Follow by Email

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Το κρησφύγετο


Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα –απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλλαγή


Πάει καιρός
Που σηκώνεται απ’ το κρεβάτι
Πολύ πρωί
Πηγαίνει στο δικό του δέντρο
Και κρυφά συνομιλεί
Δεν τον ακούει κανείς
Αλλ’ αν τον άκουε
Θα του έκανε θέση
Να καθήσει δίπλα του
Να συνηθίσει κι ο άλλος
Στην ιδέα
Πως δεν είναι μονάχος

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Ποιήματα


1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα, λησμονημένο στο τασάκι, ενώ αναπολώ
τις γυναίκες που αγάπησα.
2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.
3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου και
τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της, ή καθόλου.
4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου την όμορφη έκδοση των Memoires
του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.
5.
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
1.
Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους· για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.

Ηλίας Πετρόπουλος

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μπλάκυ στην Ανταρκτική



Υπεραστικό τηλεφώνημα από την αδελφή μου:
Κοιμήσαμε το Μπλάκυ.
Αθεράπευτη ασθένεια. Απίσχνανση. Υπέφερε.
Όλοι με σπασμένη την καρδιά.
Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τον θάψεις η ίδια
μου λέει κλαίγοντας.
Γι’ αυτό τον τύλιξα σε κόκκινο μεταξωτό
και τον έβαλα στην κατάψυξη.
Ω Μπλάκυ, μ’ αυτό το αυταπόδεικτο, άτεχνο όνομα,
που σου δώσανε κάτι κοριτσάκια,
μαύρε γάτε που πηδούσες από στέγη σε στέγη
με το σκουφάκι και την ποδίτσα μιας κούκλας,
Ω εσύ, πανούργο είδωλο με γούνινη μουρίτσα
που ανέχτηκες λατρεία κι ατσαλοσύνη οδυνηρή,
χωρίς πολλά γρατζουνίσματα,
Ω θρηνητικέ, εθισμένε του φεγγαριού,
έκθετο παραβατικό μωρό,
νευρωτικέ αστρολόγε
μάντη καταστροφών
που αργότερα δημιουργούσες,
Ω εσύ με τα μεσονύκτια χρώματα
σύντροφε πιστέ του μεσονυκτίου,
Ω γουρουνομαξιλαρόγατε,
που έζεχνες συκώτι ωμό,
πού να ’σαι τώρα;
Δίπλα στα κατεψυγμένα χάμπουργκερ
και τις φτερούγες από κοτόπουλο·
στον παράδεισο των σαρκοβόρων. Τυλιγμένος
σε κόκκινα μεταξωτά, αγία κάρα σε προσκύνημα,
ένας Φαραώ στον άσπρο μεταλλικό ναό του, ή
κοκκαλιάρης εξερευνητής της Ανταρκτικής
μέσα στο κρουσταλλιασμένο anorák του
που απέτυχε στην αποστολή του· ή
(ας το δούμε ψύχραιμα) σαν κατεψυγμένο
ψάρι. Ελπίζω κανένας να μη σε βγάλει
απ’ το περιτύλιγμά σου καθ’ οδόν
προς το δείπνο του, κατά λάθος.
Τι προσβολή, να σ’ εξισώνουνε μ’ ένα κομμάτι
κρέας! Όπως κάθε γάτος απεχθανόσουνα
τη γελοιοποίηση. Πεινούσες για δικαιοσύνη
τις κανονισμένες ώρες, για σούπα βοδινό
σε φέτες, με τη σάλτσα του.
Ήθελες αυτό ακριβώς
που προοριζόταν για σένα.
(Ο θάνατος είναι όμως. Γελοίος. Κι ήτανε για σένα.
Όπως και για μας.
Θα στραφούμε λοιπόν στη δικαιοσύνη.
Ύστερα υπάρχει και το έλεος).

(από τη συλλογή «The Door», 2007)
Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου
Margaret Atwood 

Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας



Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται

Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ' άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει

Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ' αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.

Jacques Prevert

Δικτάτορες


Κυβερνάμε την ώρα
ρυθμίζουμε την ώρα
προστάζουμε την ώρα
είμαστε για την ώρα.

Είμαστε κύκλωπες
ζούμε σαν κύκλωπες
καταβροχθίζουμε σαν κύκλωπες
σκεφτόμαστε σαν κύκλωπες.

Μιλάμε με διαταγές
σκεφτόμαστε με διαταγές
διατάσσουμε με διαταγές
διατάσσουμε τις διαταγές.

Η ζωή μας είναι το «τώρα»
«τώρα» είναι το «τώρα»
το χτες ήταν ανάπηρο
και το βάλαμε στο γύψο.

Ο αιώνας αρχίζει από σήμερα.
Ο αιώνας βαδίζει με το σήμερα.
Ο αιώνας είναι το σήμερα.
Ο αιώνας σβήνει σήμερα.

Κυβερνάμε το ζώο
είμαστε το ζώο
ξεκινήσαμε απ΄ το ζώο
επιστρέφουμε στο ζώο!…

Μενέλαος Λουντέμης

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ᾿ άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ᾿ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
πού 'ναι σα μια φούχτα φως
απο την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ' τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πού 'πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' τη θανατική καταδίκη.

Nazim Hikmet

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο ύπνος


Θα ξυπνήσεις ένα βράδυ νηστικός
ιστορίες θα σου λέω για τους κόσμους
απόηχος θα ακούγεται παιδικός
η καρδιά σου θα φυτρώνει δυόσμους

στου κορμιού σου θα κρύβω συνετά
τη διαφθορά που περιμένει στη γωνία
όταν τα μάτια σου θα φαίνονται κλειστά
θα κλαίω για την οικογενειακή ευτυχία

το χέρι το μεγάλο που μας μίσησε
κατάρα για χρόνια θα του δίνω
η γλώσσα μου θα καίει φθονερή
που το παιδί μου μόνο αφήνω

δεν ανήκει πουθενά ένα άνθος
μικρό σε άδειο κήπο
στα δάχτυλα τα ενήλικα
θα πνίγεται στη μοναξιά
θα αναρωτιέται αν του λείπω

θα σε κοιτάω από μέρη αλλότρια
απ’ εκεί που καμιά δεν έχει πατήσει
μέχρι να φτάσεις κι εσύ στη σιωπή
του πολιτισμού τη μάταιη δύση

Αντιγόνη Ηλιάδη

Καφενείο η Ωραία Ελλάς


Πενήντα χρονών γιγαντοαφίσα πάνω από το κρεβάτι με τον ομορφάνδρα τον Πλούταρχο. Ξεδοντιάρηδες μπουζουκτσήδες έλα είμαι έτοιμος. Πάμε το τετράχρονο είναι για να βαράς τη ντο. Έλα πάμε. Το ξύλο μισοκαίει στο τζάκι και όλα σταματάνε για ένα λεπτό σε ένα ξεπεσμένο παρελθόν. Γιόρταζε χθες ο στρατός. Γιατί θεέ μου η ζωή με κυνηγάει σαν τον ληστή. Απορίες. Και η βαμμένη με τις ελαφριές σειρές αναρωτιέται αν η φάση είναι οι γύφτοι που ψάχνουν λεφτά. BMV σκουφάκι και σιδηρουργικά Παπαδόπουλος μπουφάν δεν τη θες την παλιά σου ζωή. Κι ο άλλος βγάζει φωτογραφίες από τη Νίκον για το φέισμπουκ. Τα χωράφια και τα παιδιά σου μεγαλώνουν σε ποια δουλειά πας να το κάνεις αυτό. Νεαρά κορίτσια που τα αλητεύουν οι άνδρες τους και κοιτάζουν γύρω με το βλέμμα στραβό. Όλα είναι μες στο πρόγραμμα. Φωτογραφίες από μηχανές ματσίλα και κακό ένα φόντο άρρωστο. Και από την άλλη πλευρά παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος που μας έθρεψε τα σύνδρομα και τα στερεότυπα. Η γυναίκα και το σπίτι και το έθνος μαλαματίνα. Νεκρά ζώα να λιώνουν στο πιάτο. Ο θησαυρός του Πλωμαρίου και η ερώτηση που κυριαρχεί λες να είναι γκέι. Καφενείο η ωραία Ελλάς. Ο πατσάς μεταμεσονύκτιος από πατέρα σε γιο. Κοιλίτσες κολυμπάνε ξέσκεπες. Εκλεκτόν αγουρέλαιο από νεαρά παιδιά και στο κουρείο λαιμοί που σχίζονται διάπλατα σε δευτερόλεπτα. Καρέλια στην πλάκα να καίνε παιδικά πνευμόνια και όλα πεθαίνουν. Τι άλλο ξέρεις. Βγάζει ένα πάκο με χρήματα σαν βενζινάς ο γέρος και λέει πολλά ξέρουμε. Αλλά. Τα λεφτά μπροστά. Τον Παναγιώτη μη και τολμήσεις να τον κοροϊδέψεις. Χωματουργικά Παπαδόπουλος είπαμε. Τα πήρες όλα κι έφυγες. Βρώμικα νύχια πάνω στις χορδές κι όλα τα λεφτά του κόσμου των κινητών δεν φτάνουν ούτε για τον οδοντίατρο στα Σκόπια. Μια μοναξιά. Πλανάται αδικημένη στην ατμόσφαιρα. Τα πήρες όλα κι έφυγες. Ντο λέει και κουρδίζει. Δεν θα επιστρέψει σπίτι απόψε. 

Αντιγόνη Ηλιάδη

Κλείσε τα παράθυρα



Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί.
Η αγκαλιά μου πύρωσε σαν το κερί και λιώνει,
για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,
δώσ’ μου το χειλάκι σου, πούναι απαλό, νωπό.
Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου,
έχω κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα πέσε απάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.
Το κερί μας έσβησε, δεν μας θωρεί κανείς.
Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
κι άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,
για ποιο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,
πες τους πως στην κάμαρα φοβάσαι άμα νυχτώνει,
κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ’ ακούς; Νωρίς

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Προσωπικό



Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,

κι αν είναι να περάσω

μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

 Ποίημα αφιερωμένο στην γυναίκα του
"Γυάλινα Γιάννενα" (1989)
Μιχάλης Γκανάς

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Το καζάνι του εφιάλτη


                  άτακτη εναπόθεση σκέψεων 
Ι.
Όταν πεθάνεις
θα χορεύεις αιώνια με τα πρόσωπα
που είχες κοροϊδέψει και λοιδορήσει
θα κλαις και θα θυμώνεις
σε ένα κιουπί στριμωγμένη σε καυτό λάδι
και τις φλέβες σου θα γυαλίζουν σιγανά
γάτες με τα νύχια τους
όσο αρκούδες θα σου τρώνε τα στομάχια
άνθρωποι που σε αγαπούσαν
θα μαζεύονται γύρω σου και θα γελάνε
με τα κατουρημένα σου μπούτια
επειδή ο γυμναστής
με τους οδοντωτούς τετρακέφαλους
σε κυνηγούσε Τετάρτη δημοτικού
πριν το σκάσεις από το σχολείο

ώσπου κάτι να σου σκάσει στη μνήμη
και να θυμηθείς ότι δεν υπάρχει κόλαση
και ότι είσαι στο τριανταδύο
για κάτω Ηλιούπολη τελευταίο λεωφορείο
και η ζωή σου είναι κανονική
όσο μία γραμμή μπλε τετραδίου

ΙΙ.
Το επόμενο φθινόπωρο θα πίνω
άσπρες λιβελούλες στο καμπερνέ
και θα κάνω την κομπάρσα του Ρεμπώ
όταν είχε εμφύσημα και τον τρέχαν στα νοσοκομεία
τον εξέταζαν γιατροί με άστατη ανία του επαγγέλματος
και τι να κάνει κάποια που στη Γερμανία τρέχει να βρει
το κορίτσι και το φύλο της να τιθασευθεί
η άγρια ποτάμια του σεξ στο σούρουπο
ενός βερολινέζικου Σηκουάνα
που βγαίνει από το έντερο χιλιάδων Γερμανών
με αιμορροΐδες


ΙΙΙ.
η γεωγραφία αποφάσισε με έκτακτο διάγγελμα
να αυνανίζεται και να μην εξελίσσεται από εδώ και στο εξής
όλη μέρα
κλείνει γιουπορν πριβέ τα πιο ρομαντικά
και αυνανίζεται σαν να μην υπάρχει  αύριο

IV.
οι βελόνες της κυρά μαρίτσας εκτοξεύονται όταν
το δαχτυλίδι του άγριου χρυσού φιορδ
περνά το μπαλκόνι και κλείνει τα παράθυρα
γιατί μπάζουν και θα κρυώσει η οικογένεια


