Follow by Email

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Το κρησφύγετο


Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα –απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλλαγή


Πάει καιρός
Που σηκώνεται απ’ το κρεβάτι
Πολύ πρωί
Πηγαίνει στο δικό του δέντρο
Και κρυφά συνομιλεί
Δεν τον ακούει κανείς
Αλλ’ αν τον άκουε
Θα του έκανε θέση
Να καθήσει δίπλα του
Να συνηθίσει κι ο άλλος
Στην ιδέα
Πως δεν είναι μονάχος

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Ποιήματα


1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα, λησμονημένο στο τασάκι, ενώ αναπολώ
τις γυναίκες που αγάπησα.
2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.
3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου και
τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της, ή καθόλου.
4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου την όμορφη έκδοση των Memoires
του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.
5.
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
1.
Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους· για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.

Ηλίας Πετρόπουλος

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μπλάκυ στην Ανταρκτική



Υπεραστικό τηλεφώνημα από την αδελφή μου:
Κοιμήσαμε το Μπλάκυ.
Αθεράπευτη ασθένεια. Απίσχνανση. Υπέφερε.
Όλοι με σπασμένη την καρδιά.
Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τον θάψεις η ίδια
μου λέει κλαίγοντας.
Γι’ αυτό τον τύλιξα σε κόκκινο μεταξωτό
και τον έβαλα στην κατάψυξη.
Ω Μπλάκυ, μ’ αυτό το αυταπόδεικτο, άτεχνο όνομα,
που σου δώσανε κάτι κοριτσάκια,
μαύρε γάτε που πηδούσες από στέγη σε στέγη
με το σκουφάκι και την ποδίτσα μιας κούκλας,
Ω εσύ, πανούργο είδωλο με γούνινη μουρίτσα
που ανέχτηκες λατρεία κι ατσαλοσύνη οδυνηρή,
χωρίς πολλά γρατζουνίσματα,
Ω θρηνητικέ, εθισμένε του φεγγαριού,
έκθετο παραβατικό μωρό,
νευρωτικέ αστρολόγε
μάντη καταστροφών
που αργότερα δημιουργούσες,
Ω εσύ με τα μεσονύκτια χρώματα
σύντροφε πιστέ του μεσονυκτίου,
Ω γουρουνομαξιλαρόγατε,
που έζεχνες συκώτι ωμό,
πού να ’σαι τώρα;
Δίπλα στα κατεψυγμένα χάμπουργκερ
και τις φτερούγες από κοτόπουλο·
στον παράδεισο των σαρκοβόρων. Τυλιγμένος
σε κόκκινα μεταξωτά, αγία κάρα σε προσκύνημα,
ένας Φαραώ στον άσπρο μεταλλικό ναό του, ή
κοκκαλιάρης εξερευνητής της Ανταρκτικής
μέσα στο κρουσταλλιασμένο anorák του
που απέτυχε στην αποστολή του· ή
(ας το δούμε ψύχραιμα) σαν κατεψυγμένο
ψάρι. Ελπίζω κανένας να μη σε βγάλει
απ’ το περιτύλιγμά σου καθ’ οδόν
προς το δείπνο του, κατά λάθος.
Τι προσβολή, να σ’ εξισώνουνε μ’ ένα κομμάτι
κρέας! Όπως κάθε γάτος απεχθανόσουνα
τη γελοιοποίηση. Πεινούσες για δικαιοσύνη
τις κανονισμένες ώρες, για σούπα βοδινό
σε φέτες, με τη σάλτσα του.
Ήθελες αυτό ακριβώς
που προοριζόταν για σένα.
(Ο θάνατος είναι όμως. Γελοίος. Κι ήτανε για σένα.
Όπως και για μας.
Θα στραφούμε λοιπόν στη δικαιοσύνη.
Ύστερα υπάρχει και το έλεος).

(από τη συλλογή «The Door», 2007)
Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου
Margaret Atwood 

Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας



Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται

Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ' άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει

Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ' αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.

Jacques Prevert

Δικτάτορες


Κυβερνάμε την ώρα
ρυθμίζουμε την ώρα
προστάζουμε την ώρα
είμαστε για την ώρα.

Είμαστε κύκλωπες
ζούμε σαν κύκλωπες
καταβροχθίζουμε σαν κύκλωπες
σκεφτόμαστε σαν κύκλωπες.

Μιλάμε με διαταγές
σκεφτόμαστε με διαταγές
διατάσσουμε με διαταγές
διατάσσουμε τις διαταγές.

Η ζωή μας είναι το «τώρα»
«τώρα» είναι το «τώρα»
το χτες ήταν ανάπηρο
και το βάλαμε στο γύψο.

Ο αιώνας αρχίζει από σήμερα.
Ο αιώνας βαδίζει με το σήμερα.
Ο αιώνας είναι το σήμερα.
Ο αιώνας σβήνει σήμερα.

Κυβερνάμε το ζώο
είμαστε το ζώο
ξεκινήσαμε απ΄ το ζώο
επιστρέφουμε στο ζώο!…

Μενέλαος Λουντέμης

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ᾿ άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ᾿ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
πού 'ναι σα μια φούχτα φως
απο την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ' τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πού 'πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' τη θανατική καταδίκη.

Nazim Hikmet

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Κλείσε τα παράθυρα



Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί.
Η αγκαλιά μου πύρωσε σαν το κερί και λιώνει,
για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,
δώσ’ μου το χειλάκι σου, πούναι απαλό, νωπό.
Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου,
έχω κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα πέσε απάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.
Το κερί μας έσβησε, δεν μας θωρεί κανείς.
Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
κι άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,
για ποιο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,
πες τους πως στην κάμαρα φοβάσαι άμα νυχτώνει,
κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ’ ακούς; Νωρίς

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Προσωπικό



Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,

κι αν είναι να περάσω

μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

 Ποίημα αφιερωμένο στην γυναίκα του
"Γυάλινα Γιάννενα" (1989)
Μιχάλης Γκανάς