυζούσα παλιές εικόνες από σένα κι από μένα, απ’ τα ωχρά, τα τιμαλφή, τα ειπωμένα, μια μεταμόσχευση ανάσας.

Και μεμιάς, όπως ανοίγουμε μια πόρτα κι είναι κήπος, αυτός ο κόσμος, ο κλειστός, ο φοβισμένος, με μια υπέρογκη ανάσα διερράγη κι ήταν ο κόσμος ο απέραντος ξανά, ο μείζων κόσμος, ο υπαίθριος, και είχε όλο το θάρρος και την πίκρα των καρπών, με την ντροπή και τη φροντίδα των ανθρώπων, με τις πλατιές ενορχηστρώσεις του τυχαίου, τη συστολή, τη διαστολή των ουρανών και τη βαρύτητα της πρώτης απορίας. Γιατί αθόρυβη σαν φως όταν χαράζει, μια πόρτα ένιωσα ν’ ανοίγει μες τη νύχτα απ’ τον βαθύτερο του ύπνου μου φλοιό, και μια πνοή, έναν αέρα προσμονής, σαν από σώμα μυρωμένο, να με παίρνει πολύ μακριά, εκεί στην πρώτη εφηβεία.

Πως ήρθε στο κρεβάτι μου; Κοιμήθηκα τον ύπνο του Αδάμ, κι ο Ελεήμων από την ύπνωσή μου έπλασε γυναίκα; Εκστατικά την κοίταζα που άνοιγε τόσο αβρά το σκέπασμα, σαν να σηκώνει όλο το βάρος που μου έπνιγε το στήθος. Κι αυτή: "απ’ το όνειρο μου γλίστρησα" μου λέει "σ’ ένα λιβάδι με τριφύλλι δροσερό, που μου `δωσε το σώμα σαν παράδεισος και καταατάλαξα γυμνή στην αγκαλιά σου". Όταν τη φίλησα βαθιά στα πέταλά τnς, ένας λυγμός χαράς λύθηκε στην καρδιά μου είχε στο φύλο τnς το χρίσμα των αγρών, μια ευωδιά σαν από χόρτο θερισμένο, που `φερνε δάκρυα στα μάτια. Ξαναζούσα. Ρούθ, Ρούθ, απόρρητη κι αθέριστη ακόρα, κόρη του ύπνου και τnς άγρυπνής μου ώρας, συγχώρεσέ με που αδίκησα τον κόσμο.

Διονύσης Καψάλης

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Δον Κιχώτης


Πώς μ' αγαπάς, Ουλάλια μου το ξέρω,
κι ας μη μου το ομολόγησες ποτέ σου,
μήτε καν με μάτια, τις βουβές
του έρωτα τις γλώσσες.

Γιατί ξέρω πως είδες τη λατρεία μου,
και πως μια αγάπη δεν καταφρονιέται
ποτέ, σαν είναι αληθινή και δείχνεται
         σαν δική μου.

Κι όμως τόσες φορές αλήθεια, Ολάλια μου,
μ' έκανες να πιστέψω που η καρδιά σου
πρέπει μπρούντζινη να 'ναι, κι από μάρμαρο
          τ' άσπρο σου στήθος.

Μα πάλι απ' τα θυμώματά σου μέσα,
και μέσα απ' τις σεμνές σου αποφυγές,
τόσες φορές ξεχώρισα μια λάμψη
           γλυκιάς ελπίδας.

Αν είναι της ψυχής ευγένεια ο έρωτας,
είναι τόση η δική σου, που οι ελπίδες μου
δε θα σκορπίσουν σαν καπνός στον άνεμο
            κι αφρός κυμάτου.

Και αν όσα η αγάπη ξέρει και σοφίζεται
μπορούνε μια καρδιά να μαλακώσουν:
τόσα έκανα για σένα, που η πίστη μου
            διπλή τη νιώθω.

Γιατί όσο κι αν δεν πρόσεξες, θα με είδες
πολλές φορές ντυμένο τη Δευτέρα
με ό,τι και Κυριακήν ακόμα θα 'τανε
          τιμή να βάλω.

Κι όπως τραβούν πάντα τον ίδιο δρόμο
η κομψή φορεσιά με αγάπη:
όμορφα στολισμένος μπρος στα μάτια σου
          δείχτηκα πάντα.

Αφήνω τους χορούς που 'χω για σένα
χορεμένους και μήτε τα τραγούδια
που σου 'χω πει τη νύχτα ή τα χαράματα
           θα σου θυμίσω.

Και μήτε θα σου πω για τα παινέματα
που σου 'χω κάνει για την ομορφιά σου
και που - κι ας είναι αλήθειες - τόσες έκανα
          να με μισήσουν.

Η Τερέζα μού φώναξε μια μέρα
που σε παινούσα: Μερικοί λατρεύουν
μια μαϊμού, και θαρρούνε κάποιον άγγελο
           πως αγαπούνε,

απ' τα πολλά στολίδια γελασμένοι,
τα ψεύτικα μαλλία, και τις φτιαγμένες
ομορφιές, που μπορούν και την αγάπη
           να ξεγελάσουν.

"Ψέματα λες" της είπα· - κι αυτή θύμωσε.
Και βγήκε ο ξάδερφός της και με πρόσβαλε,
και ξέρεις μεταξύ μας πια τι γίνηκε
          και τι έχω κάνει.

Δε σ' αγαπώ μ ' αγάπη που, στη φούρια της,
όλα τα λησμονεί, κι ούτε είν' ο πόθος μου
να σ' απολάψω μονάχα. γιατί πιο τίμιος
            είναι ο σκοπός μου.

Έχει η θρησκεία δεσμούς που 'ναι σαν φιόγκοι
μεταξωτοί. Για βάλε το λαιμό σου
κάτω απ' το ζυγό: να δεις και μένα
          πως θε να σκύψω!

Όπως αν δε θελήσεις: σου τ' ορκίζομαι
στον Άγιο που λατρεύω πιο πολύ
πως δε θ' αφήσω ετούτα τα βουνά
           παρά καλόγερος 


κεφάλαιο έντεκα, Μτφ. Κ. Καρθαίος,
Miguel de Cervantes

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Πληκτρολογείς στο κινητό τη μοναξιά σου


 Πληκτρολογείς στο κινητό τη μοναξιά σου
εξαποστέλλοντας μηνύματα με ες-εμ-ες
και η αριστερά σου αγνοεί τη δεξιά σου,
πας κι έρχεσαι σαν της γιαγιάς το εκκρεμές.

Αισθήματα εκπέμπεις ηλεκτρονικά
στους δορυφορικούς σου αποδέκτες,
στέλνεις ψηφιακά φιλιά ηδονικά
στήνεις παιχνίδια δίχως παίκτες.

Σαν κωμειδύλλιο
η ζωή μας κοροϊδεύει
κι’ από την «Γκόλφω» ως το πουθενά
πάλι τα χρόνια μας κάτι μπερδεύει
στη Θεσπρωτία, στο Κιλκίς, στα Δολιανά.

Τη μοναξιά πληκτρολογείς στο κινητό σου
παγιδευμένη στα Ιντερνέτ του υπερπέραν
και ξεγελάς κάθε φορά τον εαυτό σου
σαν την ωραία που μας ήρθε απ’ το Πέραν.

Κώστας Λαχάς 

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ο μποεμισμός μου

Χώνω τα ξυλιασμένα χέρια μου
βαθιά στις τσέπες του παλτού μου
φθαρμένο, ιδανικό.
Ω, Μούσα, πιστός σου εγώ υποτελής
κάτω απ’ τους ουρανούς γυρνώ
κι όνειρα, όνειρα ανεκπλήρωτα
κι αφάνταστα μες στην καρδιά μου κουβαλώ!

Μ’ ένα παντελόνι κουρέλι να κρέμεται στα πόδια
ονειρευτής εγώ, σκορπίζομαι σε τόπους,
σταυροδρόμια και σοκάκια,
πλαγιάζω απρόσκλητος κάτω απ’ των άστρων
το πέπλο.

Σ’ ένα χαντάκι, σε κάποιο σταυροδρόμι κάθομαι
κι αφουγκράζομαι, του φθινοπωριάτικου σούρουπου
τ’ αμυδρό φύσημα τ’ ανέμου, με τη δροσούλα
να ραντίζει το μέτωπο,
και τότε τραβώ αθόρυβα τα κορδόνια
των παπουτσιών μου, τα σφίγγω βαθιά
ως την καρδιά μου μέσα.

Arthur Rimbaud

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

A la folie


 Ό,τι κι αν λεν τα εγχειρίδια της Ψυχιατρικής,
ένα είναι σίγουρο. Δεν περιγράφεται η τρέλα.
Το ερώτημα που τίθεται, είναι αν μπορεί
επαρκώς να περιγράψει.
Ας πούμε, λέμε «τον ερωτεύτηκε τρελά».
Είναι μια έκφραση κι αυτή,
ενδεχομένως κάπως τετριμμένη, πλην όμως
με παγκόσμια, διαπολιτισμική ισχύ.
Γιατί, παντού στον κόσμο οι ερωτευμένοι
διαγιγνώσκονται παράφοροι, διαταραγμένοι
κι ενίοτε επικίνδυνοι και αυτοκτονικοί.
Μιλώ, ασφαλώς, γι’ αυτούς τους εκλεκτούς
που αξιώθηκαν μια τύχη υψηλή–
να αγαπούν, χωρίς απαραιτήτως ν’ αγαπιούνται.
Γιατί μονάχα τότε είναι που μπορούν,
χωρίς μικροπρεπή προσκόμματα
και δίχως της επιτυχίας τη δαμόκλειο επιταγή,
να φτάσουν το αίσθημά τους
σε ύψη δυσθεώρητα, για ’κείνο που αντιτάσσει
η πάντοτε προσβλέπουσα και σώφρων Λογική.
Άλλοι το λένε αποτέλεσμα, άλλοι ανταπόκριση,
άλλοι κατάληξη ευτυχή.
Κι ίσως να μοιάζει με πορεία παράδοξα μοναχική.
Όμως, δεν πρέπει να ξεχνούμε,
ότι στον κόσμο των τρελών κι ερωτευμένων
ισχύει μια καινούρια, ολότελα άγνωστη ηθική.
Εξάλλου, αυτό δε λεν πως είναι η τρέλα;
Όταν η συμπαγής ουσία,
που συγκρατούσε τα Γνωστά σε στέρεη δομή,
έχει οριστικώς αποδιοργανωθεί.

(Συλλογή Χωρίς, από το Χωρίς ΙΙ)
Μιράντα Παπαδοπούλου

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Περνώντας ο χρόνος

Το δέρμα σου σαν αυγή
Το δικό μου σαν μοσχοκάρυδο

Ο ένας ζωγραφίζει την αρχή
Ενός βέβαιου τέλους

Ο άλλος, το τέλος
Μιας σίγουρης αρχής

Μάγια Αγγέλου

Ξυπνώντας στη Νέα Υόρκη

Κουρτίνες ζορίζοντας τη θέλησή τους
Ενάντια στον άνεμο,
Παιδιά που κοιμούνται,
Ανταλλάσσοντας όνειρα με Σεραφείμ.
Η πόλη σέρνεται αφυπνισμένη
Πάνω σε υπόγειους ιμάντες · κι εγώ,
Ένας συναγερμός, ξύπνια
Σαν φήμη πολέμου,
Ξαπλωμένη τεντώνομαι στην αυγή,
Αυθόρμητη κι αγνοημένη.

Μάγια Αγγέλου

Ένα παραδοξολόγημα

Δώσ’ μου το χέρι σου

Κάνε χώρο για μένα
Για να σε οδηγήσω
Και να σ’ ακολουθήσω
Πέρα απ’ αυτή τη λύσσα
Της ποίησης.

Άσε τους άλλους να ’χουν
Την ιδιαιτερότητα
Των συγκινητικών λέξεων
Και της αγάπης
Για την απώλεια της αγάπης.

Για μένα,
Δώσ’ μου το χέρι σου.

Μάγια Αγγέλου

Όταν έρχεσαι

Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος,
Κάνοντάς μου νόημα
Σε αλλοτινά δωμάτια,
Όπου στέκουν οι αναμνήσεις,

Προσφέροντάς μου, καθώς σ’ ένα παιδί,
Μία σοφίτα, συναντήσεις
Ημερών τόσο λιγοστών,
Μπιχλιμπίδια κλεφτών φιλιών,
Ψευτοκοσμήματα από δανεικές αγάπες,
Μπαούλα μυστικών λέξεων,

Εγώ κλαίω.

Μάγια Αγγέλου 

Γυναικεία δουλειά



Έχω να κοιτάξω τα παιδιά
Να μαντάρω ρούχα μια αγκαλιά
Το πάτωμα να σφουγγαρίσω
Στα μαγαζιά να πάω να ψωνίσω
Ύστερα το κοτόπουλο να ψήσω
Το μωρό να καθαρίσω
Μια παρέα να τραπεζώσω
Πουκάμισα να σιδερώσω
Τον κήπο να βοτανίσω
Και τα μικρά να ντύσω
Την κονσέρβα να ανοίξω
Το αχούρι να τακτοποιήσω
Τους αρρώστους να γιατροπορέψω
Και τα βαμβάκια να μαζέψω

Λάμψε πάνω μου, ήλιε
Βρέξε με, βροχή
Πέσετε απαλά δροσοσταλίδες
Το μέτωπό μου να δροσιστεί.

Θύελλα, πάρε με από εδώ
Με τον άνεμο τον πιο δυνατό
Άσε με να αιωρούμαι στον ουρανό
Μέχρι να ξεκουραστώ.

Πέσετε απαλά, χιονονιφάδες
Με λευκά παγωμένα
Φιλιά καλύψτε με και
Αφήστε με να κοιμηθώ μια βραδιά.

Ήλιε, βροχή, ανάγλυφε ουρανέ
Βουνό, ωκεανέ, πέτρα και φύλλο
Αστέρι λάμψε, φεγγάρι γέλα
Μόνο εσάς έχω για φίλο.

Μάγια Αγγέλου

Φυλακισμένο πουλί


Το ελεύθερο πουλί κάνει άλμα
στην πλάτη του ανέμου
και αιωρείται κατεβαίνοντας
μέχρι την άκρη του ρεύματος
βουτά τα φτερά του
στις πορτοκαλιές ηλιαχτίδες
και τολμά να διεκδικήσει τον ουρανό

Μα ένα πουλί που πηγαινοέρχεται
μες στο στενό κλουβί του
σπάνια μπορεί να δει πέρα
από τα κάγκελα της οργής
τα φτερά του είναι ψαλιδισμένα και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του και τραγουδά

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με έναν φοβισμένο σκοπό
για πράγματα άγνωστα
μα επιθυμητά από καιρό
και η μελωδία του ακούγεται
στο μακρινό βουνό
γιατί το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά την ελευθερία

Το ελεύθερο πουλί στοχάζεται άλλο ένα αεράκι
τους αληγείς ανέμους να περνούν απαλά μέσα από δέντρα που στενάζουν
τα παχιά σκουλήκια να το περιμένουν σε ένα λιβάδι καθώς χαράζει
και αποκαλεί τον ουρανό δικό του.

Μα ένα φυλακισμένο πουλί στέκει πάνω από τον τάφο των ονείρων
Η σκιά του ουρλιάζει πάνω στου εφιάλτη την κραυγή
τα φτερά του είναι ψαλιδισμένα και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του και τραγουδά

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με έναν φοβισμένο σκοπό
για πράγματα άγνωστα
μα επιθυμητά από καιρό
και η μελωδία του ακούγεται
στο μακρινό βουνό
γιατί το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά την ελευθερία.

Μάγια Αγγέλου

Απόψε


Απόψε που έχασα τον ίσκιο μου
και βουλιάζω στην άπατη νύχτα. 

Απόψε που βγήκα στα τρίστρατα του μεσονυχτιού
και ζητιανεύω λίγον ύπνο. 

Απόψε που αποδήμησαν κοπάδι οι χίμαιρες
και γω ξεσέλωσα το άτι της ελπίδας... 

Απόψε που σου σήκωσα το γιασμάκι
και σ' αντίκρυσα ολόγυμνη-εφτάσκημη ντροπή- 

Μετρήθηκα ξανά μαζί σου
Κι ήμουν ένα μπόι πιο ψηλός!

Κραυγή στα Πέρατα, Παλμός 1954
Μενέλεος Λουντέμης 

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Μεγάλη Παρασκευή


Μεγάλη Παρασκευή -της λάθος ματιάς
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοίτα προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το “πρώτο βήμα” τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.

Τέλλος Φίλλης 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Υπεραγορά 1

Οι τελευταίες γενιές των κοριτσιών των ταμείων
πατάνε τα πλήκτρα των αριθμομηχανών μηχανικά
και οι σκέψεις τους ποιος ξέρει που πετάνε,
σε ποια τοπία σεισμικά, σε ποια ροδοσταχτιά ουτοπία;
Με βλέμμα απλανές βγάζουν απ’ το στόμα τους
άφωνες χάρτινες κραυγές λογαριασμών
Το χρήμα γλιστράει, πως γλιστράει
κι ό,τι γλιστράει σαν τίποτα γλιστράει
μέσα από τα χέρια τους,
χέρια εξουδετερωμένα εργατικά.

Γεμίζουν τις σακούλες με τα είδη των ειδών
οι τελευταίες γενιές των κοριτσιών
ψυχικές προεκτάσεις των ταμείων
πρόδρομοι των κωδικών μηχανισμών.

Τώρα πια ένα απ’ τα κορίτσια αυτά
μέσα απ’ την τσέπη μου, μου διηγείται:
γεννήθηκα Κάρτα με αριθμό Κωδικό
σφραγίδα της Νέας Εποχής
άριστη η σχέση μου με την Εξουσία
το όνομά μου, Αναστασία
χαμόγελο αγγελικό, προκαλώ την έλξη.
Και πίσω από τη μάσκα ο άγνωστος Χ
με βυθίζεις μέσα στην τρύπα του υπολογιστή; να η εξυπηρέτηση
π.χ. Χρονική Κάρτα Απεριορίστων Διαδρομών
ο αριθμός της 666, ξέρεις
πιστεύω στο Χριστιανισμό:

Πιστεύω εις έναν Κωδικό Πατέρα Παντοκράτορα
ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων
και εις έναν Κύριον Αριθμόν τον Υιόν του Κωδικού τον μονογενή
του εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων.
Φως εκ φωτός. Κωδικόν αληθινόν εκ Κωδικού αληθινού
γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιω τω πατρί δι ου τα πάντα εγένετο.
Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν
κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκοθέντα εκ πνεύματος Συμφέροντος
και Απληστίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.
Και Σταυρωθέντα επί Ημερών Ενανθρωπήσεως
και παθόντα και ταφέντα εις τους Υπολογιστάς
και αναστάντα την τρίτην ημέρα κατά την Μαζικήν Πληροφόρησιν
και ανελθόντα εις τους ουρανοξύστας
και καθιζόμενον εκ δεξιών του Κωδικού Πατρός
και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
κρίναι ζωντας και νεκρούς
ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.
Και εις την Κάρταν την Αγίαν την Ζωοποιόν
την εκ του Πατρός εκπορευομένην και συνδοξαζομένην
και λαλήσαν δια του Πολιτισμού.
Και εις μίαν Αγίαν Κωδικήν Εξουσίαν
ομολογώ εμβάπτισμα εις τας σχισμάς των Υπολογιστών
προσδοκώ ανάστασιν νεκρών
και ζωήν Κωδικήν του μέλλοντος αιώνος
αμήν, Αναστασία.

Λένα Πλάτωνος 

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Η Δάφνη μέσα σε οθόνη


Είμαι κλεισμένη
μέσα σ’ αυτό το πολύχρωμο ενυδρείο
τα βλέμματα μας συναντιούνται
αλλά όχι τα σώματά μας.
Ανθίζω, αλλά κανένας
δεν μπορεί να με μυρίσει.
Είμαι κοντά σου
αλλά αδύνατο να μ’ αγγίξεις.
Υπάρχω;

Θανάσης Κριτσινιώτης

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Τα βήματα


Τα βήματά σου, τέκνα της σιωπής μου,
σαν από θεία χάρη αργά βαλμένα
προς το κρεβάτι της αγρύπνιας της δικής μου
άφωνα προχωρούν και παγωμένα.

Πρόσωπο αγνό, ίσκιε θείε, τι θαυμαστά
τα βήματά σου τα συγκρατημένα!
Θεοί, όλα τα δώρα που μαντεύω, αυτά
τα γυμνά πόδια φέρνουνε σε μένα!

Αν με τα χείλη σου που τα προτείνεις
προετοιμάζεις για να γαληνέψεις
τον κάτοικο της ιδικής μου σκέψης
με την τροφήν ενός φιλιού που δίνεις,

μη βιάζεις το έργο αυτό το τρυφερό,
γλύκα τού αν είσαι ή όχι εσύ κοντά μου,
γιατί έζησα για να σε καρτερώ
κ’ ήταν τα βήματά σου η καρδιά μου.

Paul Valery

Το φιλικό δάσος


Πλάι-πλάι, σκεφτόμαστε πράγματα αγνά,
μέσ’ στων δρόμων τα μάκρη μαζί περπατώντας,
απ’ τα χέρια κρατιόμαστε οι δυο μας σιωπώντας…
στ’ άνθη ανάμεσα τα σκοτεινά.

Σα μνηστήρες μονάχοι βαδίζαμεν ώρα,
μέσ’ στην πράσινη νύχτα των κάμπων, κι εκείνη
τη φασμαγορική μοιραζόμαστε οπώρα,
των τρελών φιλενάδα καλή, τη σελήνη.

Και κατόπιν στη χλόη πεθάναμε, μόνοι,
στο γλυκόν ίσκιο, μακριά, του δάσους αυτού
που σαν κάτι δικό μας ψιθυρίζει αυτού.

Και κει πάνω στο φως που ποτέ δεν τελειώνει,
ευρεθήκαμε κλαίγοντας, ξάφνου, ω καλέ μου,
της σιωπής σύντροφέ μου.

Paul Valery 

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Ο χωρισμός


Σάμπως ο χωρισμός να μας τρομάζει:
πάνω μου εσύ ακουμπάς και πλάι σου εγώ απομένω
κι ας έχει αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, –
κ’ είσαι εσύ σκεφτικός κ’ εγώ σωπαίνω.

Μπαίνουμε σ’ εκκλησία κ’ εκεί θωρούμε
ένα ξόδι, μια βάφτιση, ένα γάμο,
και φεύγουμε, γιατί δε θέλουμε να δούμε:
για μάς το ίδιο δε γίνεται… Τι άλλο να κάμω

παρά ν’ ακούω που άτονα αναστενάζεις,
στο κοιμητήρι, πλάι σου καθισμένη,
ενώ στο χιόνι τα παλάτια σχεδιάζεις
όπου θα ζούμε μαζί και χωρισμένοι.

Anna Akhmatova 

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Άτιτλο

Η μύγα
Ανάμεσα στο σκηνικό κι εμένα
Το τζάμι
Κενό εκτός από εκείνη

Μπρούμητα ξαπλωμένη
μαγγωμένη μες στα μελανά της έντερα
Κεραίες τρελαμένες πτερύγια ενωμένα
Πόδια πλεγμένα στόμα θηλάζον στο κενό
Σπαθίζοντας το κυανό συνθλίβεται στο αόρατο
Κάτω από τον ανίσχυρό μου αντίχειρα ανατρέπει
Τη θάλασσα και τον γαλήνιο ουρανό

Samuel Beckett 

Τα τρία τέταρτα της ζωής μου


Στον Τάσο Δενέγρη

Μέσα στης γης τα χάσματα και την επιδερμίδα
Άγνωστες ποσότητες σπανίων ορυκτών
Τοποθετημένα σαν κεφάλαια σ’ επίκαιρα σημεία
Μια γενειάδα ακολουθεί την άλλη αστραπιαία
Χώρες αλλάζουν χέρια εμβαδόν υψόμετρο
Ονόματα πόλεως γίνονται χερσόνησοι
Τοποθεσίες πολυάνθρωπες γίνονται θάλασσες
Ποτάμια δανείζονται τις κοίτες των άλλων ποταμών
Λόφοι παραμερίζονται από ζηλότυπα βουνά
Πολυτελή ανάκτορα ερημώνονται και καταντούν υπόγεια
Άνθρωποι σοφοί ξαναμωραίνονται
Και το μυαλό τους εξατμίζεται στο χάος το απληροφόρητο
Ξύλινα σπίτια τοποθετημένα σε νέες διασταυρώσεις
Γίνονται θύματα της πυρκαγιάς ερωτικών διαθέσεων
Γέφυρες υποτάσσονται στους πεζούς
Φέρετρα στοιβάζονται γιατί όλοι τώρα
Καίνε τους « πρώην» τους με αρώματα
Σε κλίβανους ατομικούς
Κατεψυγμένοι εγκέφαλοι σκέπτονται στις βιβλιοθήκες
Κύριοι φρακοφόροι μελετούν τις αντιδράσεις τους
Σεξουαλικές ανωμαλίες
Γίνονται «Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου»
Όργανα της τάξης αλλάζουν φύλο καθημερινά
Όργια σε ρωμαϊκές βίλες
Παίρνουν τον χαρακτήρα
Μιας σφαγής συνειδήσεων
Εξαγορασμένη τρυφερότητα φτάνει ως τα πεζοδρόμια
Στο μεταξύ τα πόδια μου
Είναι από άμμο κι από μαργαρίνη
Τα χέρια μου είναι από φτερά πουλιών
Το κεφάλι μου είναι βιδωτό
Το στόμα μου αναβοσβήνει
Όπως τα φώτα της κυκλοφορίας
Κόκκινο πράσινο κίτρινο κόκκινο καφέ…
Τα λόγια μου ταχυδρομούνται
Σε στοίβες εκατομμυρίων
Κλείνω τ΄ αυτιά μου για να μην ακούγονται
Τα παράπονα των ταχυδρόμων
Ένας ταμίας που κατάκλεψε μια Τράπεζα
Ομολογεί τα πάντα σ΄ ένα μέντιουμ
Που πάει να τον καταγγείλει στην αστυνομία
Μια νεράιδα ντύνεται στο σεληνόφως
Μια γυναίκα στου Dior – εγώ δεν ντύνομαι
Πουθενά – μένω γυμνός –
Το σπίτι μου είναι ο παράδεισος των ανωμάλων έλξεων
Μόνο στραβόξυλα περνούν για διαβατήρια
Μόνο χαμόγελα έχουν μια γεύση υπόξινη
Μόνον οι βάσεις και τα οξέα
Ξέρουν τι σημαίνουν οι συνθέσεις
Που μοιράζονται τα ηλεκτρόνιά τους με άλλα άτομα-

Νάνος Βαλαωρίτης

Άγραφη γραφή


Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

Νάνος Βαλαωρίτης

Το αίνιγμα


Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

Νάνος Βαλαωρίτης

Οι καλύτεροι της ράτσας μας


Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
                                             οι ποιητές
                                             οι παραμυθάδες
                                             οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου

Γιάννης Αγγελάκας

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

δέος, 2


είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

Τόλης Νικηφόρου

Κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας


καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

από τη συλλογή Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012
Τόλης Νικηφόρου

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Aτσαλένιο κορίτσι

Ατσαλένιο κορίτσι εγώ δεν αγαπούσα κανένα μες στον κόσμο
Δεν αγαπούσα κανένα εκτός από κείνον που αγαπούσα
Τον εραστή μου αυτόν που με τραβούσε
Τώρα όλα έχουν αλλάξει άραγες είναι εκείνος που έπαψε να
μ’ αγαπά
ο εραστής μου που έπαψε να με τραβά άραγες είμαι εγώ ;
Τώρα είμαι ξαπλωμένη πάνω σε μια ψάθα υγρή
του έρωτα
Ολομόναχη με όλους τους άλλους ολομόναχη απελπισμένη
Κορίτσι από ντενεκέ κορίτσι σκουριασμένο
Ω εραστή μου εραστή μου πεθαμένε ή ζωντανέ
Θέλω να θυμάσαι άλλοτε
τον εραστή μου
αυτόν που με αγαπούσε κι αγαπούσα .

Jacques Prevert 

Θεωρείο



Θα έρθω πάλι κάποιο βράδυ
στο θέατρο.
Μην με περιμένεις.
Μου αρέσει να ξαφνιάζω.
Κυρίως όμως,
δεν θέλω να μου περιμένεις.
Τίποτα και κανέναν .

Θα έρθω πάλι μετά το διάλειμμα .
Όταν ο κόσμος θα εισέρχεται
για να συνεχίσει
την απόλαυση μιας άλλης ζωής.

Έτσι δήθεν ψάχνοντας έξοδο,
θα χαθώ στους διαδρόμους
και θα φθάσω στο πιο ψηλό θεωρείο.
Εκεί που μόνο όσοι «φωτίζουν» τους ανθρώπους, πηγαίνουν.

Θα σου πω ένα φτωχό
«σ υ γ γ ν ώ μ η » ,
αλλά με διπλό «γ».
Και δεν θα στο ζητήσω…
έμαθα να είμαι γενναιόδωρος πια.

Γιατί το ποίημά σου,
πάλι άργησα να το κατανοήσω…
Τώρα ίσως καταλάβεις γιατί .
Τώρα κι εγώ
σιωπώ
και γράφω…

ΑνώνυΜος

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Ουλαλούμ


Συννεφιασμένος ὁ οὐρανός, βαθιά συλλογισμένος· τά φύλλα θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Νύχτα, ἐρημιά τοῦ Ὀκτώβρη. Χρονιά; Χρονιά χαμένη βαθιά στή μνήμη· ἐρημικά. Κάπου κοντά στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Κάπου ἐκεῖ πέρα στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ καί στοῦ Βάιρ τά στοιχειωμένα δάση.

Ἐκεῖ, πήγαινα κάποτε, μαζί μέ τήν ψυχή μου, σέ δρόμο πού τόν ἔζωναν τιτάνια κυπαρίσσια –  κυπαρίσσια εἶχε ὁ δρόμος κι ἡ Ψυχή ἦταν μαζί μου· ἡ ψυχή μου. Κι ἦταν οἱ μέρες πού ἔνιωθα ἡφαίστειο τήν καρδιά μου: ποτάμια μέταλλο πυρρό, λάβα πού ὀργώνει ἀκάματη μέ ὀργισμένο θειάφι τοῦ Γιάνεκ τίς πλαγιές, στήν ἄκρα γῆ τοῦ πόλου· κι ὅλο βρυχᾶται καί κυλάει ἀπό τοῦ Γιάνεκ τήν κορφή στίς ἁπλωσιές τοῦ βόρειου πόλου.

Πηγαίναμε, μιλούσαμε σιγά, συλλογιστά. Μά, οἱ σκέψεις: θράκα πού ἀργοκαίει· ὕπουλη θράκα οἱ σκέψεις, γιατί σάν νά μήν ξέραμε πώς ἤτανε Ὀκτώβρης καί νύχτα (Ὦ, νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες!). Γιατί σάν νά μήν νιώθαμε τή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ (κι ἄς βρεθήκαμε ἐκεῖ τόσες φορές). Γιατί σάν νά ξεχάσαμε τό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ. Ναί· σάν νά λησμονήσαμε τά στοιχειωμένα δάση.

Μά ἡ νύχτα εἶχε γεράσει πιά κι οἱ ἀστρολάβοι ἔδειχναν αὐγή· οἱ ἀστρολάβοι ὅλοι ὑπονοοῦσαν χάραμα. Καί τότε, ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ δρόμου πρόβαλε ὅλο φῶς μιά πάχνη, κι ἀπό μέσα της ὑψώθηκε ἡμισέληνος: τό θαυμαστό, τό δίκοπο στολίδι τῆς Ἀστάρτης. Καί εἶπα: «Εἶναι πιό στοργική ἀπό τήν Ἄρτεμη αὐτή. Στόν οὐρανό τῶν στεναγμῶν γυρίζει καί τή γῆ τῶν στεναγμῶν φωτίζει.

Εἶδε πώς δέν στεγνώνουνε στά μάγουλα ἐτοῦτα ἐδῶ τά δάκρυα πού τρέφουνε τό ζωντανό σκουλήκι, καί ἄφησε τόν Λέοντα καί ἦρθε νά μᾶς δείξει τό δρόμο γιά τή γαληνή Λήθη τῶν οὐρανῶν. Στό πεῖσμα ἦρθε τοῦ Λέοντα, τό βλέμμα της ἀπάνω μας νά λάμψει. Τήν ἄγρια ξέφυγε φωλιά τοῦ Λέοντα, τά ἐρωτικά τά μάτια της ἀπάνω μας ν’ ἀστράψει».

Μοῦ ἔδειξε, ὡστόσο, ἡ Ψυχή τό δάχτυλο καί εἶπε: «Λυπᾶμαι, μά δέν γίνεται νά τό ἐμπιστευτῶ αὐτό τό ἀστέρι τό ἀχνό. Τόσο ἀχνό! Δέν γίνεται! Βιάσου, λοιπόν! Γιατί ἀργεῖς; Τρέξε, λοιπόν! Τρέχω κι ἐγώ! Πέτα! Πετῶ!» Τρόμου κραυγή τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί βύθισαν καί σύρθηκαν στή σκόνη. Πνιγμοῦ λυγμός τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί σύρθηκαν – ἄθλια φτερά–  στή σκόνη.

Ἀπάντησα: «Ἕνα ὄνειρο εἶναι τό φῶς αὐτό πού τρεμοπαίζει. Μόνο αὐτό! Στό κρύσταλλο τῆς λάμψης του ἄς πᾶμε νά λουστοῦμε! Ἐλπίδα, ἀπόψε, κι Ὀμορφιά λαμποκοποῦν σιβυλλικά οἱ ἀκτίνες του. Μά, κοίτα! Τρέμει καί πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας. Τί λάμψη! Πρέπει, ἀσφαλῶς, νά τήν ἐμπιστευτοῦμε! Τί θάμπος! Πρέπει, ἀσφαλῶς, τό δρόμο νά γνωρίζει, ἀφοῦ ὅπου πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας».

Κι ἡσύχασα ἔτσι τήν ψυχή. Τή φίλησα, τήν ἔβγαλα στό φῶς ἀπό τή θλίψη. Κατέκτησα ἔτσι τήν ψυχή. Κυρίευσα τούς δισταγμούς καί τή βαθιά της θλίψη. Καί φύγαμε ὅπου βλέπαμε καί φτάσαμε στή θύρα ἑνός τάφου. Καί κάτι ἔγραφε ἐκεῖ, πάνω στή θύρα, καί εἶπα: «Τί γράφει ἐκεῖ, γλυκιά ἀδελφή;» Κι ἐκείνη: «Οὐλαλούμ! Εἶναι τό μνῆμα τῆς χαμένης σου Οὐλαλούμ!»

Θράκα ἡ καρδιά μου πού ἔσβησε· θράκα βουβή ἡ καρδιά μου, ὅπως τά φύλλα γύρω μου, τά φύλλα: θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Καί φώναξα: «Ἦταν Ὀκτώβρης κι ἡ χρονιά: ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ, ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ μέ τό φρικτό μου βάρος, μιά νύχτα – νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες–  σπρωγμένος… Ἄ! ποιός δαίμονας μ’ ἔφερε μέχρι ἐκεῖ; Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, ἦταν μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ κι ἦταν στοῦ Βάιρ τά σκοτεινά, τά στοιχειωμένα δάση».

Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Μικρό Γυναικείο Κρανίο


Με κάποια έκπληξη, ισορροπώ το μικρό γυναικείο κρανίο μου
μέσα στα χέρια μου.
Με τι μοιάζει; με οκαρίνα; Φυσάω στο μάτι του.
Δε μπορεί να κλάψει, κρατάει την ανάσα μου μόνο για όσο εκπνέω,
κάπως ανήσυχη τώρα, μέσα στην τρύπα που ήταν κάποτε η μύτη,
κολλώ το αυτί μου στο πλατύ χαμόγελό του. Ένας στεναγμός που εξατμίζεται.
Για κάποια ώρα, κάθομαι στο καπάκι της τουαλέτας με το κεφάλι μου
μέσα στα χέρια μου, σοκαρισμένη. Το αισθάνομαι πολύ πιο ελαφρύ απ’ όσο
νόμιζα –
το βάρος μιας τράπουλας, μιας μικρής ποιητικής συλλογής,
αλλά και με κάτι άλλο, σα να μπορούσε να αιωρηθεί.
Αποκρουστικό.
Άρα γιατί φιλάω το φρύδι του, με τα ζεστά μου χείλη στο
αδύναμο οστό του
και το πηγαίνω στον καθρέφτη να ζητήσει ένα μουκάλι μύρα;
Το ξεπλένω κάτω απ’ τη βρύση, χαζεύω τη σκόνη να κυλά μακριά, όπως η άμμος
από ένα σκουφάκι κολύμβησης, μετά το στεγνώνω – νεογνό – απαλά
με μια πετσέτα. Βλέπω την ουλή στο σημείο που έπεσα μόνο και μόνο για έρωτα
από προδοτικά σκαλιά, και είναι σα να διαβάζω εκείνη την μέρα συντριβής
σε γραφή Braille.
Έρως, ψιθυρίζω στο κρανίο μου, και μετά, δυνατότερα, άλλες
μεγαλόπρεπες λέξεις,
φωνάζω τα κούφια ουσιαστικά μέσα σ’ ένα δωμάτιο με άσπρα πλακάκια.
Κάτω θα νομίζουν ότι έχασα το μυαλό μου. Όχι.
Απλώς κλαίω
μέσα σ’ αυτές εδώ τις δύο τρύπες, ή χασκογελάω
με το γελοίο της υπόθεσης, από δω
μια φίλη μου. Βλέπεις; κρατώ το πρόσωπό της σε τρεμάμενα,
παθιασμένα χέρια.

Carol Ann Duffy

Ποιητής για τους Καιρούς Μας


Γράφω, φίλε μου, τους τίτλους μιας Εφημερίδας Καθημερινής.
Είναι απλά ένα ταλέντο με τ’ οποίο γεννιέται κανείς.
Δεν χρειάζεται να είσαι κανένας εκπαιδευτικός,
μόνο βρόντηξε τις λέξεις σα να ουρλιάζουν Πανικός!
ΝΤΑΗΛΙΚΙ, ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ
Γεια μας. Το θέμα είναι να τραβήξεις την προσοχή με μια μόνο φράση
τη στιγμή που προσπερνά των πελατών η ορδή με βιάση.
Έχω κάνει κάμποσα λάθη, ας το παραδεχτώ,
μα τα μπαλώνουν στο τυπογραφείο, σιγά, και τι μ’ αυτό.
ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΛΕΤΣΟΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΜΠΑΡΕΤΖΟΥ
ΣΕ ΓΚΑΛΑ ΤΗΛΕΠΕΡΣΟΝΑ ΜΕ ΦΩ-ΜΠΙΖΟΥ
Γουστάρω στην ιδέα ότι είμαι ενός είδους ποιητής
για τους καιρούς μας. Εγώ κερνάω. Δεν ξέρω αν με εννοείς;
Έχω ένα ιδιαίτερο ταλέντο και το εξασκώ
σε πιασάρικα χάι-κου για τον πρωθυπουργό.
ΑΠΟΧΕΡΑΙΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ: ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΒΟΥΝ ΦΩΤΙΕΣ
«ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ» Η ΕΛΛΑΔΑ – ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Βέβαια, τη σήμερον ημέρα, δύσκολο να τρομοκρατήσεις
όπως πριν κάποια χρόνια που ήταν θρίλερ οι ειδήσεις.
Και τι δεν θα ‘δινα, αδελφέ μου, να πάρω εγώ τα πρωτεία
μ’ έναν τίτλο για του Τιτανικού την τραγωδία.
ΔΙΠΛΟΜΑΤΗΣ ΜΕ ΟΥΚΡΑΝΗ ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Ή ΚΑΡΙΕΡΑ;
Και, ναι, έχω ένα όνειρο – ε, εσύ! πιάσε άλλο ένα κρασί –
πως τα παιδιά θα ξέρουνε τους τίτλους μου φαρσί.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΟΡΟΪΔΙΑ ΜΕ ΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΕ ΓΙΩΤ ΟΡΓΙΩΝ: ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ
Τα ποιήματα της δεκαετίας… ΜΙΕSENS! Φιλεleft Αυταπάτη!
Τέχνη, παιδί μου! Πιο καλή κι από το πιο γαμώ κρεβάτι.

Carol Ann Duffy

Ξένος



Φαντάσου να ζεις σε μια ξένη, σκοτεινή πόλη για είκοσι χρόνια.
Υπάρχουν κάποιες ζοφερές κατοικίες στις ανατολικές συνοικίες
και μια απ’ αυτές είναι η δική σου. Με το που προσγειώνεσαι, ακούς
την ξενική σου προφορά ν’ αντηχεί κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Σκέφτεσαι
σε μια γλώσσα δική σου και μιλάς στη δική τους.
Έπειτα γράφεις στην πατρίδα. Η φωνή μέσα στο κεφάλι σου
υπαγορεύει το γράμμα σε μια τοπική διάλεκτο – πίσω απ’ αυτή
είναι ο ήχος των τραγουδιών της μητέρας σου,
τόσο καιρό πριν, και τώρα δεν ξέρεις
γιατί τα μάτια σου υγραίνονται και ποια είναι η λέξη για
αυτό.
Χρησιμοποιείς τις δημόσιες συγκοινωνίες. Κοιμάσαι. Δουλεύεις. Φαντάσου
ένα βράδυ
να βλέπεις ένα όνομα γραμμένο για σένα με κόκκινο σπρέι
πάνω σ’ έναν πέτρινο τοίχο. Ένα όνομα μίσους. Κόκκινο σαν το αίμα.
Χιονίζει στους δρόμους, κάτω απ’ τα φώτα νέον,
σαν να περνά αυτό το μέρος κομματιασμένο μπροστά απ’ τα μάτια σου.
Και στο ντελικατέσσεν, κάπου-κάπου, τα κέρματα
στην παλάμη σου απλά δεν μεταφράζονται. Άναρθρα,
γιατί αυτό δεν είναι το σπίτι σου, δείχνεις τα φρούτα. Φαντάσου
κάποιος σαν εσένα να λέει Εγκώ ντεν ξέρει τι ατοί άντρωποι εννοεί
ατοί σαν μόνο πάει κοιμηθεί και όνειρα δει. Φαντάσου το.

Carol Ann Duffy

Δήμητρα



Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη
Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου
και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,
για να σπάσω τον πάγο.

H ραγισμένη μου καρδιά-
-προσπάθησα να το αποτρέψω-
όμως  γλίστρησε, επίπεδη,
πάνω στην παγωμένη λίμνη.

Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,
αλλά την είδα τελικά να περπατά,
η κόρη μου, το κορίτσι μου,
πάνω στους αγρούς,
με πόδια γυμνά,
να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης
στο σπίτι της μητέρας της.

Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε
και έγινε θερμός
με την κίνησή της,
ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,
με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.

Carol Ann Duffy

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο


Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Ο,τιδήποτε.
Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα
θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,
μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.
Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.
Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε
μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη
γλώσσα.
Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τ’ όνομά μου.
Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στ’ αλήθεια ο,τιδήποτε,
έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.
Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα
ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.
Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.
Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.
Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη
για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.
Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο
και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.
Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.
Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.

Carol Ann Duffy

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Μίχος (1938-1974)


Κώστα Μίχο γιατί κρύβεις τ’ όνομά σου;
Στα καφενεία που συχνάζεις δεν κατοικούν οι παντοκράτορες
Κώστας Καρυωτάκης γράφει κι η ταυτότητά σου,
πρίγκηπας επάγγελμα, πρίγκηπας για τη γενιά σου.
Παραμονεύουν οι φασίστες με τους ψευδομάρτυρες.

Κώστα Μίχο, σε ποιόν κρύβεις τ’ όνομά σου;
Μες στα ένδοξα Παρίσια δεν κερδίζεις τον παράδεισο.
Τη ξυραφιά του Ρεμπώ τη σκεπάζουν τα μαλλιά σου,
δεν φτάνουν όλα τα νερά της γης να πλύνουν το άγαλμά σου,
μια νεκροψία,-κι ύστερα το γαλανό πουκάμισο.

Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ΄όνομά σου.
Ένα κλαδάκι ουρανός ήταν μονάχα ο κλήρος σου.
Στις λοταρίες των ποιητών μια βρύση έλαχε στη μοιρασιά σου.
Της ζητιανιάς η φιλία ισορροπεί τη ζυγαριά σου,
στιχάκια ψίχουλα, μετάληψη και μύρο σου.
Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ’ όνομά σου.

Μάνος Ελευθερίου

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Γενικός γραμματέας


                                               Ο Μίκης γράϕει με το χέρι μου
Μανιϕεστοειδές παραλήρημα
Είμαστε δυο
είμαστε τρεις
με ϕουσκωμένο στήθος και σϕιγμένες γροθιές
Χόρευα μεθυσμένος πάνω από τα προβλήματα
και ψηλά από την ελίτ στην οποία ανήκα
έχυνα τους συντρόϕους
Επαναστατική υπόκλιση
τους είχα όντως πείσει
ότι η Δεκατρίς
ήταν η δικιά μας Μπεατρίς

Χρήστος Διαμαντής 

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Γαλανόλευκα


Γαλανόλευκη
γαλανόλευκα λεωφορεία πάνε μαύρους επιβάτες
γαλανόλευκες ιδέες σάπιων
γαλανόλευκοι μασκαράδες
ο 7ος λόχος με τη γαλανή
γαλανόλευκες κορδέλες των μεγαλοσταύρων δεινοσαύρων
γαλανόλευκα και μαύρα κατάμαυρα σαν πίσσα
πατριωτικά συνθήματα ανδραγαθήματα των φουκαράδων.

Τα παιδάκια παίζουν μέχρι να μαζευτεί ο ήλιος
τ' ακούμε και δουλεύουμε τα βλέπουμε να μαζεύουν
παπαρούνες άγριες μαργαρίτες και σκυλάκια
ενώ το γαλανόλευκο της μέρας άρχισε να το τρώει το μαύρο.

Η γαλανόλευκη τυλίγει νεκρούς που υπήρξαν φίδια
η γαλανόλευκη σφίγγει ζωντανούς σαν φίδι
η γαλανόλευκη του ευζωνικού η ματωμένη
η γαλανόλευκη του Παπάγου η χεσμένη
σημαία σύμβολο όπως οι τελείες στις υπογραφές μασόνων
όπως οι νεκροί των εργατικών αγώνων
όπως τα "λάθη" των κομμάτων
όπως τ' αρώματα των αποπάτων
όπως οι ρυτίδες και τ' άσπρα μαλλιά των αιώνων.

.
από ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ (1966-1982)
Θωμάς Γκόρπας
.

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Το αεροπλάνο


Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό

Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ' το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό

Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό

Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας

πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό

Μίλτος Σαχτούρης









Η νοσταλγία γυρίζει


Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο

κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν

να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε

κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Μίλτος Σαχτούρης

Η σκηνή


Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θά 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες

Μίλτος Σαχτούρης

Ορυχείο


Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά

νυχτερινή

φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα

μαχαίρια

τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα

χαρούμενα

Να με θυμάσαι

Μίλτος Σαχτούρης

Αστεροσκοπείο


Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

Μίλτος Σαχτούρης

Η δύσκολη Κυριακή


Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ' απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ' το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ' αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ' μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ' ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 Μίλτος Σαχτούρης

Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ' αλήθεια


Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
να ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β´ γραμμική
και τυραννία της στάχτης 
 
Η όραση θα αρχίσει ξανά 
 
το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι 
 
μιας σπίθας υπόθεση η ζωή 
   
αλλού η ζωή 
            κι αλλού η σπίθα 
 
Nα αφήσεις την επίλυση στον άνεμο 
                            ή 
            φρόντισε με τα θαύματα 
            να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα 
            να είναι ο έρωτας 
                                         το Δέκα του Χαμού 
            και να σε θέλει 
 
                             *
Εγώ το χρόνο μου 
           
             χρακ και χρακ 
 
με ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα 
            θα τα πουν στις εφημερίδες 
 
Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου 
            και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες 
            Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου 
 
κοίτα

Γιάννης Στίγκας

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Νεαροί


Γράφετε ό,τι θέλετε
Στο ύφος που σας φαίνεται καλύτερο.
Αρκετό αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες
Για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε
Πως μόνο ένα δρόμο μπορούμε ν’ ακολουθούμε.
Στην ποίηση όλα επιτρέπονται,
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ασφαλώς
Ξεπερνάς την άγραφη σελίδα.

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Μαρία Λαϊνά, Ελληνικά γράμματα)
Nicanor Parra

Άτιτλο


Αναλύοντας αποποιείσαι τον εαυτό σου
Μόνο κυκλικά μπορεί κανείς να διαλογιστεί
Βλέπει κανείς μόνον αυτό που επιθυμεί να δει
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Αναγνωρίζω ότι τρέχουνε τα δάκρυά μου.
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Μόνον ο θάνατος λέει την αλήθεια
Ακόμη και η ποίηση δεν πείθει.
Διδασκόμεθα ότι ο χώρος δεν υπάρχει
Διδασκόμεθα ότι ο χρόνος δεν υπάρχει
Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα
Το γήρας είναι τετελεσμένο γεγονός.

Ας λέει η επιστήμη ό,τι θέλει.

Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου
Κι ωστόσο έχουνε γραφτεί με αίμα.

(Από τα Ποιήματα επείγουσας ανάγκης, μτφ. Αργύρης Χιόνης)
Nicanor Parra

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Κλέφτικο


Ι.

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,
που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες
μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,
που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου
συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―
αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά
χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,
αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,
που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή
κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό
επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,
που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές
απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,
που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή
με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας
στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα
θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο
μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ
μήπως και βρουν τη δική τους,
που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν τον Στάλιν
με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,
που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα
το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη της καρέκλας του Γενικού,
που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα
και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή
εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν τ’ αβρόχοις ποσίν
για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας σημαίες της Κρονστάνδης,
που διπλώθηκαν από τη μοναξιά μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας
τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης κι ακούγοντας το διπλανό
σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,
που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους
στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π. στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,
που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες, ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,
κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,
και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου καφρόκαυλου ΕΠΟΠ
κι έχασαν το πρόσωπό τους  > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;
> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…
που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,
που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι
του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art déco,

που βυθίστηκαν στο ζενικό φως των Εξαρχείων, των Άγιων Ανάργυρων και της Κυψέλης
«Ντυμένοι Επίσημα», στο «Δρόμο προς το Περίπτερο», με «κύριο Κρακ»
«Δέλτα», «Αντίποινα», «Ηλεκτρογραφία», «Μικρές Αγγελίες», Τρίποντο κι Αθλητική Ηχώ,
που μ’ ένα Σπίρτο πυρπόλησαν κάποια Πλατεία Ηρώων,
που ξόδεψαν το γαλάζιο τους στη Φευγάδα, σ’ ένα γκισέ τουριστικό-Vermietung Zimmer- Σούδα-Φαληράκι beach-blowjob contest-Λαγανάς-transit για Croydon -Νύχτα-

που πληροφορήθηκαν απ’ το ραδιόφωνο πως ορίστηκε ΕΔΕ για την ΕΔΕ που ορίστηκε
για την ΕΔΕ που δεν είχε αποτέλεσμα για την ΕΔΕ που κατέληξε στο ασφαλές
συμπέρασμα πως πρέπει να οριστεί ΕΔΕ,
που σουλατσάρανε εκστατικοί, άεργοι και φιμωμένοι, μέσα σε πορνοστάσια αχνά
γράφοντας ύμνους λατρευτικούς για τα μάτια της Άννας Πάβλοβα
διερωτώμενοι «Αν ―Αγαπήθηκε ―Κανείς ―Ποτέ ―Εδώ ―Μέσα;»
που εργάστηκαν προσωρινά σε εταιρείες είσπραξης
ληξιπρόθεσμων οφειλών κι είχαν για καλημέρα τους το «άι γαμήσου»,
που φυλλομέτρησαν ακατανόητα ημερολόγια οικογενειακού προγραμματισμού
παίζοντας στο χέρι τους τα κλειδιά του γραφείου, πάντα στις λάθος γειτονιές,
και πάντα τη λάθος ώρα,
που τραγούδησαν το σύνθημα κατά των πολυεθνικών πριν αυτό ξεπουληθεί
σ’ ένα σποτάκι διαφημιστικό για καπότες,
που εγκατέλειψαν την ανάγνωση,         περίπου σ’ αυτό το σημείο,

που έβρασαν σε μια μαστουρωμένη ολονυχτία
τον σκελετό ανατομίας κι ήπιανε το ζουμί,
που λόγχισαν την Ανία και πλευριτώθηκαν σε λόφους από scrap-παλιοσίδερα
και σε ασίγαστες πρασινάδες της Σαξονίας,
ενθύμια ασημένιων φτερών ενός όρθρου
στο cow-tipping μαγικών μανιταριών ―ξεστρατισμένα σωθικά,
χρόνια θολά που ζέστανε η αχρηστία,

που είχαν όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη
κι απέμειναν με όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη,

που σκάλωσαν στην διάταξη υπ’ αριθμόν 117 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 κάθετος 66 εδάφιο 34 κι αγνόησαν την άνω τελεία στο ακροτελεύτιο άρθρο
του προεδρικού διατάγματος 238 ―παρηγορήθηκαν για λίγο στην ερμηνεία του βουλεύματος 466― μούδιασαν κι αποτρελάθηκαν σε στάση γραφειοκρατικής αμφισημίας, σκεπτόμενοι: «διάολε!… τελικά ο κόσμος δεν είναι καθόλου απλός»
που έπαθαν ψύξη-γάγγραινα-ακρωτηριασμό, ηθικολογώντας κάτω απ’ το ορθάνοιχτο παραθυράκι του νόμου,
που κυνήγησαν χρυσαυγίτες που κυνηγούσαν μετανάστες που κυνηγούσαν αγγέλους
που κυνηγούσαν τυχοδιώκτες, κυνηγημένοι όλοι από δουλεμπόρους αριθμούς,
που έφαγαν φλούδες πορτοκαλιού για να την συναντήσουν -και την συνάντησαν-
κάτω από σημαίες χορηγών, στα 1.200 MHz, στα 18.000 BTU, στο φροντιστήριο Κύκλοτρο, ———— η πτώση της απ’ τον έβδομο————————-
και  τα    α σ θ ε ν ο φ ό ρ α,
που μελέτησαν Λεοντάρη, Πλωτίνο, Βύρωνα, Αντόρνο και Κορτάσαρ,
γιατί ένιωσαν τη διαλεκτική να πακτώνεται ενστικτωδώς
κάτω από τα πόδια τους στη Νέα Κρήνη,
που βρήκαν το παιδικό αναλόγιο του πατέρα θαμμένο στα ερείπια του Ντε Λα Σαλ,
που μάδησαν κυκλάμινα σανατορίων δίπλα σ’ ανοιχτά παράθυρα
και τρούλους της Τσιμισκή, κι αναρωτήθηκαν πόσο να παίζει ο μπούκης την δική τους εξόντωση,
που στα γραπτά τους εξημέρωσαν τον Παρμενίδη
αποκτώντας ξαφνική δυσανεξία στα κουκιά,
που κλείδωσαν ολόκληρο μεσαίωνα σ’ ευέλικτες προθεσμιακές
κι έκτοτε καθησυχάζονται με τεσσεράμισι τοις εκατό τόκο,
που πόνταραν τις ελπίδες τους στην Άλλη Ελλάδα ―την «καλή»― κι εδώ γέλα όσο θες αναγνώστη ―
που έγραψαν ιστορία αναστενάζοντας στο Legend, στο Berlin, στο Mojo και στο Astoria,
ανασηκώνοντας κακομοίρικους ώμους στο περιβόητο τροπάριο:
«αφού μας πολεμούν-μας κατατρόπωσαν-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-είμαστε λίγοι-μια τόση δα νησίδα αντίστασης-μια ελάχιστη κουκίδα στο χάρτη-μια σιωπηρή μειοψηφία-ασφαλής-στην Τάξη που την όρισε-για άλλοθί της-ακίνδυνοι-ευαίσθητοι-και μορφωμένοι- προπάντων ηττημένοι-βαράμε μύγες στα φαντασιακά-rooms to let-
της ριζοσπαστικότητάς μας-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-μην το βλέπεις… εβίβα!»

που απ’ τον δεύτερο όροφο ονειρεύτηκαν
ένα ευήλιο διαμπερές στον τρίτο ―κι από κει
ένα ευήλιο διαμπερές στον πέμπτο ―κι από κει
ένα ευήλιο, ευχάριστο, διαμπερές ρετιρέ ―κι από κει
το σπίτι ολόκληρο ―ακέραια τη γειτονιά―
τη χώρα συθέμελη ―ει δυνατόν― μαζί με τους κατοίκους,
που έχτισαν με το Τίμιο Σπαθί τους
επιδαπέδια ενυδρεία με χρυσόψαρα, πιράνχας και led φωτισμό,
που υποθήκευσαν το μυαλό τους στην Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων
και τους το πήρε η Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων
και τώρα            δεν         ξέρει     τι
να          το         κάνει,

που σταύρωσαν τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη για να δουν εσένα που δεν είχες ένα όραμα
ή εμένα που δεν είχα ένα όραμα ή αυτόν που δεν είχε ένα όραμα, γιατί ήθελαν να μετρήσουν επακριβώς ποια και κατά πόσο υπήρξε μεταξύ μας η Διαφορά,
που έσβησαν σαν λογοκριμένα καρέ σε υπόγειες αίθουσες προβολών, άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το Σύμπαν, ξύπνησαν σε απροσδόκητους Αμπελόκηπους,
σύρθηκαν έξω απ’ τα σινεμά μπαϊλντισμένοι από κούφια ρητορική
και χάθηκαν κουτσαίνοντας, αιώνιοι, στους κίτρινους δρόμους,

που φάγανε το στιφάδο της κανονικότητας
ή ψάρεψαν normalité απ’ τον πυθμένα του Έβρου,
που αναποδογύρισαν όλους τους κάδους των Αθηνών γυρεύοντας τον ευρυγώνιο φακό του ονείρου, ή το τετράδιο με τις αγγελικές σημειώσεις ενός προπατορικού μυθιστορήματος,
που χρονομέτρησαν αριστερόστροφα ποιήματα μ’ ένα Rolex-Oyster Perpetual- Cosmograph, πήγαν στην παρουσίαση της 15ης τους συλλογής ―έκαναν εντύπωση―
καλά   ήταν,
που κατέβηκαν στη Λαμία, που τα παίξανε στη Λαμία, και δραπέτευσαν προσωρινά
μα ξαναγύρισαν στη Λαμία κι ανέμεναν εκεί, κάτι απροσδιόριστο, επί ματαίω,
που αγνάντεψαν στη Λαμία και στοχάστηκαν ―όσο επιτρέπεται να στοχαστεί
κανείς στη Λαμία― και προσπάθησαν να μονάσουν, μα τελικά το γλέντησαν
με τέσσερις οξυζενέ αηδόνες στην πλατεία Λαού και στην πλατεία Ελευθερίας,
κι έφυγαν για να διερευνήσουν διαφημιστικά οράματα ήσσονος Αποκάλυψης
και τώρα η Λαμία, στις ψησταριές και στα κωλάδικα,
αναπολεί τσικνίζοντας τους ήρωές της,

που σνίφαραν φόλα όταν κατάλαβαν-πως-γεννήθηκαν-για-να-πουλάνε-
κινητά- οθόνες αφής- τρέλα-25άρες σύριγγες κι ατελέσφορα-πακέτα συνομιλίας,
αξεσουάρ κομμωτηρίων-κρίκους- τασάκια-φαναράκια-κιμονό απ’ το Κιλκίς-
που πιάστηκαν στα πράσα μ’ ένα τσιγάρο χασίς
κι εξήλθαν δυόμισι χρόνια μετά απ’ τον Κορυδαλλό (όχι του Shelley)
σωστά, επιμορφωμένα πρεζόνια,  που σάλταραν
μέσα σ’ άδεια εμπορικά βαγόνια κι έπαιξαν πρέφα με τα δελτάρια αποστολής,
που ξεχάστηκαν μήνες και χρόνια κάτω από θερμογόνα σώματα αργοπίνοντας κουτσομπολιά, αναδεύοντας αφρόψαρα της Αρετσούς με πετονιές της Προποντίδας,  ενίοτε κάνοντας : Ααααααααααα….! για λέγε-για λέγε- για πες-για λέγε- για πες-για λέγε-μελαγχολία έχουμε; φιλτράκια έστω;-για λέγε-για λέγε-για πες- 

που προδόθηκαν από αγνά λαϊκά φουστανάκια, στιχατζήδες της εργατιάς, μεσούλες γυμνές έντεχνων γλυκών του κουταλιού με το δίσκο, μεσάζοντες, λογοκριτές, λαμέ βραδιές για νεολαίες ποιμενικές, νοικοκυριά, εξοχικά, κλέφτικα, ενοχικά, εύγλωττα γιλεκάκια, Πρέβεζες, χρεολύσια, λάμιες, εικονοστάσια, φτηνό Johnny Red της Καλλιθέας για αυτοτύφλωση, free press, πρωτοχρονιές σε γέφυρες γοτθικές, κατσαδιασμένοι απ’ την αφή ―κι αμπαρωμένοι σ’ αγκαλιές― δίχως χέρια 

που φόρεσαν γραβάτες φανταχτερές μες στα δικά τους αμοργιανά καλοκαίρια
και κρεμάστηκαν απ’ αυτές και κανένας δεν νοιάστηκε,

που πολέμησαν το ποσοστιαίο κτήνος,
το κτήνος της αδήλωτης καταστολής
το κτήνος των ποδοπατημένων ψιθύρων
κι απέμειναν τρελοί στην άκρη του δρόμου
ψελλίζοντας μιαν απτάλικη, στερητική προσευχή,
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της Ζωής
ξεβρασμένη από τα ίδια τους τα κορμιά,
τροφή καλή
για δέκα εκατομμύρια  Πιόνια.

(Πανοπτικόν, 2013)

Γιώργος Πρεβεδουράκης

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Άλκηστις


Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Τα χέρια μου πιάνεις
και αυτά σε προσμένουν, όπως η τροφός τα δυο παιδάκια
που τα πάει βόλτα μετά τον πυρετό, σε προσμένουν.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
ή στο όνειρο κάποτε που σ’ έχασα κι έγινε ξάφνου σκηνή περιπλανώμενου, ο ύπνος μου, θιάσου
όπου ο αέρας έριξε το σκηνικό
και έμεινε μονάχα η λάμπα θυέλλης, το σταμνί με το νερό
και το χέρι μετέωρο, με τα σχοινιά,
που κινούσε τις μαριονέτες, Άλκηστις, κινούσε.

Το μυαλό μου μια θάλασσα σε νηνεμία, Άλκηστις,
που η αμφιβολία για την αγάπη σου την ταράζει,
ένα χέρι έξω απ’ το νερό
τελευταίο σινιάλο ανθρώπου που πνίγεται
και η ψυχή μου ένα ξέφωτο την ώρα του κεραυνού
για να σε κοιτάζει με μάτι που πλήττεται
ή να σου φέγγει με σχισμήν ουρανού,
ω Άλκηστις, να σου φέγγει.

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου
φωνούλες πνιχτές πουλάκια που πέταξαν χαμηλά στην ηδονή
και χέρι που μ5 άγγιξες και άνθισε στον ώμο τρελή
στο χάσμα του μάρμαρου μουσμουλιά.

Είσαι το κεφάλι αγάλματος γυναίκας αρχαϊκής,
που βρέθηκε στο χωράφι του φτωχού γεωργού
και κείνος το κρύβει,
το απόγευμα, να το βλέπει μονάχος.

Το καράβι είσαι που ετοιμάζεται να σαλπάρει
αφού πρώτα έσπειρε το κακό,
η νάρκη που την παίρνει για ρολόι ο ατυχής
και αυτή του κόβει τα τρία από τα πέντε δάχτυλα
για να κάθεσαι να φροντίζεις τα υπόλοιπα
όπως δυο αδελφάκια ορφανά που το ένα το έχουμε βαφτίσει
και πάμε δώρο και στο άλλο,
το τιμαλφές που ο κλέφτης να σε πουλήσει δεν μπορεί
γιατί όλοι στην αγορά ξέρουν πως είσαι δικό μου,
η φωταψία — νύχτα — της πόλης η έκσταση η χρυσή
που απ’ τα βουνά προσπαθώντας να την εξηγήσει
το ξεκομμένο την κοιτάει ξαφνιασμένο τ’ αγρίμι,
η αύρα όπου ταραχή — το σώμα μου — πλήγωνε
κήπος περίφραχτος γύρω
και δρόμος του φιδιού το σάλιο
η υποψία του άλλου στις ρώγες σου άντρα
όταν κρυφά, ω Άλκηστις, τις ρωτούσε η γλώσσα μου
όταν κρυφά τις ρωτούσε.

Ω Άλκηστις!

Σπίτι που του άλλαξαν κάποτε ερήμην μου κλειδαριά,
λοφίσκος ορεινού αρχηγείου
για να ανεβαίνω να βλέπω το απόγευμα τα κατεχόμενα να βλέπω
και ομπρέλα, τέλος, που δεν σε έχω
όταν μονάχος διασχίζω,
όταν μονάχος διασχίζω της ψυχής τα βουνά.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ε π ί π ι σ τ ώ σ ε ι


Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
από τα Σάλωνα της Στερεάς
μέρα Λαμπρής εζωγραφήθη
από πλανόδιο ζωγράφο ομπρελά και κρεβατά
για λίγο ρύζι λάδι και σαπούνι.

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής εζωγραφήθη και επωλήθη απ’ τη γριά του σε υπαίθριο παλιατζή
για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα κι έναν καθρέφτη από το Κόνγκο.

Η θλίψη σου, ρε μάτια μου,
σαν την Καισαριανή τα βράδια του φθινοπώρου.

Πάψε πια να με καρφώνεις με ρεμπέτικα πίσω απ’ τις μάντρες της, στους δρόμους. Οι ναυτικοί ναυάγησαν, οι ναυτικοί στα πετρελαιοφόρα στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα.

Στερνή φορά που μου ’γραψες, θυμάσαι!
Πήρα το γράμμα σου σε μπαρ
«έχεις γράμμα», είπε ο θερμαστής
έβρεχε παρέες που βρίζαν και φωνάζαν
και κάποιο ράδιο που έκλαιγε στην άκρη.
«Ο μικρός έφυγε ένα βράδυ, έγραφες,
λες και πήγε στη γωνία για τσιγάρα ή καραμέλες».

Νύχτες μεγάλες με το φόβο του άπειρου διπλοσφαγμένες
νύχτες με υπόκωφους θορύβους τυραννικές και απέραντες
χίλιες στιγμές και αιωνιότητα, χίλιες στιγμές και θάνατος.
Κι ήτανε δύσκολη εποχή, κανένας δεν την άκουγε,
κάτι «παιδιά» μονάχα ρίχναν τα βράδια στις ταβέρνες
να προφθάσουν το κακό και τον εμφύλιο, λέει,
μα όσοι γνώριζαν από τέτοια
βλέπαν την ενοχή που ενέδρευε,
ώσπου κάποια βραδιά σε είδαμε ξανά
σε ένα βουβό παλάτι μόνη
«έι... τι κάνεις;» φωνάξαμε και, Θε μου,
το σώμα μας και το δικό σου σώμα
εκμαγείο γύψινο φθαρμένο απ’ τη βροχή και από τα χρονιά
σαν φρουραρχείο, γκρεμισμένο φρουραρχείο,
«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε,
σου είπαμε,
ανύπαρκτο το πρόσωπο τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απ9 τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες.

— Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στα άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ζ ι γ κ ο υ ά λ α - Α θ ή ν α


Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες. 

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Εσωτερικές ειδήσεις


Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο
να ξέρω από πού φυσάει
ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει
τα ‘χω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα
μες το κενό και τη θολούρα σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο
να πω το ναι να προχωρήσω
γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη
και παραπαίω ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
με ένα ίσως επενδύω

Σ’ αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο
από τη σκέψη του πλησίον
γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος
και δεν ακούει παρά μονάχα ό,τι θέλει
μ’ όλα τα δάχτυλα στο μέλι
σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο
να πιάσω κέντρο επιτέλους
γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο
μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο
και προσπαθώ να τ’ αποφύγω

Σ’ αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο
και πάντα κάποιος άλλος φταίει
έχω προσέξει όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο
μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε
σ’ αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε
και θα μας γράψουν στα παλιά τους
εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους
με κάποιο τρόπο σ’ αυτό τον τόπο

Μιχάλης Γκανάς

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

XXIV


Η αγάπη αρχίζει μετά τον νεκρό αρχίζει μετά το τέλος
σαν κάποιος δρόμος σκοτεινός από στάχτη που λησμονιέται

— γιατί έφυγες; γιατί μπήκες μόνος στη νύχτα;
— το φιλί δεν ήταν φιλί η αγάπη δεν ήταν αγάπη

κακές συνήθειες των ανθρώπων την ηλικία η μοίρα μετρά και ο άλλος
από τα έγκατα τύμπανα της πέτρας λημέρια
κι η γραμμή των χειλιών δείχνει κάτω γιατί δεν έχει ο κόσμος ουρανό

κατάρα ερημιά

σκαλί το σκαλί η σκιά κατεβαίνει όνειρα θαρρώ
ωραία μου κρίνα μυρώδη κρίνα αγαπημένων στην πλαγιά
χάδι λαϊκό θωπεύει σας και την καρδιά σπάζει
τρομαγμένο ζώο ταράζει σας εισβάλλοντας στο σκιερό δάσος
κι από τα δέντρα του μαστού τώρα βυζαίνει

νύχτα και νύχτα μαύρο βουβάλι προχωρεί στάχυα
θροΐζοντας και σιωπή ωραίο μου κρίνο παιδί λευκό
ρίξε την πέτρα μην τάχα ξυπνήσει μην τάχα εγερθεί.

Από τη συλλογή Τα ισόβια ποιήματα (1977)
Μάρκος Μέσκος

Μουσική

Εις την γλυκιά της νύκτας ήσυχη ερημία,
ενώ λαμποκοπούν τ’ αστέρια μαγεμένα,
τ’ αέρι παίρνει απ’ τους ανθούς την ευωδία
και τα νερά κρυφομιλούν ερωτεμένα.

Τότ’ αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία
όπου τ’ αηδόνια χύνουν, στα κλαριά κρυμμένα,
ή κι αν ερωτική μου ψάλλει μελωδία
μέσα εις βαρκούλ’ αηδονολάλητη παρθένα.

Κι ευτύχημ’ άλλ’ ο νους μου δεν επιθυμάει
παρ’ όλην την ζωήν μου να την ναναρίζει
τέτοι’ αρμονία που τα πάθη όλα νικάει.

Εις την ψυχήν η Μουσική φτερά χαρίζει,
ώστ’ ημπορεί μακράν του κόσμου να πετάει
κι εις ύψη αιθέρι’ από ηδονή να λαχταρίζει.

Λορέντζος Μαβίλης

Το πιο βασανισμένο αμφίβιο


Το πιο βασανισμένο αμφίβιο
είναι το κύμα
της ακτής.

Γιάννης Βαρβέρης, Ζώα στα σύννεφα

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Οίκτος


Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει

Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

Νίκος-ΑλέξηςΑσλάνογλου