Follow by Email

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Η μηλιά


Σε φράκτη τελείωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ‘παιρνε πάλι.
Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια
σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη
κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
-ωι μηλιά-
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

Χρήστος Μπράβος

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Μονοτονία

Τη μια μονότονη ημέρα
άλλη μονότονη, απαράλλαχτη ακολουθεί
Θα γίνουν τα ίδια πράγματα,
θα ξαναγίνουν πάλι.
Οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε
και μας αφήνουν.

Μήνας περνά
και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται,
κανείς εύκολα τα εικάζει.
Είναι τα χθεσινά, τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια,
σαν αύριο να μη μοιάζει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Το μαρτύριο



Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο

και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου

και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

Μίλτος Σαχτούρης

Αγάπη


Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Δ' Θριαμβικό

Love is not love
which alters when it alteration finds
or bends with the remover to remove
Σαίξπηρ, Sonnet 116
Δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με κάθε σκούντημα παραστρατεί
(μτφρ. Β. Ρώτας)

Αν κάποτε πεθάνω,
μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»:
εσύ θα με 'βρεις στην αναπνοή του αγέρα
στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.
Αν κάποτε πεθάνω,
μη διαβάσεις ποτέ το όνομά μου σε πέτρα:
εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
και στην επιμονή του ήχου της βροχής.
Αν κάποτε πεθάνω,
μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε:
σκέψου πως θα σε περιμένει,
σ' άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου.

Από τη συλλογή "Επέκεινα", 1970
Μαρία Λαϊνά

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Τώρα είναι απλώς θεατής

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται
Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς
Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος
Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη
Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες
Ἔρχονται οἱ ἁγνοί, οἱ ἀνυπόκριτοι.
Οἱ βιαστές, οἱ ἀμέτοχοι, οἱ παρθένοι.
Οἱ πονηροὶ συνδαιτυμόνες, οἱ ἀθῶοι
Οἱ ληξίαρχοι τῶν ἡμερῶν μας
Ἔρχεται τὸ μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στοὺς πίδακες τῶν πρόσχαρων νερῶν.
Ἔρχονται οἱ τελευταῖες προδιαγραφές

Μὰ τώρα αὐτὸς εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀνώνυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὰν ἕτοιμος νεκρὸς
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται.
(Νὰ ξέρεις πάντα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς)

Μανόλης Αναγνωστάκης

Όλα έχουν αποδελτιωθεί

Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει
για την αγωνία της εποχής το αδιέξοδο
την απανθρωπία του αιώνα
τη χρεωκοπία των ιδεολογιών τη βαρβαρότητα της μηχανής
για δίκες για ρήγματα για φράγματα
για ενοχές για γρανάζια
όλα έχουν κωδικοποιηθεί
ταξινομηθεί
αποδελτιωθεί

1975
Μανόλης Αναγνωστάκης

Ήτανε νέοι


Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Τα βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια,
και σβάρνα ολημερίς στις γειτονιές
αχ! τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιές
σφιχτά που φυλάξαν τα τίμια λόγια

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Δεν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
έναν δε δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Μανόλης Αναγνωστάκης

Το σκάκι

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Μεταμέλεια



Ἀπόψε εἰπα πὼς μ’ εἶχες πιὰ κερδίσει,
ποὺ ρόδισαν οἱ πόθοι μου ὅλοι ἀνθοί∙
μὰ πρὶον ἤ ὁ ἀλέκτωρ τρίς φωνήσῃ
Κύριέ μου, σὲ εἶχα πάλι ἀπαρνηθῆ!

Μὲ κουφοκαῖνε ἀκόμη πάθη, μίση –
δέν ἔχουν οἱ ἁμαρτίες μου πιὰ σωθῆ;
Τῆς χάρης σου ἀν ἀνοίξῃ μόνο ἡ βρύση,
τότε κ’ ἡ ὑδρία μου ἴσως πληρωθῇ!..

Τὸ τί ἐμαρτύρησα ἀπ’ τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἄδεια ἄφησα τὴ νυφική μας κλίνη
κι ἀρνήθηκα στὰ μάτια νὰ σὲ δῶ!

Κοίταξε, ἄν δέν πιστεύῃς, τὶς πληγές μου!
Δώσ’μου τὸ χέρι σου... νά, ἐδῶ κ’ ἐδῶ!..
Λοιπόν; Μ’ ἀναγνωρίζεις τώρα; Πές μου!

1907
Μελισσάνθη

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Ο ήλιος του απογεύματος




Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή
για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε
γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

A η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.

Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί·
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ώς τα μισά.

...Aπόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
για μια εβδομάδα μόνο ... Aλλοίμονον,
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Κ.Π.Καβάφης

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Αϋπνία


Δεν κοιμάμαι, κι ούτε περιμένω να κοιμηθώ.
Ούτε στο θάνατο περιμένω να κοιμηθώ.
Με περιμένει μια αϋπνία του πλάτους των άστρων
κι ένα άχρηστο χασμουρητό του μήκους του κόσμου.

Δεν κοιμάμαι.δεν μπορώ να διαβάζω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
Δεν μπορώ να γράφω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
Δεν μπορώ να σκέφτομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα-
Θεέ μου,ούτε μπορώ να ονειρεύομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα!

Α, το όπιο του να είσαι κάποιος άλλος!

Δεν κοιμάμαι,κείμαι, ξύπνιο πτώμα, κι αισθάνομαι,
Και η αίσθησή μου είναι μια άδεια σκέψη.
Περνάν από μένα,αναστατωμένα,πράγματα που μου συνέβησαν
-Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου.
Περνάν από μένα ,αναστατωμένα,πράγματα που δε μου συνέβησαν
-Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου.
Περνάν από μένα,αναστατωμένα,πράγματα που δεν είναι τίποτα,
Και γι'αυτά ακόμα μετανιώνω,κατηγορώ τον εαυτό μου,δεν κοιμάμαι.

Δεν έχω το σθένος για να έχω τη δύναμη για ν'ανάψω ένα τσιγάρο.
Κοιτάω το μπροστινό τοίχο του δωματίου σαν νά'ταν το σύμπαν,
Εκεί έξω είναι η σιωπή όλου αυτού του πράγματος.
Μια μεγάλη σιωπή τρομακτική σε κάποια άλλη περίσταση,
Σε κάποια άλλη περίσταση στην οποία να μπορούσα να αισθάνομαι.

Γράφω πράγματι συμπαθητικούς στίχους-
Στίχους που λένε πως τίποτα δεν έχω να πω,
Στίχους που επιμένουν να το λένε,
Στίχους,στίχους,στίχους,στίχους,στίχους...
Τόσους στίχους...
Και η αλήθεια ολόκληρη,κι η ζωή ολόκληρη έξω απ'αυτούς κι από μένα!

Νυστάζω,δεν κοιμάμαι,αισθάνομαι και δεν ξέρω πού να αισθάνομαι.
Είμαι μια αίσθηση χωρίς ανάλογο άνθρωπο,
Μια αφαίρεση αυτοσυνείδησης χωρίς το τίνος,
Εκτός από το αναγκαίο για να αισθάνομαι συνείδηση,
Εκτός από-εκτός από δεν ξέρω τι...Δεν κοιμάμαι,δεν κοιμάμαι,δεν κοιμάμαι.
Τι μεγάλη νύστα σ'όλο το κεφάλι και πάνω στα μάτια και την ψυχή!
Τι μεγάλη νύστα σε όλα,παρά στο να μπορέσω να κοιμηθώ!

Ω ξημέρωμα,τόσο αργείς...Έλα...
Έλα μάταια, να μου φέρεις άλλη μέρα όμοια μ'αυτήν,κι έπειτα άλλη νύχτα όμοια μ'αυτήν...
Έλα να μου φέρεις τη χαρά μιας τέτοιας θλιβερής ελπίδας.
Γιατί είσαι πάντα χαρούμενο,και πάντα φέρνεις ελπίδες,
Σύμφωνα με την παλιά λογοτεχνία των αισθήσεων.

Έλα,φέρε την ελπίδα,έλα,φέρε την ελπίδα.
Η κούρασή μου χώνεται μέσα στο στρώμα.
Πονάει η πλάτη μου επειδή δεν είμαι ξαπλωμένος πλάγια.
Αν ήμουν ξαπλωμένος πλάγια θα πονούσε η πλάτη μου από το πλάγιο ξάπλωμα.

Έλα,ξημέρωμα,φτάσε!τι ώρα είναι;Δεν ξέρω.
Δεν έχω δύναμη για ν'απλώσω ένα χέρι στο ρολόι,
Δεν έχω δύναμη για τίποτα,για τίποτα πια...
Μόνο για τους στίχους τούτους,γραμμένους την άλλη μέρα.
Ναι,γραμμένους την άλλη μέρα.
Όλοι οι στίχοι γράφονται πάντα την άλλη μέρα.

Απόλυτη νύχτα,απόλυτη σιγή,εκεί έξω.
Ειρήνη σ'όλη τη Φύση.
Και η Ανθρωπότητα αναπαύεται και ξεχνά τις πίκρες της.
Ακριβώς.
Η Ανθρωπότητα ξεχνά τις χαρές και τις πίκρες της.
Αυτό συνήθως λέγεται.
Η Ανθρωπότητα ξεχνά,ναι,η Ανθρωπότητα ξεχνά,
Αλλά και ξύπνια η ανθρωπότητα ξεχνά.
Ακριβώς.Αλλά εγώ δεν κοιμάμαι.

Fernando Pessoa (Alvaro de campos)


Ποίημα σε ευθεία γραμμή


Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να τον τσάκισαν στο ξύλο.
Όλοι μου οι γνωστοί υπήρξαν πρωταθλητές σε όλα.
Εγώ, τόσες φορές χυδαίος, φαύλος κι ελεεινός,
τόσες φορές αδιαφιλονίκητα παράσιτο,
ασυγχώρητα βρόμικος,
εγώ που τόσες φορές δεν είχα την υπομονή να κάνω μπάνιο,
εγώ που τόσες φορές υπήρξα γελοίος, παράλογος,
που πεδικλώθηκα δημοσίως στα χάλια των καλών τρόπων,
που υπήρξα γελοίος, τσιγκούνης, υποταγμένος κι υπερόπτης,
που υπέφερα ταπεινώσεις σιωπηλά,
που όταν δεν σιώπησα ήμουν ακόμη πιο γελοίος,
εγώ που υπήρξα κωμικός για τις καμαριέρες,
εγώ που αισθάνθηκα το κλείσιμο του ματιού των κλητήρων,
εγώ που διέπραξα αίσχη οικονομικά, ζητώντας δανεικά
χωρίς να τα ξεπληρώσω,
εγώ, που σαν ήρθε η ώρα της τιμωρίας, κρύφτηκα
πέρα απο τη δυνατότητα της τιμωρίας,
εγώ που υπέφερα την αγωνία των μικρών ασήμαντων
πραγμάτων,
διαπιστώνω πώς δεν υπάρχει όμοιος μου στον κόσμο.
Όλος ο κόσμος που γνωρίζω και μιλάει μαζί μου
ποτέ δεν διέπραξε μια γελοία πράξη, ποτέ δεν ταπεινώθηκε,
δεν υπήρξαν παρά πρίγκιπες-όλοι τους πρίγκιπες-στη
ζωή...
Και τι δεν θα 'δινα για ν'ακούσω την ανθρώπινη φωνή
κάποιου
να εξομολογείται όχι μια αμαρτία αλλά μια παλιανθρωπιά,
να διηγείται όχι μια βιαιότητα αλλά μια δειλία!
Όχι, όλοι τους είναι το Ιδανικό αν ακούσω τι μου λένε.
Ποιός σ'αυτό τον απέραντο κόσμο θα μου εξομολογηθεί
ότι μια φορά υπήρξε ελεεινός;
Ω πρίγκιπες, αδέλφια μου,
Άει στο καλό, βαρέθηκα τους ημίθεους!
Που υπάρχουν άνθρωποι σ'αυτό τον κόσμο;
Λοιπόν μονάχα εγώ είμαι ο ελεεινός κι ο λάθος σ'αυτή τη
γη;
Μπορεί οι γυναίκες να μην τους αγάπησαν,
μπορεί να τους πρόδωσαν-αλλά ποτέ τους δεν υπήρξαν
γελοίοι!
Κι εγώ, που υπήρξα γελοίος χωρίς να με προδώσουν,
πώς μπορώ να μιλώ με τους ανωτέρους μου χωρίς να
τρέμω;
Εγώ, που υπήρξα ελεεινός, στην κυριολεξία ελεεινός,
ελεεινός με την ταπεινή και ποταπή έννοια της
ελεεινότητας.

(ετερώνυμο του Fernando Pessoa)
Alvaro de Campos

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Υπερασπίζομαι την Αναρχία


Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ' του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν' αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ' τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ' ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ' την αρχή.
Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ.

Κατερίνα Γώγου

Οδηγίες-παραδείγματα για το πώς να νιώσετε φόβο



Σ’ένα χωριό της Σκοτίας πουλάνε βιβλία που έχουν μία σελίδα λευκή σκορπισμένη σε κάποιο βιβλίο του τόμου. Αν κάποιος αναγνώστης ανοίξει το βιβλίο σ’αυτή τη σελίδα, όταν το ρολόι χτυπήσει τρεις το απόγευμα, πεθαίνει.

Στην πλατεία Κιρινάλ, στη Ρώμη, υπάρχει ένα σημείο, που γνώριζαν οι μυημένοι μέχρι τον 19ο αιώνα, απ’ όπου, στο φως της πανσέληνου, φαίνονταν πως κινούνταν ελαφρά τα αγάλματα των Διόσκουρων που παλεύουν με τα αφηνιασμένα τους άλογα.

Στο Αμάλφι, εκεί που τελειώνει η παραλία, υπάρχει μία προβλήτα που εισχωρεί στη θάλασσα και στη νύχτα. Λίγο πιο πέρα απ’το τελευταίο φανάρι, ακούγεται το γάβγισμα ενός σκύλου.

Ένας κύριος απλώνει την οδοντόπαστα στο βουρτσάκι του. Ξαφνικά, βλέπει, ξαπλωμένη ανάσκελα, μια μικροσκοπική μορφή γυναίκας, από κοράλλι ή ίσως από ψίχα βαμμένου ψωμιού.

(Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα)
Julio Cortasar