Follow by Email

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Το καζάνι του εφιάλτη


                  άτακτη εναπόθεση σκέψεων 
Ι.
Όταν πεθάνεις
θα χορεύεις αιώνια με τα πρόσωπα
που είχες κοροϊδέψει και λοιδορήσει
θα κλαις και θα θυμώνεις
σε ένα κιουπί στριμωγμένη σε καυτό λάδι
και τις φλέβες σου θα γυαλίζουν σιγανά
γάτες με τα νύχια τους
όσο αρκούδες θα σου τρώνε τα στομάχια
άνθρωποι που σε αγαπούσαν
θα μαζεύονται γύρω σου και θα γελάνε
με τα κατουρημένα σου μπούτια
επειδή ο γυμναστής
με τους οδοντωτούς τετρακέφαλους
σε κυνηγούσε Τετάρτη δημοτικού
πριν το σκάσεις από το σχολείο

ώσπου κάτι να σου σκάσει στη μνήμη
και να θυμηθείς ότι δεν υπάρχει κόλαση
και ότι είσαι στο τριανταδύο
για κάτω Ηλιούπολη τελευταίο λεωφορείο
και η ζωή σου είναι κανονική
όσο μία γραμμή μπλε τετραδίου

ΙΙ.
Το επόμενο φθινόπωρο θα πίνω
άσπρες λιβελούλες στο καμπερνέ
και θα κάνω την κομπάρσα του Ρεμπώ
όταν είχε εμφύσημα και τον τρέχαν στα νοσοκομεία
τον εξέταζαν γιατροί με άστατη ανία του επαγγέλματος
και τι να κάνει κάποια που στη Γερμανία τρέχει να βρει
το κορίτσι και το φύλο της να τιθασευθεί
η άγρια ποτάμια του σεξ στο σούρουπο
ενός βερολινέζικου Σηκουάνα
που βγαίνει από το έντερο χιλιάδων Γερμανών
με αιμορροΐδες


ΙΙΙ.
η γεωγραφία αποφάσισε με έκτακτο διάγγελμα
να αυνανίζεται και να μην εξελίσσεται από εδώ και στο εξής
όλη μέρα
κλείνει γιουπορν πριβέ τα πιο ρομαντικά
και αυνανίζεται σαν να μην υπάρχει  αύριο

IV.
οι βελόνες της κυρά μαρίτσας εκτοξεύονται όταν
το δαχτυλίδι του άγριου χρυσού φιορδ
περνά το μπαλκόνι και κλείνει τα παράθυρα
γιατί μπάζουν και θα κρυώσει η οικογένεια


V.
Τύποι καινούργιοι από το ογδόντα
με δερματίνη ως τα δόντια
και φουσκωτό γκρίζο μαλλί
που ξεχάσαν το ντάτσουν
για ποντιακό γλέντι στην Εθνική
με ένα λουλουδιασμένο
λασπωτό βλέμμα
διασχίζουν πλαστικά κατσάβραχα
θερίζουν όλον τον μορτιά
με τριγλυκερίδια και σάκχαρό
να πιάνουν κόκκινο
μια νεκρή αλεπού να θρηνεί
να γίνεται το σπίτι τους από καουτσούκ
και σίδερο ώσπου να κοιμηθούμε
τα άστρα κλαίνε και τα κομμωτήρια σφήζουν
από γυναίκες ανικανοποίητα κορμιά
που χύνουν μόνα τους σε μία παγωμένη
τσιμεντώδη γεμάτη από φέρι και σφουγγάρια νυχτιά

το αίσθημα της θρησκείας
οι τρίχες  που εξέχουν στον λαιμό τους
και μία χώρα πεθαίνει
πίσω από την κακοπληρωμένη πλάτη τους
πτώματα πακιστανών θρηνούν
κάτω από τα μέιντ ιν τσάινα σπορτέξ
ψαράδες στο τσιγγέλι τους πιάνουν όνειρα
κατατρεγμένων τραγουδιστριών που πήγανε
φέιμ στόρι και απέτυχαν οικτρά
στο χέρι κρατάνε καλσόν και βραχιά
φέισμπουκ λάθη
νοικοκυραίοι περιμένουν να νικήσουν
και όλη η μέρα είναι ένα ιερό αφιέρωμα
στην εξύβριση των γερμανών
που θα μας πάρουν τα φάρμακα
μια ματωμένη ανάθεμα καθαρότητα

VI.
Μια οδοντογλυφίδα
ξύνει το σάπιο δόντι
της κάτω παραλίμνης
δίπλα στον βοσκότοπο αριστερά
του ρέματος πέφτει κάθε μέρα
σε κατάθλιψη και μαζεύει τα προικιά της
με σύνεση μήπως της βρούνε ένα δόντι
καλό από οδοντίατρο σκοπιανό
που χρεώνει μισά
και χορεύει παραδοσιακά
ώστε η φτωχή η έρμα
να καλοπαντρευτεί τα μούτρα της
να δει στην εκκλησιά με όλα τα χρυσά
τα γερόντια τα φτωχά
και τα πεθερικά

VII.
Διακόσια χοιρινά
διακόσια λουκάνικα
διακόσια κοτόπουλα

Τάκη, έλα εδώ γιατί κάνω δουλειά
το καζάνι βράζει ζώα στην Παραλίμνη

ότι κηνητε ίνε ΕΝ δυνάμει πελάτης μου

νεκρός πτωματοφόρος της γλώσσας
αφιλοκερδούς διασκέδασης

VIII.
Νοτισμένο το χεράκι σου
ακουμπάει πάνω σε ένα πουλί τοίχου
που στέκεται σε ένα κέρατο
κι όλα είναι μία ξυσμένη αφήγηση
ξαφνικά, ενός χριστού που έζησε
πάνω από τριαντατρία χρόνια
σε ένα τούρκικο σπίτι
στην Κασσάνδρου με Ολύμπου
και γεμίζουν νερά τα πλακάκια
κρυφά για να ξεγελάνε τα πόδια
δεν υπάρχει φτερό που να κρατήθηκε
ζωντανό ως τα μεσάνυχτα
όλοι τρώνε κοτόπουλα
καμία δεν θυμάται
τη φάρμα του ήρωα των κάτω χωραφιών
στην Αγιά και μία φραγκόκοτα
θα περάσει τα σύνορα για Βελιγράδι
να κάνει μπότοξ με έκπτωση


IX.
Εκεί που δεν είναι θάλασσα και τα εστιατόρια είναι γκρι και λιώνουν κάθε πρωινό με την ελάχιστη ανορεξία ηλίου και αλμυρά είναι μονάχα τα ψάρια
εισαγόμενα από το εξωτερικό όχι για θαλπωρή, φιλία και υγεία
πλάσματα με λέπια δεν αξίζουν την εύνοια της αρχοντούλας που ξυπνάει κάθε μέρα
σε ένα χωριουδάκι του Πηλίου
ζεσταίνει το γαλατάκι τής χαϊδεμένης κατσικούλας
που μάταια περιμένει να τελειώσει το βασανιστήριο

το όνειρο της αρχοντούλας είναι να γίνει τραγουδίστρια
για αυτό περιμένει πώς και πώς κάθε απόγευμα
να παίξει η Τατιάνα για να δει μετά την Ανίτα και να δηλώσει υποψηφιότητα
έχει παραγγείλει ένα καλό βιβλίο να μορφωθεί από τον ψυχογιό
μήπως και βγει ποτέ στην τηλεόραση και της γίνει ρεζίλι το φρικιό και δεν την πάρει άνδρας
μηδέ στο χωριό μηδέ πουθενά

παρακαλεί τον θεό να την κάνει σαν πουλί να τραγουδά να ξυπνά το πρωινό
και τις κότες να φωνάζει
και να την μπερδεύουν οι περαστικοί
με συναυλία στη μαλακάσα

αν και ο μόνος που περνά είναι ο τσάρος του χωριού
ένας γέρος με χρυσή κοτσίδα και κομπολόι
κλαπατσίμπαλα σε μία βάστα γερά μαγκούρα
και να της λέει τίποτα νόημα
δεν θα έταζε σε κανέναν άγιο αφού πρωί
ξενυχτά στο παραδίπλα καφενείο
και τσούζει όργια με τον παππά μέχρι να του κάτσει
μα ο άλλος έχει πέντε παιδιά
βρε λες να φταίει η παπαδιά
και μόνο τσίπουρα αδειάζει
και στο τραπέζι τη χερούκλα του
να κοπανά ξέρει ο καημένος ξέρει

όλα λύνονται άμα βγάλεις τον σωστό δήμαρχο και δεν θυμάται κανείς από τι άλατα φύτρωσε η πρώτη του χωριού μηλιά και γεννήθηκαν όλοι
σαν να μην υπάρχουν στον κόσμο
σαν εφεύρεση
τα προφυλακτικά


Αντιγόνη Ηλιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου