Follow by Email

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Εσπέρια Ίρις Γκρέκα

Ένα καυτό μεσημέρι του Ιουλίου
Βρήκα στο δρόμο πεταμένο
Μιας σχολικής χρονιάς το υλικό
Μισοσβησμένα από βήματα ασφάλτου
Σκόρπια χαρτιά, στίχοι στα Αγγλικά, κρυφά νοήματα μεταφρασμένα
Και στην ετικέτα: Εσπέρια Ίρις Γκρέκα - τέλος το δημοτικό

Πρόγραμμα ημέρας:
Ίρις - Πρωινό Τοστ, Οικιακή Οικονομία, Βιολογία, Πρακτική Διδασκαλία, Γυμναστική, Μουσική, Ιστορίας Άπαντα
Ίρις - Τέστ Μνήμης, Παρατηρητικότητας, Κριτικής Ικανότητας, Φαντάσιας, Υπερπραγματικότητας
Ίρις - Παράρτημα του Άτλαντα!

Ατλαντικής συμμαχίας εξάρτημα γλυκό
Μιά πληροφορία στην οθόνη σου
Σου υπαγορεύει κατά τρόπο μαγικό
Careless whispers - I am a toy (3)
Εσπέρια Ίρις Γκρέκα!
Κορίτσι βιαστικό, διεθνής μελλοντική γυναίκα

Ένα καυτό μεσημέρι του Ιουλίου - ρίσκο!
Στο δρόμο παρατάς το παρελθόν σου
Ίρις - διακοπές
(Διανύειες κύματα, που πας; που πας; που πας;)
Κυανοπράσινες σχεδίες surfing
Αυτοσχέδιες χορωδίες παιδικές
Στόματα σε σχήματα κονσέρβας
Παφλάζουν αφρώδη μηνύματα διαφημιστικά

(Διανύειες κύματα, που πας; που πας; που πας;)
Τουριστικά αντισυλληπτικά ευρήματα
Σταθεροποιητές, γαλακτοπήκτες
Μετρητές ενέργειας, Χ ποσότητα άνεργοι κολυμβητές
Εισπνοές βαθειές, βουτιές σε παγωτά λιτότητας
Εσπέρια Ίρις - διανύειες την δυνατότητα
Με παρέες νέες από το βιντεοδίσκο σου το.... σκάς!

Ψηλαφείς νωχελικά
Τα ηλεκτρονικά σου κυκλώματα
Μπροστά σου ανατολή
Πίσω από τον ώμο σου μηδέν ορατότητα
Τα χείλια σου εκπέμπουν εντολή
Ένας παλμός σε χαμηλή συχνότητα αρκεί
Κι αλλάζουν τα ψηφία στο ρολόι σου
Αλλάζουν στον ορίζοντα τα χρώματα

Careless whispers - I love a boy
Εσπέρια Ίρις Γκρέκα!
Κορίτσι βιαστικό, διεθνής μελλοντική γυναίκα



Λένα Πλάτωνος


Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Θαλασσινή Αύρα

Η σάρκα είναι γεμάτη θλίψη αλίμονο! και διάβασα όλα τα βιβλία.
Να φύγεις! Να φύγεις κάτω κει! Νιώθω πως τα πουλιά μεθούν
σα βρίσκονται ανάμεσα στον άγνωστον αφρό και στα ουράνια!
Τίποτα, ούτε οι κήποι οι παλιοί όπου στα μάτια καθρεφτίζονται
δε θα κρατήσουν τη καρδιά αυτή όπου βουτά στη θάλασσα
ω νύχτες! ούτε το αχνό φως της λάμπας μου που πέφτει
πάνω στ' άγραφο χαρτί που ανθίσταται η λευκότης του
κι ούτε η νέα γυναίκα που το βρέφος της βυζαίνει.
Θα φύγω! Πλοίο συ, που το κατάρτι σου ζυγιάζεται,
την άγκυρά σου σήκωσε για χώρα εξωτική!

Μια πλήξη, ερημωμένη απ' τις σκληρές ελπίδες,
πιστεύει ακόμα στο υπέροχο "αντίο" των μαντηλιών!
Κι ίσως τα κατάρτια σου, τις θύελλες καλώντας
να είν' αυτά που ο άνεμος τα γέρνει στα χαμένα
τα ναυάγια, δίχως κατάρτια, δίχως να φτάσουνε στα γόνιμα νησιά...

Όμως καρδιά μου, άκουσε το τραγούδι των ναυτών!

Mallarmé Stéphane

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Υποκατάστατο

Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ. Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ. Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε εἶναι ἡ ἀπουσία μας.

Κική Δημουλά

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Το βιβλίο

Το καφέ βιβλίο με το χοντρό κάλυμμα
έχει τα ποιήματα που αγαπάω,
τα ποιήματα που λένε ιστορίες
για ηδονική σαγήνη, φθορά
και μοιραίους έρωτες.
Σέρνω μαζί μου αυτό το βιβλίο,
το χρώμα του που αρχίζει να ξεβάφει
έχει δεθεί μες στο μυαλό μου
με την απόχρωση της σάρκας τους
που αποθεώνεται στους στίχους.

Από τη συλλογή "Το γυμνό ζευγάρι"
Αλεξάνδρα Μπακονίκα


Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Θέλεις να πατάς σταθερά

Θέλεις να πατάς σταθερά.

Σ’ άρεσουν οι ρηχές θάλασσες.
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά.
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολλημένο
Στο ίδιο σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές...

Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου λέγα
Μωρό μου, κείνο το πρωινό
Δίπλα στην σκάλα πως η ζωή
Και ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει.
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά
Να δημιουργώ κόσμους.

Νικόλας Άσιμος

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Αργοπεθαίνει(Muere lentamente)


Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν "αναποδογυρίζει το τραπέζι" όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ' τις πανσοφές συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να 'σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Pablo Neruda

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ

Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δέιλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.

Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στον
σκοτεινιασμένο ουρανό

Bertold Brecht

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Φραντσέσκα

Ήρθες μέσα απ' τη νύχτα
κι είχες λουλούδια στα χέρια σου.
Τώρα θα βγεις απ' τη σύγχυση των ανθρώπων,
απ' το θόρυβο της ομιλίας για σένα.
Εγώ που σ' έχω δει ανάμεσα στ' αρχέγονα πράγματα
θύμωνα όταν πρόφεραν τ' όνομά σου
σε κοινά μέρη.
Άμποτε τα δροσερά ποτάμια να κατάκλυζαν το μυαλό μου
κι ο κόσμος να στέγνωνε σαν ξερόφυλλο
ή σαν φλούδι πικραλλίδας και να το σάρωνε ο άνεμος
για να μπορέσω να σε βρω πάλι.
Μόνος.

Ezra Pound



Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Αν

Αν μπορείς να κρατάς την ψυχραιμία σου
όταν οι άλλοι χάνουν τη δική τους
και ρίχνουν σε σένα την ευθύνη
και την αιτία της αδυναμίας τους.

Αν έχεις πίστη στον εαυτό σου
όταν οι άλλοι αμφιβάλλουν για σένα
και δε σε πειράζει αυτή η δυσπιστία τους

Αν μπορείς καρτερικά να περιμένεις
χωρίς να σε κουράζει η αναμονή,
ή όταν διαδίδουν ψέματα για σένα
να μην ξεπέφτεις και συ στο ψέμα,
ή όταν φανερά σου δείχνουν μίσος
να μην αφήσεις το μίσος να σε καταλάβει,
κι όμως να μη φαίνεσαι πολύ αγαθός
μήτε πολύ στοχαστικός στα λόγια.

Αν να ονειρεύεσαι είσαι ικανός
δίχως να γίνεσαι σκλάβος των ονείρων

Αν να δέχεσαι μπορείς θρίαμβο και όλεθρο το ίδιο
και να αντιμετωπίζεις παρόμοια και τα δύο

Αν είσαι σε θέση να υπομένεις
ακούοντας την αλήθεια που συ είπες,
να επαναλαμβάνεται αλλοιωμένη από πονηρούς
που επιδιώκουν έτσι να παγιδέψουν αφελείς,
ή να παρατηρείς αυτά που συ τους έδωσες ζωή,
σπασμένα να κείτονται και παραπεταμένα
και να φτιάχνεις εξαρχής με εργαλεία φθαρμένα.

Αν τολμάς όλα σου τα πλούτη μαζεμένα
να τα παίζεις κορώνα-γράμματα μεμιάς,
να χάνεις κι απ' την αρχή να ξεκινάς
χωρίς να μέμφεσαι για τη μοίρα σου κανέναν

Αν μπορείς να κάνεις καρδιά, νεύρα και μυς
να σε υπηρετούν ακόμα κι όταν έχουν καταρρεύσει,
και γερά να κρατάς, ενώ δεν υπάρχει εντός σου
τίποτε πέρα από τη θέληση που τους λεει (βαστάτε!)

Αν μπορείς να μιλάς με χιλιάδες
κι όμως να κρατάς την αρετή σου,
ή να περπατάς με κυβερνήτες
κι όμως να μην αλλάζεις την απλή ζωή σου.

Αν ούτε εχθροί σε βλάψουν μπορούν,
μα ούτε και κοντινότεροι φίλοι,

Αν όλοι έχουν την ίδια αξία για σένα
και κανείς πιο πολύ από τους άλλους

Αν μπορείς να γεμίζεις τη μέρα σου
με εικοσιτέσσερις ώρες αξίας ζωής,
τότε δική σου θα είναι όλη η Γη
με όλα της τα αγαθά κι ακόμη:
Αληθινά θα είσαι Άνθρωπος παιδί μου.

Rudyard Kipling

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι

Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.
Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.
Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.
Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.
Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Dylan Thomas

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Άτιτλο

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...

Κατερίνα Γώγου

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Η κίνησή μας


Ζούμε μες στη λήθη των μεταμορφώσεών μας
Οκνηρή είναι η μέρα προκομμένη η νύχτα
Μια κούπα αγέρα μεσημεριάτικου η νύχτα τη φιλτράρει και τη φθείρει
Η νύχτα σβήνει τη σκόνη από πάνω μας

Όμως τούτη η ηχώ που κυλάει στη μέρα ακέρια
Τούτη η ηχώ έξω απ’ το χρόνο του άγχους ή των χαδιών
Η ακατέργαστη τούτη άβυσσος άνοστων κόσμων
Και κόσμων αισθητών διπλός είναι ο ήλιος της

Νά’ μαστε τάχα κοντά ή μακριά από τη συνείδησή μας
Πού νά’ ναι τα όρια οι ρίζες ο σκοπός μας

Κι όμως ατέλειωτη, η ηδονή των μεταμορφώσεών μας
Σκελετοί που ζωντανεύουν μες στα σαπίζοντα τείχη
Τα ανταμώματα που δόθηκαν σε αλόγιστες μορφές
Στην πανέξυπνη σάρκα στους τυφλούς οραματιστές

Τα αντάμωμα που έδωσε το πρόσωπο στην κατατομή του

Ο πόνος στην υγεία, το φως
Στο δάσος το βουνό στην κοιλάδα
Το ορυχείο στο άνθος το μαργαριτάρι στον ήλιο
Είμαστε κορμί με κορμί είμαστε γη πάνω στη γη
Γεννιόμαστε από παντού είμαστε ασύνοροι.

Paul Eluard

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Φασματικές Στάσεις

Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα

(Απόσπασμα)
Αντρέ Μπρετόν

Πέτρινος χρόνος

Πάντα

Πιάνουμε μια κουβέντα - κόβεται στη μέση.
Πάμε να χτίσουμε έναν τοίχο - δε μας αφήνουν να τελειώσουμε.
Και το τραγούδι μας κομμένο.  
Όλα τ' αποτελειώνει ο ορίζοντας.

Πάνω απ' τα αντίσκηνα περνάνε τα μπουλούκια των άστρων
κάποτε κουρασμένα, κάποτε πικραμένα, ωστόσο σίγουρα
για το δρόμο τους, για το δρόμο μας.

Κι η μέρα, ακόμα κι η πιο άδικη, σου αφήνει στην τσέπη
μιαν ασπρογάλαζη σημαιούλα απ' τη γιορτή τής θάλασσας,
σου αφήνει στο στόμα μια γουλιά ξάστερο αγέρα,
σου αφήνει στα μάτια το ευχαριστώ δυο ματιών
που κοίταξαν μαζί σου την ίδια πέτρα,
που μοιράστηκαν δίκαια τον ίδιο πόνο, το ίδιο σύγνεφο, τον ίδιον ίσκιο.
Όλα τα μοιραστήκαμε, σύντροφοι,
το ψωμί, το νερό, το τσιγάρο, τον καημό, την ελπίδα
τώρα μπορούμε να ζήσουμε ή να πεθάνουμε
απλά κι όμορφα - πολύ όμορφα -
σα ν' ανοίγουμε μια πόρτα το πρωί
και να λέμε καλημέρα στον ήλιο και στον κόσμο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Ε' Τόμος] (1978)
Γιάννης Ρίτσος

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Σέλας των αντηχήσεων

Μια γυναίκα λούζεται στην άμμο
Και πέφτουν τα φιλιά της στον αφρό
'Αστρα και μέδουσες προσμένουνε την ιπποκάμπη
Το τηλεσκόπιον εν εγρηγόρσει
Ρουφά το γλεύκος τ' ουρανού
Ο γαλαξίας μετουσιώνεται
Τρέφει τις νοσταλγίες του κ' έπειτα σβήνει
Σαν φως που πια κουράστηκε να περιμένει
Γλυκειά η αναμονή της γυναικός που ελούσθη
Μέσα στο σκότος την συνήντησε ο κουρσάρος
Η καρατόμησις του εχθρού του δεν τον εμποδίζει
Να σχίσει την χλαμύδα του να φανερώσει
Στα μάτια της καλής του
Τα μυστικά των κοιμισμένων πέρα ως πέρα
Μια νύχτα Δυο νύχτες
Κ' έπειτα φως μέσα στο μέγα πλήθος που κραυγάζει
Κάτω από τον θόλο της ηχούς ενός αιών

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Αυτασφάλιση


Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν
που παρότι
απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες
μην τους ακούς
που μυξοκλαίνε
Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος
εξέχει από τον χρόνο ως ανθύπατος
όπως το δάχτυλο τους
από την τρύπια κάλτσα∙
ένας τέτοιος θρίαμβος.

Έκτωρ Κακναβάτος

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Σήμερα

…Χάνω
την αίσθηση του χρόνου…

…Χάνω
το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου…

…Χάνω
το γέλιο μου…

…Χάνω
το φως…

…Χάνω
τον εαυτό μου…

Αύριο…
θα πάρω τη ρεβάνς…

Μαρία Κατσοπούλου

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Τῆς ἀκριβὴς ρέμβης

Ἀπὸ μία θύμηση περάστηκε ὁ ὕπνος
Ἀπὸ τὴν ἄνοιξη βγήκαμε στὸ καλοκαίρι,
Ἥρωες τῆς ἀκριβῆς ρέμβης,
Καὶ δὲν ἀπόρησε ὁ νοῦς μας
Δὲ σπάσαμε κέφι καὶ καρδιὲς
Ὅπως μυθέσκετο ἡ ψυχή μας·
Τεντωμένοι καθ᾿ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη
Ἀκούσαμε νὰ πέφτει ἡ ἀνατριχίλα
Τοῦ χρόνου,
Δὲν εἴδαμε παρὰ τὴν Πλάση μοναχὴ
Νὰ βόσκει τὴν ὄμορφη γοητεία της
Στὴν ἅπλα ποὺ τῆς δώρησε ὁ Θεὸς
Ξεφάντωμα ἐξαίσιο.

Γιώργος Σαραντάρης

Τὰ Γράμματα

Θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα
ἔριξες τὸ χρυσό σου δαχτυλίδι μὲς στὴ
θάλασσα
στὴν ἀμμουδιὰ μὲ τὸ νεκρὸ κρανίο
κι ὅλα τὰ βουλιαγμένα καράβια βγῆκαν
στὸν ἀφρὸ
κι ὁ καπετάνιος ζωντανὸς
κι οἱ ναύκληροι νὰ χαμογελᾶνε

εἶπα θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα

καὶ στὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου τοῦ προγονικοῦ
ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου
κουνᾶνε τὰ μαντήλια τους καὶ χαιρετᾶνε

τὰ ποιήματά μου ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ
τὰ διαβάσουν
ἔχουν ξεχάσει νὰ διαβάζουν
λένε τὸ κάπα ἄλφα καὶ τὸ δέλτα ἔψιλον

καὶ σὺ μοῦ εἶπες ψέματα
στὸν τόπο αὐτὸ τοῦ κόκκινου γελαστοῦ
κρανίου μὲ ξεγέλασες
γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σὲ γέλασα
καὶ μὲ πιστέψατε

κατάρα μὲ τὶς ἑφτὰ σκιὲς

πάντα θὰ γράφω ποιήματα

ἀπὸ τὴ συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)
Μίλτος Σαχτούρης



Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Φοβᾶμαι...



Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983
Μανόλης Αναγνωστάκης

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Άτιτλο


αφαίρεσε τη νύχτα απ’ τα μάτια σου –
πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;

Το Κορμί και το Σαράκι
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Άλλοθι με 39^ καλοκαίρι

Αγάπησα τα υγρά τοπία
όταν με βρήκαν σε αϋπνία
μέσα στις τρύπες βιβλίων βουβών
τούνελ βορείων δρόμων εθνικών
τούνελ από μάτια παιδιών
και γέλια σχολικών διακοπών

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Τούνελ από μάτια παιδιών
και τούνελ σχολικών διακοπών
προγραμματισμένα εντός Αθηνών
σε προβολή ατομικής ενεργείας
σε οθόνη-σανίδα σωτηρίας
παρωπίδα υγείας
κι έτσι δεν τον είδα

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Κι έτσι δεν τον είδα
γύρω στη δεκαετία του εξήντα
να δολοφονεί τις φωνές των πουλιών
με το σκουριασμένο ξυραφάκι των ποδιών
παλαιών φυματικών πριγκιπισσών

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Το σκουριασμένο ξυραφάκι των ποδιών
παλαιών φυματικών πριγκιπισσών
να χαράζει στις μορφές
των δεδομένων γωνιών της Λεωφόρου της Ελπίδας
στη φάση κάποιας άνισης παρτίδας
να τους αφήνει χρεωμένους ως το λαιμό
με σύγχρονες σακούλες σκουπιδιών
από σκοτωμένα αυτοκίνητα
από μπαλκόνια αχρησιμοποίητα
από ανοιχτές σαρκαστικές ταράτσες
από πόρτες κεντρικές ερμητικές
κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
κι ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει
στις προβλήτες των αγρίων θαλασσών...

Εκεί που λίγοι άνθρωποι από χιόνια
κρατούν σφιχτά στα χέρια τους
θαμπά φωτιστικά μπαλόνια
σήματα πορειών ειδικών
κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει
στις προβλήτες των βορείων θαλασσών...
Εκεί που λίγοι άνθρωποι από χιόνια
κρατούν σφιχτά στα χέρια τους
θαμπά φωτιστικά μπαλόνια
σήματα πορειών ειδικών...



