Follow by Email

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Το Ταβερνείο


Ι.
Μια ακροθαλασσιά στη μέση της πόλης
κι ένα παιδί με γυμνή κοιλιά
να ψάχνει τη ζωή από τα στενά
να μπλέκεται σε σύρματα
τα λεφτά πάνε σε έργα και χώματα
για ένα μυαλό που σκοτεινιάζει
στα ποτήρια ξημερώματα
μια γυναίκα να χαζεύει στο παράθυρο
πάνω από το φρεσκοπλυμένο
τραπεζομάντιλο
ξεφτιλισμένους οργανισμούς
που σπαράζουν
και μια λάμπα ανάβει μοναχή
σαν να είναι από άλλη στιγμή κλεμμένη
που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι
μια ακροθαλασσιά στη μέση της πόλης

ΙΙ.
Η Έλλη λατρεύει την πληγωμένη Σμαρώ
που θα γίνει η κατάρα της
και θα πάρει το μικρόφωνο σε λίγο
θα πιάσει τον άερα κι ένας έρωτας
τρελός θα γεννηθεί
σε τσιμεντένια πλακόστρωτα
θα γεννηθεί πληγωμένος
σαν παρατημένο βρέφος στη φωτιά
η Σμαρώ κλαίει τα βράδια
μετρώντας θερμίδες στα σγουρά μαλλιά της
και βλέποντας το πάμε πακέτο
συγχωρεί τα κορμιά που αδυνάτισαν
και είναι φίτνες αρκετά για να μετράνε
τις σκέψεις τους και να φεύγουν
σε κανένα τεταρτάκι από νυχτερινά μαγαζιά
λέει κάθε πρωί μέσα της
γάμα τον κρητικό που σε έστησε και
σε μαχαίρωσε πάνω αριστερά από τα πλευρά
μην κοιμηθείς μόνη καμιά φορά

ΙΙΙ.
Οι πόντιοι είναι νεκροί
σε μία κορνίζα
δεν έχουν μέλλον
πεθάνανε με ψεγάδια
χωρίς να πούνε για τη νάρκη
που έσκασε
στο πόδι του μικρού κοριτσιού
που έπαιζε έξι χρονώ στην αλάνα
χωρίς το αγόρι που στρατεύτηκε
με τα πέντε αδέρφια
και το τακτικό μπαούλο του
να πιάσει για τελευταία φορά
το μπουζούκι
ξέμειναν σε ένα τραπέζι
με δεκαπέντε κουτιά φάρμακα
για την πίεση την καρδιά
τον εγκέφαλο τις σιωπές
και τα βραδινά βογγητά
αγάλματα σε έναν καναπέ φτωχικό
με τα λεφτά κάτω από μαξιλάρια
παιδιών του ’89
κι ένα βλέμμα μετέωρο να αναζητά
τον ευκάλυπτο
να μειώσει τον πόνο στα κόκαλα



ΙV.
Μια μονοτονία μέσα στην ταμπέλα
όπου οι υποσχέσεις σου
κλείσανε μια κοπέλα που τραβούσε
πάνδεινα άσχημα γεγονότα να ήταν
σαν πρώτα της γνωριμίας σας η φορά
και ήταν όλα φωτεινά σαν να είχαν
τα άστρα του χρόνου κλέψει τη φθορά
να την κακοσμιλέψει
και ο καημένος ο γιατρός δεν μπορούσε
να της πει ότι το νήμα της μικρό
της βγήκε από τη γέννηση
και δεν μπορούσε να χαρεί
γιατί πίσω από κάθε πόρτα έρημη
μένει η παρουσία της
και το δωμάτιο άδειο
και η γη τα κόκαλα της καρτερεί
να τα αποταμιεύσει
ο καπιταλισμός καρκίνος μέσα της
κάθε ώρα και στιγμή τη θυσιάζει
μέσα σε αναμέτρηση καυτή
με τη φθηνή της ύπαρξης
κανείς δεν είχε τα λεφτά για να την ξεπληρώσει
και οι αμαρτίες της την έθαψαν
μία νύχτα του Νοέμβρη
σε έναν αγύριστο μονόδρομο

V.
Δηλητήριο στο συκώτι και
σάπια καπνισμένα δόντια
δεν με νοιάζει πώς με λένε
ποια είμαι
τι στον κόσμο κάνω
πεινάω με τα άδεια στόματα
χάνομαι
σιγά

VI.
Τον φωνάζανε ρόλο
του σκάλωναν την άκρη της ομπρέλας
στο κολάρο και τον σέρνανε
στη σκάλα της πολυκατοικίας
και τα θλιμμένα του πόδια
αντιστέκονταν
και οι παλμοί του
σταματούσαν στα αφεντικά του
καθώς περίμενε να φάει
ή και όχι για σήμερα
του είχαν μάθει να επιτίθεται υποχθόνια
σε ανθρώπους άλλου χρώματος και θρησκείας
και να κάθεται φρόνιμα
στην εκκλησία
είχε τέσσερις ουλές συνολικά
και κομμένη ουρά κι αυτιά
του λέγανε να σκάσει
γάβγιζε λυσσασμένα
σε κάθε κλωτσιά
και το σπίτι του ήταν
κάτι κασόνια
παγωμένα και σκοτεινά

VII.
Μπορεί να πήξει η μπόρα
στον λαιμό της
σε μια πιάτσα με ταξί
που δεν θα πάρει ποτέ
ακούει τον Λοΐζο να ξύνει
τα σημάδια στους τοίχους
να αδειάζει τον χώρο
με ένα κιβώτιο ρημάτων
τρελή βραδιά ραντίζει
τη γειτονιά των κλαμπς
γεμάτη από δάχτυλα
που ψάχνουν απεγνωσμένα
δω κι εκεί αγγίγματα
η έμμεση απάντηση
είναι το νόημα στα στρατόπεδα
στις φυλακές
με τους κακοπληρωμένυος φροντιστές
να παύουν στον αέρα την παιδικότητα
όλα είναι άνισα
μέσα σε έναν κάδο ανακύκλωσης
μια περιουσία του χωριάτη
τα μαύρα του τα μάτια
θα τα κρατήσεις σε ένα συρτάρι
κι όταν ρίξεις το ζάρι
θα βγει μονός αριθμός
για μονά πρόσωπα
μονά άτομα
μονά σημεία
αυτός ο κόσμος γυρίζει
ανισόρροπα χωρίς χημεία

Αντιγόνη Ηλιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου