Follow by Email

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Θέλοντας να πεθάνω


Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ' αυτό το ταξίδι.
Επειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ' τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, τη μαγεία του.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ' το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ' τη γλώσσα σου! -
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό- με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ' τη σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας τη σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ' την πρίζα
και τον έρωτα, ό,τι κι αν ήταν, μια μόλυνση.

Anne Sexton


Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Βρόχος


Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος


Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο


Κυκλικά, Περιστροφικά, Περικυκλωμένα
Κόκκινο Πλούσιο κυκλικό τρικ μαγικό
άσωτο αιλουροειδές τρέχει προσεχτικά
Εάν καταλαβαίνεις τι εννοώ.
Αυτό είναι το υπαρκτό φαντασιακό Βέρμοντ
Το στόμα σ’ οδηγεί προς τα ‘δω
Εγώ, προς τα ‘κει
Όχι και τόσο ταχύ, το χέρι αρκετά αργό
για να υπάρχουμε στον χρόνο πεθαίνουμε οικοδομώντας
πρίσματα σ’ έναν άδειο χώρο
Η αλήθεια γρηγορότερη. Αυτές οι διακοπές
οι απειλές με όπλα, πυροβολόντας τη δημοκρατία
Το όνειρο του προέδρου πίσω
από τον θρόνο
Τέσσερα σκοραρισμένα / βιαστικός πυρετός, η κλινική
η σοφία της σύφιλης, γιατρός νοσοκόμα
Ινδιάνοι αμερικανοί, Ατλαντίδα σώσε μας
οδήγησέ μας σε χρόνους ανάγκης
προσευχή στο σώμα του κυττάρου του μυαλού
προσευχή στη μέση κάποιου που προσεύχεται
στον στερνό ψίθυρο του απογεύματος, καθώς
το χέρι ήσυχα γλιστράει μες στα γαλήνια
αγκάθια, στις πέτρες, στις καταιγίδες
Περιμένω τον ερχομό σου
δίχως αδιαφορία Μίλα μου!
Μη μ’ αφήνεις μόνο εδώ πέρα στον βασανιστικό
προθάλαμο της κλινικής Τα ανιαρά μπαρ, η μητέρα του
που θα βοηθήσει μ’ ένα σπίρτο κι ένα τσιγάρο
Φεύγω. Θεέ! Ποιο είναι τ’ όνομά σου;

απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο «JIM MORRISON- Ε Ρ Η Μ Ι Α : ΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» σε μετάφραση Γιώργου Αλισάνογλου
James Douglas Morrison

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Αποχρώσεις


Γίναμε εραστές μόνο μια φορά,
πρώτα εσύ αδιαφόρησες
και το ειδύλλιο χάθηκε,
ωστόσο παραμείναμε φίλοι.
Κάτι ξεχωριστό αποπνέεις ως άτομο,
εκείνη η λαμπερότητα στο πνεύμα σου.
Ενώ αποφεύγω να σε προκαλώ,
με κολακεύει που στη ματιά μου
κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι,
σαν να αναθερμαίνεις μια προσέγγιση.
Προτιμώ να σε έχω φίλο, όχι εραστή μου.

από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία εκδόσεις Μεταίχμιο
Αλεξάνδρα Μπακονίκα,

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πρόλογος


Στοὺς φίλους μου

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Γιώργος Σαραντάρης

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι το ακατοίκητο


Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ
που 'ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο

Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
μες στον αέρα πιάνω
Μια κοριτσίστικη φωνή
κι ένα σκοπό στο πιάνο

Μαρία και Βασιλική
χλωμή σαν Παναγίτσα
Με την νταντέλα τη λευκή
και τη χρυσή καρφίτσα

Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα
σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.

Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Το σύμπαν-μοναξιά

Τις οπώρες της μέρας κλώτσησε η γη
Μια γυναίκα, μια μόνη, δεν κοιμάται
Τα παράθυρα κλειστά.

Μια γυναίκα κάθε νύχτα
Ταξιδεύει σε μεγάλο μυστικό.

Χωριά κουρασμένα
Που τα κορίτσια γυρνούν με χέρια γυμνά
Σαν συντριβάνια
Η νιότη φουντώνει μέσα τους
Και γελάει πατώντας στα νύχια
Χωριά κουρασμένα,
Όπου όλα τα πλάσματα είναι ολόιδια .

Paul Eluard

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Πάψετε πια


Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι
και να μη νοιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! -
να βγούμε μόνοι απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων -

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά, που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!..

Κώστας Ουράνης

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει

Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε
ἄγνωστο ποῦ…

Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…

Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια

Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;

Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…

Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…

Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο Θεός του Πολέμου

Είδα τον παλιό θεό του πολέμου να στέκει μέσα σ’ ένα βάλτο ανάμεσα σε μια χαράδρα κι ένα βράχινο τοίχο.
Βρωμούσε τζάμπα μπίρα και φορμόλη και σ’ εφήβους έδειχνε τ’ αρχίδια του,
γιατί τον είχαν ξανανιώσει κάποιοι προφεσόροι. Διακήρυχνε με τη βραχνή φωνή του λύκου τον έρωτά του για καθετί νεαρό.
Δίπλα του στεκόταν μια έγκυος γυναίκα κι έτρεμε.
Κι αδιάντροπα συνέχιζε το κήρυγμά του, όπου τον εαυτό του παρουσίαζε
σαν τον μεγάλο άνθρωπο της τάξης. Και περιέγραφε το πως παντού έβαζε στους αχυρώνες τάξη αδειάζοντάς τους.
Η φωνή του πότε ήτανε δυνατή και πότε σιγανή, πάντα βραχνή όμως.
Με δυνατότερη φωνή μιλούσε για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν
και με τη σιγανότερη φωνή δίδασκε τις γυναίκες πώς να μαγειρεύουν γλάρους και κοράκια.
Την ίδια ώρα η πλάτη του ανήσυχη ήταν κι όλο πίσω γυρνούσε να κοιτάξει,
λες και φοβόταν κάποια μαχαιριά.
Και κάθε πέντε λεπτά βεβαίωνε το κοινό του πως θα τους πάρει πολύ λίγο από το χρόνο τους.

Bertold Brecht

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η λιποταξία της Χιονάτης

Έτσι
χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα - ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.

Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.

Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.

Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω

ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα

να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;

Κική Δημουλά

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Συννεφάκι από βενζίνη


μέσα στο δάσος
εκεί όπου ανάμεσα απ' τα πυκνά κλαριά
φτάνει λίγο φως
απ' τον βαρύ ουρανό
κοντά στο χώμα
που το σκεπάζει
παχύ στρώμα
σάπια φύλλα
σε μια κλάρα χαμηλή
κάθεται ένα πουλί


ένα πουλί
πολύ
περίεργο:
σα μαδημένο
σα σκεφτικό

ένα παλιό πουλί

τι να σκέπτεται άραγες
αυτό το πουλί
το παλιό
στο σκοτάδι;

αχ! τίποτα
δε σκέπτεται απολύτως τίποτα!

απλούστατα
συνέλαβε δι' αυτήν
ένοχον
πάθος

(από το Mην Oμιλείτε εις τον οδηγόν, Kύκλος 1938) 
Νίκος Εγγονόπουλος

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Αθήνα


Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .
Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
                                    Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»



Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)
Λευτέρης Πούλιος

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι


Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλωμό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
σαν ο ήλιος μετά την βροχή μια συγγνώμη
που δεν γίνεται δεκτή
μες στο κρανίο της θαλασσοταραχής·
εγώ εδώ
και εκεί οι ανοιχτοί της μηροί
τώρα η σιωπή ρίχτηκε σε μια γωνία
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει
σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα
βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.

Γιάννης Λειβαδάς

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Γαλάζια σπλάγχνα



Κάτοικε τοῦ ὀνείρου
μαζεύω τὴ φωνή μου ἀπὸ κάθε ἄκρη
καὶ τὸ ὑπόλειμμά της αὐτὸ στὴ σινδόνη τῶν δέντρων
κ᾿ ἐκεῖνο κεῖ ψηλὰ στὸ σκουριασμένο βράχο
ὅπου ὀργίζεται ὁ γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
γιὰ τὴ μεγάλη ἀποκάλυψη
ρίχνω στὸν ἄνεμο μακρόσυρτη ἀγάπη:
Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
ἔχασα.
Μὰ χάνουν καὶ τ᾿ ἄνθη
τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο...
Κάλλιο νὰ πλανηθεῖ ὁ χαρταετός μου
δὲ θέλω πιὰ ν᾿ ἀγγίξω τὰ χρώματά του
κλείνω τὰ μάτια μου γιὰ νὰ δῶ.
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ διασχίζει
κι ἄλλοτε ποὺ χτυπᾷ στὸν ἄκμονα
χίλιες φορές.
Εἶναι ἡ φωνὴ ἀπὸ ἕνα βάθος:
Γιὰ πάντα νὰ μὴν ἔχεις
τίποτα γιὰ τ᾿ ἀληθινὰ χέρια
μονάχος
ἀνήμπορος ἐκστατικὸς
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄξαφνη γιορτὴ τοῦ δευτερολέπτου
ποὺ παραδίδεται ὁ κόσμος.

