Follow by Email

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Θεός μου φαίνεται..


Θεός μου φαίνεται στ΄ αλήθεια εμένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει
και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
σου τ΄ ορκίζομαι" γιατί μόλις που πάω να
σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
μες στο στόμα η γλώσσα μου
στεγνώνει" πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι
ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα
βουίζουν τ΄ αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας
το κορμί μου περιχάει" τρέμω σύγκορμη αχ
και πρασινίζω σάν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόμη"
λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω.


(μτφρ: Οδυσσέας Ελύτης)
Σαπφώ

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

ένταση


ο είμαι έκρινε, ο έχω κατήγγειλε, ο ορίζω κυνήγησε, ο θέλω γκρέμισε, ο είμαστε έδεσε, ο νιώθω θανάτωσε, ο υπόλοιποι έθαψε, ο λάμπω ανέστησε, ο όλοι πανηγύρισε, ο καθένας χάθηκε, ο καθένας βίωσε

(Περ όπερ λεκ)
Άγγελος κυρίου

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Το τελευταίο ποίημα


Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί
Έχω τόσο πολύ βαδίσει, τόσο πολύ μιλήσει,
Τόσο πολύ αγαπήσει τη σκιά σου,
Που δεν μου μένει πια τίποτε από σένα.
Μου μένει να είμαι η σκιά μες στις σκιές
Να είμαι εκατό φορές πιο σκιά κι απ’ τη σκιά
Να είμαι η σκιά που θα έρθει και θα ξαναρθεί
μέσα στην ηλιοφώτιστη ζωή σου

Robert Desnos 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Φρόντισε


Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Άρης Αλεξάνδρου

Υποσημείωση

Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος

Άρης Αλεξάνδρου

Μέσα στις πέτρες


Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.

Άρης Αλεξάνδρου

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Διάλογοι


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

__ Θάνατε, που περνάς σαν ρεύμα μες΄ απ΄ τις στιγμές,
κι΄ αν λέγεσαι Σήμερα
κι΄ αν Αύριο
κι΄ αν Χτες:
δεν αγνοούμε.
Της φύσεως την κυκλοθυμία,
τη φρίκη των αναμνήσεων
τη φρίκη του τι επράξαμε
και των προσώπων μας το κλαίον βάθος,
δεν αγνοούμε.
Μας μένει να συνεχιστεί αυτό το πράγμα,
χωρίς να θέλουμε,
χωρίς να μη θέλουμε.
Φωτοχυσία στο κενό τα όνειρά μας.
__ Με δειλινά δάκρυα
υποδέχομαι τα λόγια σου.
Το πνεύμα σου προεξοφλεί,
κινείται διαγωνίως.
Δεν είδες τα ωραία δίπλα σου
στο φοβερότερο πέσιμο;
Να γυρίζεις - αυτό είναι το θαύμα -,
με κουρελιασμένα μάτια,
με φλογωμένους κροτάφους απ΄ την πτώση,
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είν’ η αιτιότητα,
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι΄ όμως
στη χειμωνιάτική γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ΄ τα΄ άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

__ Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα _
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

__ Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της
ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου
σ΄ αυτά τα έρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τα πουλιά.
Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος.
__ Προσμένω
μια βαθύτερη χαρά από σένα.
Φιλαμαρτήμων κήπος η καρδιά σου
έλα και φέρε τους καρπούς.
Ολόκληρος να ομολογήσεις.
Χωρίς την ομολογία τι κοστίζει η τέχνη;
( Ίσως, και τι η ψυχή … )
Ο δούλος του θεού
προς όλους τους ανθρώπους:

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

__ Η αγωνία μου υψώνεται
ως τα εδελβάϊς άνθη.
Δεν έχω την ετοιμασία μέσα μου
για κατορθώματα.
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Είναι αλήθεια
πως μας έστειλες το γυιό σου
ή μήπως εκλύεται η φαντασία μας έτσι;
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Θεέ μου, διδάσκεται ο Σαίξπηρ στον παράδεισο;
Και συ αδελφέ μου
άνοιξες την αυλαία
για να με δουν αιχμάλωτο.
Δεν είμαι έτοιμος.
__ Αποθέσαμε το μέλι στ χείλη μας.
Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ,
η φωτιά που μας καίει δεν είναι του κόσμου.
Έρχεται
με της Αποκαλύψεως τα λόγια …
Υιέ του Θεού ρίξε κι΄ άλλη φωτιά
για τη διεστραμμένη γενεά.
Ιησού Χριστέ,
ανάτειλε,
αυστηρός,
ανείπωτος,
υπέρτερος της πίστεως.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

__ Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου.
Ποτίζω με δάκρυα τη γη
μετά τόσους καιρούς
ολοήμερα κ΄ εγώ.
Σήμερα το να είσαι άνθρωπος
ζυγίζεται με τα δάκρυα,
Ζητώ μια νέα γραφή για το μέσα κόσμο.
Πάσχω για ένα χαμόγελο του πλησίον
ελεύθερο από όλα τα αισθήματα.
Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου,
εκεί που το χαμόγελο πλέκεται
με το φως του ήλιου,
δίχως ρίζα πουθενά.
__ Κύριε, απ΄ τα μαύρα νέφη του χειμώνα
κι΄ απ΄ τις εικόνες των ναών,
απ΄ τα ολόχρυσα στάχυα των κάμπων
και απ΄ της θάλασσας το έρεβος,
από κάθε ομορφιά να εγερθείς
μ΄ ευθεία ορμή προς την καρδιά του,
γιατί μες΄ στη δική μου καρδιά
ποτέ δε θα σε συναντήσει.
Μην επικαλείσαι τον πόνο, αδελφέ μου,
όταν δεν έχεις μυστήριο στη θέληση.
Δείξε μου το μέσα πράγμα.
Δεν είναι να τεντώσουμ΄ ένα τόξο στη ζωή,
δεν είναι να μιλήσουμε σε γλώσσα πολέμου.
Έχασες το παιχνίδι του πόνου
αν μείνεις
μες΄ στων δισταγμών τα παγερά φώτα.
Ωστόσο, κράτησε στην ψυχή σου την αγάπη.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

__ Δεν έχω πια λύση καμιά.
Και κουβεντιάζω με τους δρόμους
σε γλώσσα που κ΄ εγώ δεν ξέρω.
Όμως, η περιέργεια με κρατά στη φοβερή γιορτή,
μεγάλη περιέργεια, ομολογουμένως,
να δω πως δεν υπάρχει λύση ως το τέλος.
Για την αγάπή κ.τ.λ.
έχω
συμφωνήσει.
Δεν μπορώ
να βάλω την πίστη ανάμεσα
στον πόνο και στην αιωνιότητα.
Τρίβονται τα όνειρά μου
σαν φύλλα του φθινοπώρου
που πέφτουν αθώα
και τα πατούμε.
__ Τα όνειρα,
βλαστοί στο στήθος,
κλήματα μες΄ στην καρδιά.
τα όνειρα …
Διαιώνια εκδικούνται το χώμα
σκοτώνοντας εμάς.
Οι νέες δροσοσταλίδες κάθισαν στα φύλλα,
χύθηκε το αίμα του θεού.
Οι νέες αισθήσεις δόθηκαν.
Μη στέκεις στο προαύλιο του ναού
με μάτια μόνο.
Άτονα τα χέρια σου τώρα,
υψώνονται, υψώνονται αύριο,
μονάχα μην πέσεις όταν το φως
ανάμικτο με άπιαστη φωνή
και λυπημένη
σε σταματήσει:
« Γιατί με πολεμάς ; »
( η ερώτηση διαρκεί )


Νίκος Καρούζος

Κοπέλα στις κυλιόμενες

Καθώς πηγαίνω προς τις κυλιόμενες
Είναι μπροστά μου
Ένας νεαρός με μια όμορφη κοπέλα
Η κοπέλα φοράει κολλητό παντελόνι και μπλούζα.
Καθώς ανεβαίνουμε βάζει το ένα πόδι
Στο πιο πάνω σκαλί κι ο πισινός της
Προβάλλει υπέροχα.
Ο νεαρός κοιτάζει γύρω του
Φαίνεται ανήσυχος
Κοιτάζει εμένα
Εγώ κοιτάζω αλλού.
Όχι, ρε φίλε, δεν κοιτάζω τον πισινό της κοπέλας σου,
Μη φοβάσαι, τη σέβομαι και σέβομαι και σένα
Εδώ που τα λέμε, σέβομαι τα πάντα, τα λουλούδια, τις κοπέλες
Τα παιδιά, τα ζώα, το ακριβό μας Σύμπαν το περίπλοκο, τους πάντες και τα πάντα.