V.
Τύποι καινούργιοι από το ογδόντα
με δερματίνη ως τα δόντια
και φουσκωτό γκρίζο μαλλί
που ξεχάσαν το ντάτσουν
για ποντιακό γλέντι στην Εθνική
με ένα λουλουδιασμένο
λασπωτό βλέμμα
διασχίζουν πλαστικά κατσάβραχα
θερίζουν όλον τον μορτιά
με τριγλυκερίδια και σάκχαρό
να πιάνουν κόκκινο
μια νεκρή αλεπού να θρηνεί
να γίνεται το σπίτι τους από καουτσούκ
και σίδερο ώσπου να κοιμηθούμε
τα άστρα κλαίνε και τα κομμωτήρια σφήζουν
από γυναίκες ανικανοποίητα κορμιά
που χύνουν μόνα τους σε μία παγωμένη
τσιμεντώδη γεμάτη από φέρι και σφουγγάρια νυχτιά

το αίσθημα της θρησκείας
οι τρίχες  που εξέχουν στον λαιμό τους
και μία χώρα πεθαίνει
πίσω από την κακοπληρωμένη πλάτη τους
πτώματα πακιστανών θρηνούν
κάτω από τα μέιντ ιν τσάινα σπορτέξ
ψαράδες στο τσιγγέλι τους πιάνουν όνειρα
κατατρεγμένων τραγουδιστριών που πήγανε
φέιμ στόρι και απέτυχαν οικτρά
στο χέρι κρατάνε καλσόν και βραχιά
φέισμπουκ λάθη
νοικοκυραίοι περιμένουν να νικήσουν
και όλη η μέρα είναι ένα ιερό αφιέρωμα
στην εξύβριση των γερμανών
που θα μας πάρουν τα φάρμακα
μια ματωμένη ανάθεμα καθαρότητα

VI.
Μια οδοντογλυφίδα
ξύνει το σάπιο δόντι
της κάτω παραλίμνης
δίπλα στον βοσκότοπο αριστερά
του ρέματος πέφτει κάθε μέρα
σε κατάθλιψη και μαζεύει τα προικιά της
με σύνεση μήπως της βρούνε ένα δόντι
καλό από οδοντίατρο σκοπιανό
που χρεώνει μισά
και χορεύει παραδοσιακά
ώστε η φτωχή η έρμα
να καλοπαντρευτεί τα μούτρα της
να δει στην εκκλησιά με όλα τα χρυσά
τα γερόντια τα φτωχά
και τα πεθερικά

VII.
Διακόσια χοιρινά
διακόσια λουκάνικα
διακόσια κοτόπουλα

Τάκη, έλα εδώ γιατί κάνω δουλειά
το καζάνι βράζει ζώα στην Παραλίμνη

ότι κηνητε ίνε ΕΝ δυνάμει πελάτης μου

νεκρός πτωματοφόρος της γλώσσας
αφιλοκερδούς διασκέδασης

VIII.
Νοτισμένο το χεράκι σου
ακουμπάει πάνω σε ένα πουλί τοίχου
που στέκεται σε ένα κέρατο
κι όλα είναι μία ξυσμένη αφήγηση
ξαφνικά, ενός χριστού που έζησε
πάνω από τριαντατρία χρόνια
σε ένα τούρκικο σπίτι
στην Κασσάνδρου με Ολύμπου
και γεμίζουν νερά τα πλακάκια
κρυφά για να ξεγελάνε τα πόδια
δεν υπάρχει φτερό που να κρατήθηκε
ζωντανό ως τα μεσάνυχτα
όλοι τρώνε κοτόπουλα
καμία δεν θυμάται
τη φάρμα του ήρωα των κάτω χωραφιών
στην Αγιά και μία φραγκόκοτα
θα περάσει τα σύνορα για Βελιγράδι
να κάνει μπότοξ με έκπτωση


IX.
Εκεί που δεν είναι θάλασσα και τα εστιατόρια είναι γκρι και λιώνουν κάθε πρωινό με την ελάχιστη ανορεξία ηλίου και αλμυρά είναι μονάχα τα ψάρια
εισαγόμενα από το εξωτερικό όχι για θαλπωρή, φιλία και υγεία
πλάσματα με λέπια δεν αξίζουν την εύνοια της αρχοντούλας που ξυπνάει κάθε μέρα
σε ένα χωριουδάκι του Πηλίου
ζεσταίνει το γαλατάκι τής χαϊδεμένης κατσικούλας
που μάταια περιμένει να τελειώσει το βασανιστήριο

το όνειρο της αρχοντούλας είναι να γίνει τραγουδίστρια
για αυτό περιμένει πώς και πώς κάθε απόγευμα
να παίξει η Τατιάνα για να δει μετά την Ανίτα και να δηλώσει υποψηφιότητα
έχει παραγγείλει ένα καλό βιβλίο να μορφωθεί από τον ψυχογιό
μήπως και βγει ποτέ στην τηλεόραση και της γίνει ρεζίλι το φρικιό και δεν την πάρει άνδρας
μηδέ στο χωριό μηδέ πουθενά

παρακαλεί τον θεό να την κάνει σαν πουλί να τραγουδά να ξυπνά το πρωινό
και τις κότες να φωνάζει
και να την μπερδεύουν οι περαστικοί
με συναυλία στη μαλακάσα

αν και ο μόνος που περνά είναι ο τσάρος του χωριού
ένας γέρος με χρυσή κοτσίδα και κομπολόι
κλαπατσίμπαλα σε μία βάστα γερά μαγκούρα
και να της λέει τίποτα νόημα
δεν θα έταζε σε κανέναν άγιο αφού πρωί
ξενυχτά στο παραδίπλα καφενείο
και τσούζει όργια με τον παππά μέχρι να του κάτσει
μα ο άλλος έχει πέντε παιδιά
βρε λες να φταίει η παπαδιά
και μόνο τσίπουρα αδειάζει
και στο τραπέζι τη χερούκλα του
να κοπανά ξέρει ο καημένος ξέρει

όλα λύνονται άμα βγάλεις τον σωστό δήμαρχο και δεν θυμάται κανείς από τι άλατα φύτρωσε η πρώτη του χωριού μηλιά και γεννήθηκαν όλοι
σαν να μην υπάρχουν στον κόσμο
σαν εφεύρεση
τα προφυλακτικά


Αντιγόνη Ηλιάδη

Το Ταβερνείο


Ι.
Μια ακροθαλασσιά στη μέση της πόλης
κι ένα παιδί με γυμνή κοιλιά
να ψάχνει τη ζωή από τα στενά
να μπλέκεται σε σύρματα
τα λεφτά πάνε σε έργα και χώματα
για ένα μυαλό που σκοτεινιάζει
στα ποτήρια ξημερώματα
μια γυναίκα να χαζεύει στο παράθυρο
πάνω από το φρεσκοπλυμένο
τραπεζομάντιλο
ξεφτιλισμένους οργανισμούς
που σπαράζουν
και μια λάμπα ανάβει μοναχή
σαν να είναι από άλλη στιγμή κλεμμένη
που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι
μια ακροθαλασσιά στη μέση της πόλης

ΙΙ.
Η Έλλη λατρεύει την πληγωμένη Σμαρώ
που θα γίνει η κατάρα της
και θα πάρει το μικρόφωνο σε λίγο
θα πιάσει τον άερα κι ένας έρωτας
τρελός θα γεννηθεί
σε τσιμεντένια πλακόστρωτα
θα γεννηθεί πληγωμένος
σαν παρατημένο βρέφος στη φωτιά
η Σμαρώ κλαίει τα βράδια
μετρώντας θερμίδες στα σγουρά μαλλιά της
και βλέποντας το πάμε πακέτο
συγχωρεί τα κορμιά που αδυνάτισαν
και είναι φίτνες αρκετά για να μετράνε
τις σκέψεις τους και να φεύγουν
σε κανένα τεταρτάκι από νυχτερινά μαγαζιά
λέει κάθε πρωί μέσα της
γάμα τον κρητικό που σε έστησε και
σε μαχαίρωσε πάνω αριστερά από τα πλευρά
μην κοιμηθείς μόνη καμιά φορά

ΙΙΙ.
Οι πόντιοι είναι νεκροί
σε μία κορνίζα
δεν έχουν μέλλον
πεθάνανε με ψεγάδια
χωρίς να πούνε για τη νάρκη
που έσκασε
στο πόδι του μικρού κοριτσιού
που έπαιζε έξι χρονώ στην αλάνα
χωρίς το αγόρι που στρατεύτηκε
με τα πέντε αδέρφια
και το τακτικό μπαούλο του
να πιάσει για τελευταία φορά
το μπουζούκι
ξέμειναν σε ένα τραπέζι
με δεκαπέντε κουτιά φάρμακα
για την πίεση την καρδιά
τον εγκέφαλο τις σιωπές
και τα βραδινά βογγητά
αγάλματα σε έναν καναπέ φτωχικό
με τα λεφτά κάτω από μαξιλάρια
παιδιών του ’89
κι ένα βλέμμα μετέωρο να αναζητά
τον ευκάλυπτο
να μειώσει τον πόνο στα κόκαλα



ΙV.
Μια μονοτονία μέσα στην ταμπέλα
όπου οι υποσχέσεις σου
κλείσανε μια κοπέλα που τραβούσε
πάνδεινα άσχημα γεγονότα να ήταν
σαν πρώτα της γνωριμίας σας η φορά
και ήταν όλα φωτεινά σαν να είχαν
τα άστρα του χρόνου κλέψει τη φθορά
να την κακοσμιλέψει
και ο καημένος ο γιατρός δεν μπορούσε
να της πει ότι το νήμα της μικρό
της βγήκε από τη γέννηση
και δεν μπορούσε να χαρεί
γιατί πίσω από κάθε πόρτα έρημη
μένει η παρουσία της
και το δωμάτιο άδειο
και η γη τα κόκαλα της καρτερεί
να τα αποταμιεύσει
ο καπιταλισμός καρκίνος μέσα της
κάθε ώρα και στιγμή τη θυσιάζει
μέσα σε αναμέτρηση καυτή
με τη φθηνή της ύπαρξης
κανείς δεν είχε τα λεφτά για να την ξεπληρώσει
και οι αμαρτίες της την έθαψαν
μία νύχτα του Νοέμβρη
σε έναν αγύριστο μονόδρομο

V.
Δηλητήριο στο συκώτι και
σάπια καπνισμένα δόντια
δεν με νοιάζει πώς με λένε
ποια είμαι
τι στον κόσμο κάνω
πεινάω με τα άδεια στόματα
χάνομαι
σιγά

VI.
Τον φωνάζανε ρόλο
του σκάλωναν την άκρη της ομπρέλας
στο κολάρο και τον σέρνανε
στη σκάλα της πολυκατοικίας
και τα θλιμμένα του πόδια
αντιστέκονταν
και οι παλμοί του
σταματούσαν στα αφεντικά του
καθώς περίμενε να φάει
ή και όχι για σήμερα
του είχαν μάθει να επιτίθεται υποχθόνια
σε ανθρώπους άλλου χρώματος και θρησκείας
και να κάθεται φρόνιμα
στην εκκλησία
είχε τέσσερις ουλές συνολικά
και κομμένη ουρά κι αυτιά
του λέγανε να σκάσει
γάβγιζε λυσσασμένα
σε κάθε κλωτσιά
και το σπίτι του ήταν
κάτι κασόνια
παγωμένα και σκοτεινά

VII.
Μπορεί να πήξει η μπόρα
στον λαιμό της
σε μια πιάτσα με ταξί
που δεν θα πάρει ποτέ
ακούει τον Λοΐζο να ξύνει
τα σημάδια στους τοίχους
να αδειάζει τον χώρο
με ένα κιβώτιο ρημάτων
τρελή βραδιά ραντίζει
τη γειτονιά των κλαμπς
γεμάτη από δάχτυλα
που ψάχνουν απεγνωσμένα
δω κι εκεί αγγίγματα
η έμμεση απάντηση
είναι το νόημα στα στρατόπεδα
στις φυλακές
με τους κακοπληρωμένυος φροντιστές
να παύουν στον αέρα την παιδικότητα
όλα είναι άνισα
μέσα σε έναν κάδο ανακύκλωσης
μια περιουσία του χωριάτη
τα μαύρα του τα μάτια
θα τα κρατήσεις σε ένα συρτάρι
κι όταν ρίξεις το ζάρι
θα βγει μονός αριθμός
για μονά πρόσωπα
μονά άτομα
μονά σημεία
αυτός ο κόσμος γυρίζει
ανισόρροπα χωρίς χημεία

Αντιγόνη Ηλιάδη