Follow by Email

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Μεταμέλεια



Ανάθεμα την πρώτ' αρχή,
που μ' είπαν να πιστέψω,
πως δεν μου σώζετ' η ψυχή,
σαν δεν καλογερέψω!

Απ' την ζωής την Πασχαλιά
μ' έκαμαν να ξεπέσω·
ν' αφήσω μακριά μαλλιά
και ράσο να φορέσω.

Να ζω με το ξερό ψωμί,
με το νερό μονάχα·
για να παιδέψω το κορμί,
και για ν' αγιάσω τάχα!…

Καλόγεροι, σας προσκυνώ,
και σας φιλώ τα χέρια.
Και σας πετώ τον ουρανό
και τα χρυσά τ' αστέρια.

Πετώ τον σκούφο στο κελί,
το ράσο στο ντουλάπι·
τον νου μου – μόνο στο φιλί
και μόνο στην αγάπη.

Θωρώ πουλάκια στην αυλή,
που παίζουν ταίρι ταίρι,
και λέγω: νάμουνα πουλί!
Να ήμουν περιστέρι!

Θωρώ κοπέλες που περνούν
να παν στο περιβόλι
κι αυτού που κοντοπροσκυνούν–
με παίρνουν οι Διαβόλοι!…



(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
Γεώργιος Βιζυηνός 

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Έρθης δεν έρθης


Έρθης δεν έρθης, εγώ θα σύρω
ταργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
το κουρασμένο κορμί να γείρω
στην έρμη πέτρα τη μυστική.

Καί θα προσμένω και θα πεθαίνω
και θανασταίνομαι -μιλώ, μένω-
με τη μιλιά σου·
έρθης δεν έρθης, θα σ᾿ αγκαλιάζω
και με τη σκέψη μου θα ταιριάζω
τη ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στο χώμα θα πάω να ψάξω
το πάτημά σου να βρω, θα δράξω
γη μεσ᾿ στη φούχτα να τη φιλήσω,
κι από κλωνάρια κι από χορτάρια
μέσα στα χέρια δροσιά θα κλείσω,
σαν απ᾿ τη σάρκα κι απ᾿ τη δροσιά σου.
Πέρα της χώρας ανάρια ανάρια,
παιζογελώντας με, τα λυχνάρια
θα μ᾿ αχνοστέλνουν το φάντασμά σου.
Μ᾿ όλα της νύχτας τα λυχνιτάρια
θα ψάξω νάβρω το πέρασμά σου.

Καί με το σείσμα ταχνού του τρόμου
η με το κάρφωμα εκστατικό,
στη γνωρισμένη πλαγιά του δρόμου,
έρθης δεν έρθης, θα καρτερώ.

Τρελό καρτέρι, και ολόγυρά μου
η κρυφή νύχτα και η σιγανή·
μόνο γιομάτη θα είν᾿ η καρδιά μου
από την ψάλτρα σου τη φωνή.

Καί οι στρατολάτες που θα περνάνε,
και όσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι από σένα θα μου μηνάνε,
και θα μου παίρνουν κάτι από σένα.

Γιά σε ξανάβρα και ξαναπήρα
των είκοσί μου χρονών τη λύρα,
κ᾿ έρριξ᾿ απάνου
στους λυγισμένους μου ώμους του πλάνου
πάθους απότομα την πορφύρα.

Της ορμής είμ᾿ εγώ το παιδί,
τανάσασμα είσαι των άγριων κρίνων,
το λάτρεμα είσαι, το φυλαχτό
των ερωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνή κατάρα, μοίρα κακή
τούτ᾿ η λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
η σπλαχνισμένου αγγέλου ευκή
να ξεψυχήσω με τ᾿ όνομά σου;

Έρθης, δεν έρθης, εγώ θα σύρω
ταργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
στην έρμη απάνου πέτρα θα γείρω,
Ίσκιε, στα πόδια σου το κορμί...

Κωστής Παλαμάς

Ανάταση


Από τενάγη πάνω, πάνω από κοιλάδες και πανώρια
όρη, και από τα δάση και τις θάλασσες μα και τα νέφη
πιο πέρα, αλλά και από τον ήλιο που όλο στους αιθέρες γνέφει,
και πέρα απ᾽ των σφαιρών του σύμπαντος τ᾽ αστερωμένα όρια,

ω πνεύμα μου, εκεί υψώνεσαι κι εκεί πετάς μ᾽ ευκινησία,
και σαν δεινός κολυμβητής που χώνεται στο μέγα κύμα
χαρούμενος των άπειρων περάτων αφαιρείς το ντύμα
ξεσκίζοντάς το με άφατη ηδονή και με αντρική λαγνεία.

Πέτα μακριά από τούτα τα φριχτά μιάσματα όσο πάει·
πέτα να εξαγνιστείς στον πιο ψηλό απ᾽ τον ψηλότερο αέρα
και πιές σαν πιόμα απάρθενο, σαν θεικό ποτό εκεί πέρα
το πυρ το καθαρό που τα διαυγή πληροί και αίθρια χάη.

Απ᾽ τις τεράστιες θλίψες πίσω, από την πλήξη, την ανία,
που ρίχνουνε το βάρος τους στην ύπαρξη την ομιχλώδη,
πανευτυχής εκείνος είναι που με φτερωμένο πόδι
εκσφενδονίζεται στα γαληνά και πάμφωτα πεδία·

με σκέψεις όποιος σαν κορυδαλλός πετάει στων διαστημάτων
τις ανοιχτές οδούς κι ελεύθερος τους ουρανούς διαβάζει,
αυτός πλανάρει πάνω απ᾽ τη ζωή και ακόπως μεταφράζει
τη γλώσσα των ανθέων και όλων των αμίλητων πραγμάτων.

Charles Baudelaire

Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες

Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Βύρων Λεοντάρης

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Μικρός Θρήνος


Γράμματα που έγραψε στο βλέμμα τους η αγάπη
Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες
Ο θάνατος σαν ύφασμα σύρθηκε ανάμεσά τους
Έσβησαν έτσι τα λαμπρά τους μάτια σαν λυχνάρια
Το δέρμα τους που ήταν σφιχτό σαν το πανί στον άνεμο
Δεν νιώθει πια τη ζεστασιά που χύνουν τα κορμιά
Σαν ημερομηνίες τα ονόματά τους
Όμως καθώς χαμογελάς χαμογελούν ακόμα
Τα βήματά τους αντηχούν μέσα στα βήματά μας
Και στην καρδιά μας νιώθουμε το χτύπο της καρδιάς τους.

Νάνος Βαλαωρίτης

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ξεχάστε με στη θάλασσα


«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

(ανέκδοτο ποίημα γραμμένο το 1982 λίγο πριν από την έναρξη συγγραφής του σεναρίου της ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα»)
Θεόδωρος Αγγελόπουλος

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Σώπα μη μιλάς!

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή κόψ” τη φωνή σου σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι αργυρός η σιωπή είναι χρυσός. Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: «σώπα». Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε : «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!» Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε: «κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!» Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε. Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια. Ο λόγος του μεγάλου η σιωπή του μικρού. Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο, «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε, «θα βρεις το μπελά σου, σώπα». Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι «Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα» Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει. Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα». Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε : «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα» Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές, με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα. Σώπα ο ένας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω, σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο. Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα». και μαζευτήκαμε πολλοί μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή! Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ. Εύκολα , μόνο με το Σώπα. Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα». Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου και κάν’την να σωπάσει. Κόψ’την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά. Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά. Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες. Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς , χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς» Αχ! Πόσο θα “θελα να μιλήσω ο κερατάς. και δεν θα μιλάς , θα γίνεις φαφλατάς , θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς . Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσα σου. Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου, γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο , με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει: ΜΙΛΑ!….

Aziz Nesin

Ατμόσφαιρα


Η απουσία σου μικραίνει τον ουρανό

Έρχεται φεύγει
Πατά στα νύχια
Ξεκλειδώνει τις πόρτες
Στο ψύχος των μοναχικών χεριών

Τι άσχημα είναι σ’ αυτή την πολική τοποθεσία
Τι άσχημα κλεισμένος μες στο αρκτικό μου σπίτι

Αλέξης Τραϊανός

Υδρία

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

Από τη συλλογή Μικρές μέρες (1973)
Αλέξης Τραϊανός

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων


Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν ασύστολο σαν το νερό
σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο
με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες
τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια
τους σκούρους ελαιώνες του
ερωτευμένους
δροσερούς μέσα στη χούφτα.
Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων
σαν κείται μακρύ κι αδειανό
- να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ -
με τις αναιμικές τριχίτσες του
ανέραστο απ’ το χρόνο
βογκάει, πλήγεται
μισεί την κίνησή του
ξεθωριάζει σταθερά
το αρχικό του μαύρο
ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα
από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά
ώρες μέσα στη σκόνη.
Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο
και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.
Έναν τόπο.
Με τράνταγμα βαρύ.
Θάνατο.
Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του
με θάνατο
στην πλατεία
σαν λύκος με ρύγχος καυτό
ουρλιάζει το «θέλω»
«δεν αντέχω»
«φοβερίζω - ανατρέπω»
«πεινάει το μωρό μου».
Το σώμα γεννάει το δίκιο του
και το υπερασπίζεται.
Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι
φτύνει το κουκούτσι - θάνατο
κατρακυλάει πετάει
ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα
- κίνηση του κόσμου -
στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει
ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους
κι υποφέρει
χάνει τα δόντια του
τρέμει από έρωτα
σκάει η γη του σαν καρπούζι
και τελειώνει.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Ο τελευταίος ερωτικός



Κάθε σταγόνα από σένα
το τέλος του έρωτα
ό,τι έχασα στη ζωή
το ξαναχάνω στα μάτια σου
το φως έγινε τρυπάνι
μες το παράλογο σχήμα
μιας άπιαστης επαφής
όταν στα πόδια χύνεται
το κύμα
το αιώνιο πέλαγος
του ζώου - θανάτου.
Δεν υπάρχει λόγος να ζούμε
τα κόκαλα θα σπάσουν
σαν καλοκαιρινά καλάμια
κι ο μαγνήτης θα γίνει πίσσα
στα λαμπερά να ρίχνει μαύρο.
Το σώμα σου - η Πύλη
έκλεισε, έφραξε
απ' τον πολύ πόνο
κι εγώ καμένος ερημότοπος
τσουρουφλισμένη επιφάνεια
δεν υπάρχω
ενώ διπλασιάζονται οι μέρες
του φορτίου
η άμμος ξύνει
όλο ξύνει την πληγή.
Η καταστροφή είναι π' αρνιέμαι
να καταστραφώ
να σπάσει το πιθάρι
να χυθούν τα μέσα
έξω εκεί
όπου συναντιέται ολόστητος
ο βράχος.
Μες το δωμάτιο
φάνηκαν ξαφνικά τα όριά μου
τα νύχια μου σπασμένα
η σπλήνα μου βαριά τραυματισμένη
κι ο ποταμός που λάτρεψα
σ' άλλη κοίτη κυλάει.
Όλο κι αλλού σκάει
το ρόδι
οι χυμοί που προχωρούσαν
τη ζωή
αλλού λιμνάζουν
απ' την αφθονία στη στέρηση
πετάω, τρομαγμένη νυχτερίδα
η νεότητα
σκοτάδι τα φτερά της.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Καντιανή μεθοδολογία



Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί. Το σκουπιδιάρικο περνάει και καλείται να μαζέψει πέντε μεσήλικες κυρίες που χορεύουν ποντιακά στην Ίωνος Δραγούμη. Ο κυρ Μιχάλης ντουμανιάζει και σκέφτεται τις πουτάνες που σκότωσε με το πριόνι για τα ξύλα της σόμπας. Ένα περιπολικό λέει το ανάποδο σ’ αγαπώ στις τσιγγάνες και μετά το βλέπουμε να καίγεται. Είναι το πιο ωραίο εύφλεκτο υλικό κι όλοι το ξέρουμε. Οι ματάδες κάνουν τσεκ ιν στο άι φον και μία τύπισσα με στραφταλιζέ γατάκι μαλώνει με τον φόρμες για τον φαλλοκρατισμό του και του λέει παιδί μου δεν αλλάζεις σε κάνανε φαλοκράτη εσένα. Το πρώτο έργο του δεύτερου μέρους συμφωνική ορχήστρα του Ντεμπισί. Μπροστά στο Κίνισι Παλλάς περνάνε οι Πακιστανοί με κλειστά μάτια και οι τρύπιοι μιλάνε για τις ενέργειες και τα τσάκρα. Το σούρουπο το κρεβάτι του ψιλικατζή γίνεται ανοιχτό στα κόκαλα του Μαζόχ με μια μυρωδιά από φασολάκια της γειτόνισσας από τον φωταγωγό. Σάρκα του πατρός και της μητρός ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί. Επόμενη στάση δημοτικό πολυϊατρείο και βαρέθηκα αυτό το λεωφορείο. Πνίγομαι. Ο ανάπηρος είναι ενενήντα τοις εκατό, άλλωστε όλες δεν είμαστε ένα ποσοστό και μία μουσουλμάνα θα μου δώσει τα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείο. Το μισό σκοτάδι του κόσμου έρχεται από την ύπαρξη του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Η σύντροφός μου



Υπάρχει αυτή η τεράστια γυναίκα
(Ω, Θε μου είναι όμορφη)
αυτή η τεράστια γυναίκα
που παρ' όλο που είναι όλες οι γυναίκες μαζί,
έχει ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα.
Αυτή η τεράστια γυναίκα
που καμιά φορά έρχεται σε μένα
πολύ νωρίς το πρωί
και μου μαδάει το δέρμα!
«Κυλιόμαστε γύρω στον παράδεισο»
αρκετά μίλια πάνω από τα πεύκα
και δεν υπάρχει χώρος ανάμεσά μας,
αλλά δεν είμαστε Ένα
ή τίποτα τέτοιο.
Είμαστε δυο τεράστιοι άνθρωποι,
δυο αχανή κορμιά
τρυφερότητας και χαράς
με όλες τις απολαύσεις που έχουμε νιώσει
και μεγεθύνει
για να ταιριάξουν με το σχήμα μας.
Όποτε συμβαίνει αυτό
είμαι συνήθως έτοιμος να συγχωρήσω οποιονδήποτε
δεν με αγαπάει αρκετά
συμπεριλαμβανομένου και εσένα, Σαχάρα,
ειδικά εσένα.

Leonard Cohen

Ενοχλημένος αυτό το πρωινό



Ω, ναι. Αυτό.
Γι' αυτό ήμουν τόσο ενοχλημένος
αυτό το πρωινό:
η επιθυμία μου ξαναγύρισε
και σε θέλω πάλι.
Τα πήγαινα μια χαρά,
ήμουν πάνω απ' όλα.
Τα αγόρια και τα κορίτσια ήταν όμορφα
και εγώ ήμουν ένας γέρος που τους αγαπούσε όλους.
Και τώρα σε θέλω πάλι,
θέλω την αποκλειστική προσοχή σου,
το εσώρουχο σου που κυλιέται κάτω
με βιασύνη
κι ακόμα κρέμεται από το ένα πόδι,
και τίποτα στο μυαλό μου
από το να είμαι μέσα,
στο μόνο μέρος που δεν υπάρχει
ούτε μέσα,
ούτε έξω.

Leonard Cohen

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει


Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.
Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
μετά τι τους απομένει;
Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,
γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.
Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
χωρίς φεγγάρι ή άστρο
έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε
αν φύγει ο ένας μας μακριά.

Leonard Cohen

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Αν ήσουν η νύχτα



Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναρριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθειές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται∙
πορτραίτα που δεν ανασαίνουν∙ παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κ’  οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κ’ η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν.

Γιώργος Βαφόπουλος

.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Η παρουσία


Μαρία Νεφέλη : Περπατώ μες στ” αγκάθια μες στα σκοτεινά σ” αυτά που  “ναι να γίνουν και στ” αλλοτινά κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.
Αντιφωνητής: Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν” ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ” αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι αλλού — που μόνο αυτή τ” ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι- χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.
Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. «Ολη την ώρα μου “λεγε «θυμάσαι;» Τί να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα — πώς να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα — κει πού δεν το περίμενα καθόλου. «Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι ολα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν —ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται,το παράκανα. Επειδή —δεν ξέρω— κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι υστέρα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι υστέρα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…
Α. «Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτάδες;» —έτσι μου “λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ’τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.
Μ.Ν. «Έβλεπα τα μάτια του. «“Εβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες. Α. «“Εβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. «Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μ.Ν. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ” απ’την πέτρα.
Α. Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μ.Ν. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.
Α. «Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ — δεν είσαι άξια!
Μ.Ν. «Ω, αν μ” αφήνανε, αν μ’αφήνανε.
Α. Ποιος να σ’αφήσει;
Μ.Ν. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.
Α. Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα κόβεται άπ’τη σκιά του κι αλλού περπατά.
Μ.Ν. Είναι τα λόγια τον άσπρα κι είναι ανείπωτα κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα…
Α. Μα” χε πάρει ολο το πάνω μέρος απ’την πέτρα. Και μαζί μ” αυτήν και τ” όνομα της.
Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ… σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως… αριμνα εφηελ…
Α.«Έλειπε.» Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.
Μ.Ν. αριμνα ΕΦΗΕΛ… εκεί, πάνω σ’αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.
Α. Στ” όνειρο της φαίνεται θα το “χε δει κι αυτό για να το θυμάται.
Μ.Ν. Στ” όνειρο μου, ναι. Σ” έναν ύπνο μεγάλο που θα “ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά, θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ” ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.
Α. «Ενα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μια δω, μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί, πιο ίσιοι απ” ο,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οί χαρταετοί — ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.»Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ” αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.
Μ.Ν. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτον. «Εχω πει στην αγάπη «γιατί» και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. «Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτ’ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματα μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;»Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Όλλανδία τις τουλίπες. Και σ” αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσακι από κολύμπι…Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές —παρασταθείτε μου!
Α. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα δαιμονικά του κόσμου τ’ανεξόρκιστα κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!
Μ.Ν.  Κι απ” τίς φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

Οδυσσέας Ελύτης