Καταλαβαίνω πως ο νεαρός νιώθει καλύτερα και χαίρομαι γι’ αυτόν.
Ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά του: η κοπέλα έχει ητέρα και πατέρα και ίσως αδερφή και αδερφό
Και σίγουρα ένα μάτσο αντιπαθητικούς συγγενείς
Και της αρέσει να χορεύει και να φλερτάρει και της αρέσει να πηγαίνει σινεμά και καμιά φορά
Μιλάει με γεμάτο το στόμα και
Της αρέσουνε χαζές εκπομπές και νομίζει πως είναι ταλαντούχα ηθοποιός και
Δεν είναι πάντοτε τόσο όμορφη και
Τσαντίζεται εύκολα και καμιά φορά κάνει σαν τρελή
Και μπορεί να μιλάει για ώρες στο τηλέφωνο και θέλει να πάει το καλοκαίρι στην Ευρώπη
Και θέλει να της πάρεις μια Μερσεντές και είναι ερωτευμένη με
Τον Μελ Γκίμπσον και η μάνα της είναι
Μπεκρού κι ο πατέρας της ρατσιστής
Και καμιά φορά αν πιει πολύ
Ροχαλίζει και συχνά είναι ψυχρή στο σεξ και
Έχει για γκουρού έναν τύπο που γνώρισε τον Χριστό
Στην έρημο το 1978 και θέλει να γίνει χορεύτρια κι είναι άνεργη και
Παθαίνει ημικρανίες όποτε τρώει
Ζάχαρη ή τυρί.

Τον βλέπω που τη συνοδεύει
Ανεβαίνουν μαζί τις κυλιόμενες, το μπράτσο του
Προστατευτικά γύρω από τη
Μέση της, πιστεύει πως είναι
Τυχερός, πιστεύει πως είναι
Μοναδικός, πιστεύει πως
Κανείς στον κόσμο δεν έχει
Αυτό που έχει εκείνος.

Κι έχει φριχτό
Δίκιο, με το μπράτσο
Γύρω από αυτό το ζεστό μάτσο
Έντερα
Κύστεις
Νεφρά
Πλεμόνια
Άλατα
Θείο
Διοξείδιο του άνθρακα
Και
Φλέμματα.

Γαμώ
Τις τύχες.

Charles Bukowski

Τί εἶπα κάποτε σ᾿ ἕναν ἱπτάμενο


Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...

[Χορταριασμένα Χάσματα, 1974]
Νίκος Καρούζος

Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας



Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.

Νίκος Καρούζος

Ρωγμές


Πάλι στοὺς δρόμους ὁποὺ ζήσαμε τὴν προσωπίδα
κόκκινη μὲ σταλαγματιὲς χρυσοῦ
τέτοια περιπέτεια τέτοια ὡραία ἐλπίδα
μέσ᾿ στὶς συνέχειες τῶν ὀνείρων ἔχω τὸν ἀμνὸ
δὲν πιστεύω στὰ ποτάμια ὁλοένα τρέχουν
δὲν πιστεύω στὰ φύλλα ὁλοένα πέφτουν
εἶναι θεία ἔνδον αἰθάλη π᾿ ἀλλάζει τὶς ὁράσεις
κι ὁ θάνατος βαθαίνει τὴν τέφρα.

Νίκος Καρούζος

Αἴφνης



Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Νίκος Καρούζος

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Άτιτλο


Όταν δεν ξέρω, δεν ξέρω,
χωρίς εσένα, χωρίς εσένα, χωρίς Εσύ,
έρχονται τότε όλοι αυτοί,
οι
αυτοαποκεφαλισμένοι, που
ισόβια ανεγκέφαλοι τη φυλή
των Χωρίς - Εσύ
υμνούσαν:
Αshrej,
μια λέξη δίχως νόημα,
μεταθηβετιανή,
της Εβραίας
Αθηνάς
Παλλάδας
στις κρανοφόρες
ωοθήκες πιτσιλισμένη ,
κι όταν αυτός ,
αυτός,
έμβρυο,
δενδεν των Καρπαθίων αρπίζει,
τότε στο κοπανέλι
δαντέλα πλέκει
η Αλλεμάντα
το αθάνατο
τραγούδι
που ξερνοβολά.

Paul Celan


* από το Poiein.gr: Σχόλια
1. [Αshrej ] , Εβραϊκά : ‘’σωτηρία ‘’. Λέξη με την οποία ξεκινούν πολλοί βιβλικοί ψαλμοί . Η γερμανική εκδοχή ‘’ Heil ‘’ απευθύνονταν στον Χίτλερ.
2. [των Καρπαθίων ]. Η Μπουκοβίνα , ιδιαίτερη πατρίδα του Celan στο βορειοανατολικό άκρο των Καρπαθίων , έπαψε να υπάρχει μετά την μετεγκατάσταση του γερμανικού και την θανάτωση του εβραϊκού πληθυσμού της.
3. [Αλλεμάντα ] . Γαλλικά : η Γερμανίδα ( Αllemande ).
4. Ο Celan δεν έχει σε όλο του το έργο αποκαλέσει ονομαστικά την Γερμανία ή τους κατοίκους της , εκτός από δυο φορές ΄ η μια από αυτές είναι στη “Φούγκα του Θανάτου' ο στίχος ' ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία “.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Ιντερμέδιο

«Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα
όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους»

Federico Garcia Lorca

Εραστές δολοφονημένοι από μία πέρδικα

(απόσπασμα)
Αφιέρωμα στον Γκύ ντε Μωπασάν

 – Ήταν πολύ απλό. Αγαπιούνταν πάνω από όλα τα
μουσεία.
Χέρι δεξί,
με χέρι αριστερό.
Χέρι αριστερό,
με χέρι δεξί.
Πόδι δεξιό,
με πόδι δεξιό.
Πόδι αριστερό,
με σύννεφο.
Κόμη,
με πατούσα του ποδιού.
Πατούσα του ποδιού
με μάγουλο αριστερό.
Ω αριστερό μάγουλο! Ω βορειοδυτικό από κα-
ραβάκια και μυρμήγκια από υδράργυρο! Δώσε μου το
μαντίλι, Γενοβέφα, θα κλάψω… Θα κλάψω μέχρι που
από τα μάτια μου να βγει ένα πλήθος από αμάραντα…
Ξαπλώναν.
Δεν υπήρχε θέαμα άλλο πιο τρυφερό…
Με ακούσατε;
Ξαπλώναν!
Μηρός αριστερός
με μπράτσο αριστερό.
Μάτια κλειστά,
με νύχια ανοιχτά.
Μέση, με αυχένα,
και με ακτή.
Και τα τέσσερα αυτάκια ήταν τέσσερις αγγέλοι
στο καλυβάκι του χιονιού. Θέλονταν. Αγαπιούνταν.
Παρά το Νόμο της βαρύτητος. Η διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα σε ένα αγκάθι από ρόδο και μια Star είναι πα-
νεύκολη.
Όταν το ανακάλυψαν αυτό, έφυγαν στην εξοχή.
Αγαπιούνταν.
Θεέ μου! Αγαπιούνταν μπροστά στα μάτια των
χημικών.
Πλάτη, με χώμα,
χώμα με γλυκάνισο.
Σελήνη, με ώμο κοιμισμένο.
Και οι μέσες τους διασταυρώνονταν με ένα θό-
ρυβο από γυαλιά.
Είδα εγώ να τρέμουν τα μαγουλά τους όταν οι
καθηγητές του Πανεπιστημίου τους έφερναν χολή και
ξύδι σ’ ένα μικρούλικο σφουγγάρι. Πολλές φορές έπρεπε
να τρομάξουν τα σκυλιά που στέναζαν στους λευκότα-
τους κισσούς του στρώματος. Αλλά εκείνοι αγαπιούνταν.

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα,
ή,
ένας άντρας
κι ένα κομματάκι γης,
ένας ελέφαντας
κι ένα μωρό,
ένα μωρό κι ένα βούρλο.
Ήταν δυο νεαροί λιπόθυμοι
κι ένα πόδι από νίκελ.
Ήταν οι βαρκάρηδες!
Ναι.
Ήταν οι τρομεροί βαρκάρηδες του Γουαδιάνα
που τσακίζουν με τα κουπιά τους όλα τα ρόδα του κό-
σμου.
Ο γερο-ναυτικός έφτυσε το ταμπάκο από το
στόμα του κι έβαλε μεγάλες φωνές για να τρομάξει τους
γλάρους. Μα ήταν πια υπερβολικά αργά.
Όταν οι γυναίκες πενθούσες έφτασαν στο σπίτι
του Κυβερνήτη αυτός έτρωγε ήσυχα πράσινα μύγδαλα
και κρύα ψάρια σ’ ένα εκλεκτό πιάτο από χρυσό. Ήταν
προτιμότερο να μην έχουν μιλήσει μαζί του.
Στις νήσους των Αζορών.
Σχεδόν δεν μπορώ να κλάψω.
Έριξα δυο τηλεγραφήματα, αλλά δυστυχώς
ήδη ήταν αργά.
Πολύ αργά.
Μονάχα ξέρω να σας πω πως δυο παιδιά που
περνούσαν στην άκρη του δάσους, είδαν μια πέρδικα
που της έσταζε μια κλωστούλα αίμα από το ράμφος.
Αυτή είναι η αιτία, αγαπητέ μου καπετάνιε, της
παράξενης μελαγχολίας μου.


 (Ποιήματα σε Πρόζα,μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015)
Federico Garcia Lorca

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Θερινά Παράπονα


«Ένα πιτσιρίκι είμαι κατηφό
που κοιτάει τον θεό 
και δεν τον βλέπει
σε λάσπη γεννήθηκα 
έναν οκτώβρη στυφό»

Ι.
μια μετανάστρια μόνο
στις άγνωστες ηπείρους
να χαθώ μία μέρα
χωρίς ήλιο με αποτρέπει

ΙΙ.
στα φώτα κλείνομαι
σε άλλων έργα να κουρνιάσω
να σου γλείφω τις πληγές
ώστε τα μέσα μου να ησυχάσω

το αίμα μου να καίγεται
σαν δηλητήριο
και η μύγα να με τριγυρίζει
παράλογο ησυχαστήριο

μια αιωνιότητα που δεν φτάνει
στο μυαλό μου το μικρό
που κλείνεται σφιχτά και πιάνει
ένα όνειρο σκοτεινό

και με τρομάζω μόνο όταν σε βρω
θα ησυχάσω και τη μύγα τη ρημάδα
θα την πιάσω και θα την κλείσω
μες στην παλάμη μου θα τη φωλιάσω
θα γίνει το άπειρο το τίποτα
άγνωστο γνωστό

ΙΙΙ.
να το ξενοδοχείο Ξενοφών
κι ο ουρανός είναι ροζ
όχι είναι μαύρος
τα παπούτσια σου μυρίζουνε
σαν γαύρος
και στα μάτια σου λάμπει συγνεφιά
τίποτα δεν αλλάζει για δεύτερη φορά
μόνο τα καρτελάκια στα καταστήματα
όχι είναι μαύρος
λες και οι μέρες είναι φτιαγμένες από χάλυβα
δεν μπορούμε να ζήσουμε
με τη μιζέρια στα δάχτυλα
μια Εγνατία από φόβο
μία στοργική του μίσους κατάντια

ο ουρανός δεν ήταν ποτέ ροζ
τα χιαστά πόδια στα σκοτάδια
πλέκουν το χρήμα με αίμα συνεπές
δεν ήταν ποτέ καθαρά
μη βλέπεις το ελληνοπρεπές

στο ξενοδοχείο Ξενοφών
ο ουρανός είναι μαύρος


ΙV.
τα χέρια του μυρίζουν λιβάνι κι αίμα
να τον φάτε ρε τον μαλάκα
και να του γράψετε στο δέρμα
της ιστορίας τα γράσα τα χρονικά
του τρόμου για τη σιδερομάσα
όταν οι σταυροί καρφώνουν
στο λαιμό μια μετανάστρια

V.
κάνε μου ένα χάζι
θέλω να μάθω
να ξεμένω από μιζέρια
κι αν στους παλμούς σου
ένα απομεσήμερο
με αφήσεις να κρυφτώ
τα υγρά των κάμπων ψηλαφιστά
στον κόσμο του κορμιού σου θα ψάξω
να χυθώ μέσα
σαν έκκλητο παράσιτο
να ανακατευτώ
ώσπου κάπου στα μισά
να προλάβεις να με πάρεις του απείρου
πριν σαν κομήτης
σβήσω και μηδενιστώ

VI.
Ακαιοβάτης

σε ένα σούρουπο
άπλωσε πούπουλα να γίνουν φράγκα
κι έκλαιγε ολημερίς κι ολονυχτίς
μέχρι να περάσουν χίλια βράδια
να του καεί η ψυχή ως τα άκρα
ώσπου άνοιξε μία ευαισθησία
τα χαρτιά της ένα-ένα μαύρα
και του έκλεισε τα μάτια
τον πήρε ο ύπνος βαριά
σε έναν χορό σε βάτο ανάποδα
σχοινιά κουβάρια
ξύθηκε το βασίλεμα
και δεν υπήρχε κανείς να μετρήσει
των φυτών γύρω του ακαιοβάτη
τα απειλητικά κουφάρια


Αντιγόνη Ηλιάδη

Νατουραλισμός

η οδύσσεια
εύθραυστη αντίδραση
εναντίον τ'ουρανού
"δεν θα είμαι
ποτέ ξανά ασφαλής"
εκτός κοινωνίας η θάλασσα
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι

Αντιγόνη Ηλιάδη

Ερωτικό


Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνια μάτια σου.
Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.
Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.
Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
μες απ' το βλέμμα σου
ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.
Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.
Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ' αγαπάω.
Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.

Pablo Neruda