  Λένα Πλάτωνος


Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

(1912)
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Ο φόβος του έρωτα

Ένας φόβος ανείπωτος είναι
στην καρδιά κρυμμένος του έρωτα:
ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,
τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν,
ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,
το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές
όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,
τη μορφή που αγαπώ απειλούν.

 William Buttler Yeats (1865-1939)

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα


Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα
εἶδα τὸ βράδυ αὐτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στοὺς δρόμους εὐωδιά.
Καὶ στὴν καρδιὰ
αἰφνίδια καλοσύνη.
Στὰ χέρια τὸ παλτό,
στ᾿ ἀνεστραμμένο πρόσωπο ἡ σελήνη.
Ἠλεκτρισμένη ἀπὸ φιλήματα
θά ῾λεγες τὴν ἀτμόσφαιρα.
Ἡ σκέψις, τὰ ποιήματα,
βάρος περιττό.

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.

Κώστας Καρυωτάκης

Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)


Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.
Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς
μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»
«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»

Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.
Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.
Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας - ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-
ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.
Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!

Κώστας Βάρναλης

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Ο μουσικός


Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατα του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα»,
……ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

Τάσος Λειβαδίτης

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ποιηματάριο ερωτικό και θλιβερό

Τι με νοιάζει η φρονιμάδα σου;
Ας είσαι όμορφη! ας είσαι λυπημένη!
Τα δάκρυα στο πρόσωπο προσθέτουν γοητεία,
Σαν το ποτάμι στο τοπίο ̇
Η καταιγίδα ξανανιώνει τα λουλούδια

Σ’ αγαπώ προπαντός όταν η χαρά
Αποσύρεται απ’ το χλομό σου μέτωπο.
Όταν η καρδιά σου στη φρίκη πνίγεται  ̇
Όταν πάνω στο παρόν σου ξεδιπλώνεται
Με το φρικτό σύννεφο το παρελθόν.

Σ’ αγαπώ όταν απ’ το μεγάλο σου μάτι ρέει
Ένα ζεστό δάκρυ σαν αίμα  ̇
Όταν, παρά το χέρι μου που σε λικνίζει,
Η αγωνία σου, πολύ βαριά διαπερνά
Σαν ρόγχο αποδημούντα.

Ανασαίνω, ηδονή θεία!
Ύμνο βαθύ, εξαίσιο!
Όλους τους λυγμούς του κόρφου σου,
Και πιστεύω ότι η καρδιά σου φωτίζεται
Απ’ τα μαργαριτάρια που χύνουν τα μάτια σου.

Γνωρίζω ότι η καρδιά σου, που βρίθει
Από παλιές αγάπες ξεριζωμένες,
Σπινθηροβολεί σαν ένα σιδηρουργείο,
Κι ότι στον κόρφο σου επωάζεις
Λίγο απ’ τον εγωισμό των αμαρτωλών  ̇

Αλλά, εφόσον τα όνειρα σου, αγαπητή μου,
Δεν αντανακλούν την Κόλαση,
Και μ’ εφιάλτη δίχως αναστολές,
Αναλογιζόμενη φαρμάκια και ρομφαίες
Συνεπαρμένη από μπαρούτι και σίδερο,

Μην ανοίγοντας στον καθένα παρά με φόβο,
Αποκρυπτογραφώντας τη δυστυχία παντού,
Παθαίνοντας σπασμούς όταν η ώρα σημαίνει,
Δεν θα ‘χεις νιώσει την περίπτυξη
Της ακάθεκτης Αηδίας,

Δε θα μπορέσεις, βασίλισσα σκλάβα
που δε μ’ αγαπάς παρά με φόβο,
Μες στη φρίκη της νοσηρής  νύχτας
Να μου πεις, ψυχή γεμάτη κραυγές:
«Ισότιμη σου είμαι, ω Βασιλιά μου!»

Charles Baudelaire