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Μπαλάντα για την έγκριση του κόσμου


Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα, μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ' αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ' απ' τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν - για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ' άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!"»

Δεν μου αρέσει η φτήνεια κι η κακομοιριά.
Γι' αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικου σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια- το ξέρω- κι η έγκρισή μου.

(1930)
Bertold Brecht

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο

να τ’ αγγίξω είπε αυτός
θα τσιρίξω είπε αυτή
μια φορά είπε αυτός
 απαλά είπε αυτή
να το δαγκώσω είπε αυτός
πόσο; είπε αυτή
δυνατά είπε αυτός
με πονά είπε αυτή
έλα πια είπε αυτός
όχι βαθιά είπε αυτή
τι μου ζητάς; είπε αυτός
να με κοιτάς είπε αυτή
να συνεχίσω; είπε αυτός
 θα σε μισήσω είπε αυτή
αν σε φιλήσω είπε αυτός
 θα σε αφήσω είπε αυτή
παίρνεις χάπι; είπε αυτός
είναι αγάπη; είπε αυτή
είσαι αναμμένη; είπε αυτός
 είμαι θλιμμένη είπε αυτή
θα μου ‘ρθει ίλιγγος είπε αυτός
 ναι αλλά η σύζυγος είπε αυτή
σιγά τώρα είπε αυτός
 κοιτάς την ώρα είπε αυτή
πώς βογκάς! είπε αυτός
 μη σταματάς είπε αυτή
πιο δυνατά είπε αυτός
 πιο αργά είπε αυτή
χύνω! Είπε αυτός
 σβήνω είπε αυτή
είσαι δικιά μου! είπε αυτός
είσαι δικός της! είπε αυτή.

(e. e. cummings,, 33 χ 3 χ 3, εκδ. Νεφέλη)
e. e. cummings

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Σάρκινο


Και πάλι σήμερα δεν θα μιλήσω για λαγόνες
Θα προτιμήσω λεγεώνες.
Για λαιμούς με υπόξινη γεύση
Θα μιλήσω για αθώα μέλη αποκομμένα, απομακρυσμένα.
Φοβάμαι ούτε καν για λεπτά μακριά χέρια
Θα θυμηθώ το τρέμουλο και τη χαιρεκακία στο κοίταγμά του.
Όπως όλοι καταλάβατε, θα μιλήσω για το δρον σώμα
Αδιαφορώντας για τους ερεθισμούς των οστεφυλάκων.

Νίκος Κυριακίδης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Ο πιλότος Νάγκελ


Στον ποιητή Ν. Ράντο*

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που 'ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank "Fjord Folden"
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...


Νίκος Καββαδίας

*Νικήτας Ράντος, όπως και Νικόλας Κάλας ,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ασήμαντα περιστατικά

Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση".

(απόσπασμα)
Αργύρης Χιόνης

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

H ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

Γιώργος Σεφέρης

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Οἱ μικροὶ γαλαξίες


Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ψυχή φευγάτη

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά .
Τ’άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου .
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη .
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις .
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια .
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα .
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω .
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου .
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα .
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου .
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου .

Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι .


Μετάφραση Νίκος Γκάτσος
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Ζωή μισοειδωμένη


Αστραπές ή ψάρια
μες στη νύχτα της θάλασσας
και πουλιά , αστραπές
μες στη νύχτα του δάσους .

Τα κόκαλά-μας αστραπές
μες στου κορμιού τη νύχτα
Τα πάντα , κόσμε , είναι νύχτα
κι είναι η ζωή αστραπή .

Octavio Paz

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Μ' ανοιχτά χαρτιά


Πολύ δεν τράβηξε ετούτη η κωμωδία;
Μ' ανοιχτά χαρτιά λοιπόν:
τη χλεύη σας δεν την προβλέπω μόνο.
Την προκαλώ.
Μέσα στην άγρια χαρά της αυτοταπείνωσής μου
επιτήδεια προσελκύω τα πέλματα που με ποδοπατούν
κι απ' τις πληγές που ανοίγω και μ' ανοίγετε,
που με τα δόντια συντηρώ ανοιχτές,
αντλώ ένα όπιο αναπόδραστο και τοξικό
που μ' οδηγεί ως το θάνατο χωρίς να με σκοτώνει.
Μονάχα σακατεύοντας
κι εξουθενώνοντας.


από τη συλλογή Αντιδικίες, 1981
Τίτος Πατρίκιος,

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια




Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν' η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ' αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

από τη συλλογή Ο περίπατος, 1960
Μίλτος Σαχτούρης