Follow by Email

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Το από μέσα έξω φαινόμενο

κάτσε πάνω στα μάτια μου αγαπημένε μου
κάτσε σαν μύθος
δεν είναι εγώ είναι το μέτωπο και οι αγκώνες μου
μία ένωση απροσδιόριστου είδους
με συγκινεί το ζωικό άρωμα των μασχαλών σου
χάιδευέ με κι από μέσα κι έξω και γύρω τριγύρω
άσε με να ξέρω πού γαργαλιέσαι
κι εδώ κι εδώ κι εκεί
μην ασφαλίζεις το κορμί σου λέμε
άσε τους δισταγμούς για μια παράλληλη ζωή
που θα σε κάνει λιγότερο ευτυχισμένο
κι είσαι ένα παιδί αίσιο κι έρημο
και σε ευχαριστώ  που συνέχεια
για μένα γεννιέσαι κι υπάρχεις και μειώνεις
την επιστροφή στο μυστικό σκοτάδι
κι είμαι μέσα στο μάτι σου
είμαι το μάτι η κόρη
και η περιφερειακή οδός του προσώπου σου
οι γωνίες των τριχών
των ανθρώπων ξανθωπών γενιών σου
σε σκέφτομαι σαν ξύνω τα μάτια μου αγαπημένε
και σχηματίζονται καμπύλες στο κενό από τον ήλιο
που ήσουν εσύ στο κρεβάτι μας
κοιμάμαι και ξυπνάω με την εικόνα σου
να χύνει πλούτη από αυτά τα λευκά
που μας πλημμυρίζουν και μας ηρεμούν
καλύτερα κι από αγχολυτικά
και είμαστε σβησίματα κι αστέρια
στο μπλοκ ενός παιδιού με νοητικά υπερτερήματα
κι αγαπάμε πιο πολύ από τις εαυτές μας την κόλαση
άσε με να σε γοητεύσω καθώς υγραίνομαι
κι αφήνω το είναι μου παράνομα
στα δένδρα στο πάρκο με τη σκέψη στο βλέμμα σου
όταν αυτό αράζει στο μουνί μου που σκάει
άραξε μωρό μου το βλέμμα σου
 κι εδώ κι εκεί κι εδώ παντού
μικρά σύμπαντα για σένα πάντα λίμνες από ζάχαρη
λινκς στον παράδεισο και εικόνες με ροζ φλαμίνγκο
μεθυσμένα από ηδονή και υπαρξιακή του Λιντς παράκρουση
χάιδευέ με κι από μέσα κι έξω και γύρω τριγύρω
κι όπως ξέρεις εσύ
 στο μυαλό σου εγώ σαν κλαπατσίμπαλο μικρό
χάνομαι ως το πρωί από μέσα έξω
και με λιώνεις 


Αντιγόνη Ηλιάδη

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Ο εχθρός του ποιητή (απόσπασμα)


Αφηγήθηκα στην Κυβέλη τον εφιάλτη που με ξύπνησε. Πολλές φορές τον έχω ξαναδεί αυτόν τον απλοϊκό κοινό εφιάλτη. Ότι κοιμόμουν με το πρόσωπο στον τοίχο. Μέσα στο άδειο άγνωστο δωμάτιο ενός χωριάτικου σπιτιού όπου με είχε πάει ο ύπνος. Όλα μου τα όνειρα συμβαίνουν σε άγνωστα ελληνικά χωριά. Κάνει πολύ κρύο κι έξω οι δρόμοι είναι ποτάμια λάσπης. Σημαδεμένοι από ρόδες κάρων και λάστιχα τρακτέρ. Ένας άνθρωπος ήταν στο δωμάτιο με πλησίαζε αργά και αθόρυβα. Παράλυτος δεν μπορούσα να γυρίσω να τον δω. Αλλά ήξερα ότι με πλησίαζε το πιο τρομαχτικό πλάσμα του κόσμου.
Το πιο τρομαχτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομαχτικού.Έπρεπε να γυρίσω να δω και με προσπάθεια υπεράνθρωπη γύρισα το κεφάλι. Ένιωσα να τρίζουν και να σπαν οι σπόνδυλοι του τραχήλου μου και τον είδα. Αλλά είχε σκεπασμένο το κεφάλι του κι έκρυβε το πρόσωπό του. Φορούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα από χοντρό πρόστυχο χαρτί που τυλίγουν τα κρέατα και δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του. Αλλά φαντάστηκα ότι το πρόσωπό του. Θα ήταν ένα κομμάτι κρέας ζωντανό κι εκεί που με ρουφούσε η κινούμενη άμμος ενός ανυπόφορου κινδύνου ο νους μου πάλι με τράβηξε έξω στην επιφάνεια. Ξύπνησα χωρίς ν’ αναγνωρίσω αυτόν που θέλει χυδαία και γελοία να με τρομάξει.

Εκδόσεις Κέδρος 1990
Γιώργος Χειμωνάς

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

ΙV

παρακαλώ, περιμένετε
να σας εξομολογηθώ
αυτό είναι ένα
ένα απλό χαρακίρι
αίσθηση
ηθική
θάνατος ησυχίας
παντός καιρού

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Η άλλη διάσταση



Ι.
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ
να μιλάνε τα πόδια μας με τα χέρια μας
στο κόκκινο φανάρι της Ολυμπιάδος
να μου κλείνεις με τα δάχτυλα το στόμα
και να αναπνέω στο μαξιλάρι
να είμαστε τα παιδιά του Μπατάιγ
χαμένα στον δερμάτινο χάρτη
τα χείλη σου πλαγιασμένα από τον πόθο
που σου άφησε το σεντόνι στην πλάτη
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ

II.
είμαστε ένας αειφόρος συνδυασμός
και το στρώμα του κρεβατιού
είναι ο κόσμος από κάτω μας
και κάθε μας καύλα κι επαφή
μία ιερή ανάμεσά μας τελετουργία

III.
για τις μέρες που δεν θα είμαι εκεί
για τις μέρες που τα χέρια σου θα πονάνε
για τις νύχτες που οι ευχές σου δεν θα πιάνουν
για τις νύχτες που
θα σε σφίγγει κάτι σκοτεινό όχι εγώ

δεν θέλω να ξεχνάς
πώς χαμογελάς μαζί μου

ΙV.
ναι μικρέ μου σε σκέφτομαι στο λαιμό μου
και σε θέλω κάθε φορά
και ξημερώνω στον ήλιο για σένα
και πίνω για σένα με χαρά
θαυμάζω τα δάχτυλά σου και την ψυχή σου
καθώς φυτρώνουν από μέσα της τοπία
σε περιμένω να θυμηθείς να με πάρεις
και κοιτώ σε μία οθόνη
κι όλα πέρα από εμάς
είναι γενικά κι αφηρημένα

V.
να μιλάμε ως το πρωί για την υπαρξιακή μας αγωνία
για τον Σαρτρ τον Εμπειρίκο και μία πιθανή ευτυχία
για τους έρωτες του Χατζιδάκι τις στιγμές του Νίτσε
όλα τα σημεία στον άκρατο μηδενισμό
μία παύση για μία απελπισμένη τρίσβαθη συνουσία
ο Χαρμς να ξύνει τα μαλλιά του
κι ο Μπατάιγ τα αρχίδια και τα μάτια του
μία αθεράπευτη εξομολογητική αδυναμία
που άρχισε στα καλιαρντά και στο κουίαρ κίνημα
κι έφτασε στο παράπονο για μία απουσία  
να ξημερώνει μία περί μελαγχολίας φιλοσοφία
στην Αναϊς να σε φιλώ και στη σκέψη της Μανσούρ
να σε κρατάω σφιχτά μέχρι να έρθει η Βακαλό
κάπου στον Μίλερ και στους μπίτνικς
διάλειμμα για τσιγάρο και τεϊοποσία
με έναν άκρατο παραληρηματικό συνδυασμό
για τη λαϊκότητα τον θάνατο και την τεχνολογία
κι όταν φτάνουμε στα νοήματα και στην ανυπακοή
είναι ξεκάθαρο πολύ πως είμαστε χαοτικοί
σε συμπόσιο ερωτευμένων πέρα από κάθε αμφιβολία



VI.
μη με ρωτάς πόσο σε θέλω
σε θέλω πολύ πάρα πολύ
το πλείστον
δεν είμαι γραφική ούτε ρομαντική
είμαι μία ύπαρξη συγχυσμένη
και χαμένη
που χτίζει στιγμή τη στιγμή
και δεν σε γνωρίζω σε μαθαίνω
συνέχεια από την αρχή
κι αυτή είναι μία γοητεία ανείπωτη
που την ανάσα μου μικραίνει
το στομάχι μου βαθαίνει
και στα μάτια μου φτιάχνει
φωτογραφικούς θαλάμους
και τα χέρια μου κάνει
να χαλάνε ασταμάτητα
τόνους από χαρτί
μη με ρωτάς πόσο σε θέλω
σε θέλω πολύ πάρα πολύ


VII.
μου αρέσει που είσαι ευάλωτος
που κοιτάς μόνο εμένα ευθεία στα μάτια
και που κρυφά με αγαπάς
που το βράδυ το πόδι σου μετράει όγδοα
και αγκαλιάζει το δικό μου
που το χέρι σου με ξυπνάει
και το γέλιο σου σε άλλα δωμάτια
μου αρέσει το οικείο σου ανάστημα
τα λαμπερά σου μάτια και η φωνή σου
μου αρέσει να με νανουρίζεις
να με φροντίζεις να μου μιλάς
με τη φωνή σου να με κρατάς σφιχτά
να με καυλώνεις και ύστερα μέσα μου να χώνεις
τον εαυτό σου στοργικά σιγά κι ύστερα άγρια
κι από την καύλα να συρρικνώνεις
κάθε μας φόβο διακριτικά
μου αρέσει το εμείς μας και το εσύ σου
κι όλο αυτό με κάνει να σε ψάχνω
όταν δεν σε έχω
κι όταν σε έχω να αφήνομαι στον ρυθμό
της καρδιάς

Αντιγόνη Ηλιάδη

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Κεφάλαια για μία γνωριμία ερωτικού περιεχομένου

Ι.
σε δωμάτιο μετέωρων προσώπων φιλικών
βλέμμα υποβόσκοντος ερωτισμού
ξέρουμε ότι θα γαμηθούμε
μία ακτινογραφική χειραψία
πρόκειται για μία ανάποδη γνωριμία


ΙΙ.
θυμάμαι πολύ καλά τι συνέβη
ήταν το πάρτι στα ανατολικά
με πρόσωπα φιλικά κι ανάμεικτα
αλκοόλ μουσική και αυτοκίνητα
στο πέρασμα του ορίζοντα
ένα μπαλκόνι και σιγά να νυχτώνει
η φασαρία κάτω από τα μάτια μας
δίπλα σου εγώ
μία νυχτερινή οικειότητα
δίπλα μου εσύ
μια καιόμενη προθυμία


ΙΙΙ.
και σου είπα
έχουμε κλειστεί σε ένα μπουκάλι
και είμαστε δύο κάποιοι άλλοι
όχι εμείς
σε ένα πλάνο στην κουζίνα
δίπλα στις πιατέλες τα ποτήρια τα πιατικά
πράσινα ανθισμένα χόρτα
οι αναπνοές οι παύσεις
και οι λάμψεις μας καθώς κατά λάθος
πέφτανε λέξεις στα χέρια μας
όλα ήταν τόσο ερμητικά
η δίψα μας έγραφε στη σάρκα μας


IV.
σε κοιτούσα στα μάτια κι εσύ παντού
με ρωτούσες για τη φιλοσοφία
η ουσία μεταγγιζόταν στις γουλιές μας
και δεν με άφηνες από τα λόγια σου
και το ήξερα
το κατάλαβα από την αρχή
η νύχτα ήταν δική μας
θα σε αφήσω να με πάρεις μαζί
σήμερα θα φύγουμε μαζί
μαζί χυμένοι σε μία ανάποδη γνωριμία



V.
βγήκες να πάρεις λίγο αέρα
και στο σαλόνι ο κόσμος σπιλώνει τον χρόνο
κι εσύ χάνεσαι μόνο στο έξω κι εγώ
πού να έχεις πάει ψάχνω πού να σαι
οι στρώσεις σου τα χείλη σου με βρήκαν
στα χέρια οι προτάσεις σου μη φύγεις
δεν φεύγω
θα μείνω θα με γυρίσεις εσύ
δεν έχεις πιει πολύ και μπορείς να οδηγήσεις
σε πιστεύω σε αφήνω
πάρε με μαζί σου


VI.
αιχμάλωτη στο γέλιο σου
έκρυβες κάθε πόρτα
δεν ήθελα να φύγω
δεν ήθελες να με χάσεις

στη μουσική κάπου σμιλεμένο σε είδα
γυμνό και φυσικό
και κάποτε απομακρυσμένο
από τα φώτα τα γέλια και τα παραμιλητά
το πρόσωπό σου λιωμένο από το πιώμα
σαν μία από αυτοκίνητα και δρόμους
συμπιεσμένη της πόλης ευθεία

σε ρωτώ
είσαι καλά
με καταλαβαίνεις
σε καταλαβαίνω
είμαι καλά
θέλω να σε φιλήσω
το ξέρω
 κι εγώ θέλω να φιλήσω εσένα


VIΙ.
κι αν καταλαβαίνεις από λόγια τέτοια
που καταλήγουν σε μικρά κρυφά φιλιά
απάντησες και με φίλησες στην αρχή απαλά
και μετά δυνατά και με κράτησες σφιχτά
και δεν με άφηνες και η μουσική σου έκανε παύση
σε ψάχνανε να σε ακούσουνε σαν τα θηρία
κι είχαμε γίνει ένα όλο μία νύχτα κάπου στις δύο
το κέντρο του κόσμου στην ανατολική πλευρά
κι εμείς ραμμένοι σε όλα τα ζωτικά σημεία
και το πρόσωπό σου ήταν για πάντα μέσα στο δικό μου


VIII.
μέσα μας μάχονται τα άλογα τα αντίθετα
το δάχτυλό σου στην κουζίνα στα πιο υγρά
και να με έχεις αγκαλιά να μη με αφήνεις
φεύγεις κι έρχεσαι ξανά χαμογελώντας
και κάθε αίσθησή σου διοχετεύοντας
μέσα από τα μαλλιά τα δάχτυλα
τον πούτσο να ρέει παντού μουνί κι ιδρώτας
επιστρέψαμε καθίσαμε δίπλα
στην ώρα κάτσαμε για να βιαστεί
φύγαμε κι άλλαξες απότομα τη δεύτερη ταχύτητα

IX.
στο ασήμαντο μεθύσι σου έκρυβα
κάθε μου μικρή πνοή με σύνεση και προσοχή
και στο σπίτι σου μπήκα πανέτοιμη
να σε λιώσω να με λιώσεις να χαθούμε
με καμιά απολύτως ιδέα για το τι θα συμβεί
ότι θα με γαμήσεις έτσι που θα γίνει
μία ακμάζουσα εξαίσια ηδονή
που να την κρατάμε θέλαμε τρυφερά
για εμάς στην αρχή και μετά
να την ανοίγουμε δημοσίως ανοιχτά
σαν μία μελωδία ηλεκτρική που θέλει τα πάντα να πει



X.
κι ένα άλλο βράδυ
τα πόδια μου τρέχουν στην κιθάρα σου
από τη Μητρόπολη ως τα αγχωμένα δάχτυλά σου
το κραγιόν μου στο σαγόνι και στο αυτί σου
περίμενέ με δεν θα αργήσω
και μου είχες πει θα ξεκινήσω μόνο
αν σε έχω πιο μπροστά
και δεν άργησα
από τη μία στιγμή μπροστά σε άγνωστα μάτια
τα χέρια μου σε έχουν σφιχτά
δεμένο στα λεπτά το κορμί μου αλυχτά να σε φτάσει
έρχομαι και θα με δεις μες στο σκοτάδι
να σε ψάχνω θεριεμένη μες στον κόσμο
που με σπρώχνει μας χωρίζει μη με χάνεις
είναι όλα σκοτεινά και είμαι ήδη δίπλα σου ξανά
και με φιλάς με τα ιδρωμένα σου μάγουλα
με κρατάς στους κόσμους των χεριών σου
χύνεσαι με τα ρούχα καυλωμένα στη σκηνή
ηδονίζεσαι παράνομα μου χαμογελάς
κι όλα γυρίζουν αισθαντικά τα μάτια μας μαζί
καθώς χορεύω μες στις ακτίνες και τα φλας
κι εσύ σε βλέπω είσαι εκεί στη μέση όλων
ξέρω πολύ καλά πως με κοιτάζεις και γελάς
και η νύχτα μωρό μου φτιάχτηκε για εμάς



XI.
κι όταν με σηκώνεις στην αγκαλιά σου
μες στα δυνατά τα χέρια σου
θέλω να κρατώ κάθε σκιά σου
μη φύγεις αν δεν με σφίξεις δυνατά
να αφήνουμε τον κόσμο να γυρίζει
και να ριχνόμαστε η μία στον άλλον
σαν φεγγίτες σε σκοτεινά εργοστάσια

Αντιγόνη Ηλιάδη


Τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς


Τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς
θὰ διαβάσεις μόνο τὸ πρωὶ
κάτι συνθηματικὰ χείλη γραμμένα
στὸ διπλανὸ ποτήρι σου
μὲ ὁλονύκτιο νερὸ.
Σκέφτομαι ἀπόψε νὰ στείλω τὴ μελαγχολία μου
νὰ κοιμηθεῖ μαζί σου
νὰ μείνω λίγο μόνη.
Στὴν τσάντα της θὰ βάλω
κάτω ἀπ’ τὰ βραδινά της φάρμακα
δῆθεν κατὰ λάθος μιὰ φωτογραφία της
πῶς ἤτανε μικρὴ
μὴ καὶ τὴ νανουρίσεις
καὶ κάτω ἀπ’ τὸ νανούρισμα θὰ κρύψω
μιὰ δεύτερη ἀλλαξιά
μὴ καὶ ἀλλάξουνε τὰ πράγματα
καὶ τὴν κρατήσεις κι αὔριο βράδυ.
Βέβαια, πῶς ἀγαπᾶς νυχτιάτικα τὸν ἄλλον
χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσεις. Ἄκου
προστακτικὴ φωνὴ ἦταν ὁ ἔρωτας
πρὶν ἀνακαλυφθεῖ ἡ ἱκεσία.
Ἐξάλλου ἐσὺ τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς.
Θὰ ξάπλωνε ὄχι δίπλα σου ἀκριβῶς
τὸ ἀκριβῶς εἶναι ἄξενο.
Σὲ παραπλήσια ἄνετη προθυμία
θ’ ἀποκοιμιόταν γέρνοντας
πλάι καὶ κολλητὰ
στὸ μὴ ἀντιληπτόν
- θεῖο πλάσμα. Ἀγάπα με τοῦ λὲς καὶ σ’ ἀγαπάει.

Κική Δημουλά