Follow by Email

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Θερινά Παράπονα


«Ένα πιτσιρίκι είμαι κατηφό
που κοιτάει τον θεό 
και δεν τον βλέπει
σε λάσπη γεννήθηκα 
έναν οκτώβρη στυφό»

Ι.
μια μετανάστρια μόνο
στις άγνωστες ηπείρους
να χαθώ μία μέρα
χωρίς ήλιο με αποτρέπει

ΙΙ.
στα φώτα κλείνομαι
σε άλλων έργα να κουρνιάσω
να σου γλείφω τις πληγές
ώστε τα μέσα μου να ησυχάσω

το αίμα μου να καίγεται
σαν δηλητήριο
και η μύγα να με τριγυρίζει
παράλογο ησυχαστήριο

μια αιωνιότητα που δεν φτάνει
στο μυαλό μου το μικρό
που κλείνεται σφιχτά και πιάνει
ένα όνειρο σκοτεινό

και με τρομάζω μόνο όταν σε βρω
θα ησυχάσω και τη μύγα τη ρημάδα
θα την πιάσω και θα την κλείσω
μες στην παλάμη μου θα τη φωλιάσω
θα γίνει το άπειρο το τίποτα
άγνωστο γνωστό

ΙΙΙ.
να το ξενοδοχείο Ξενοφών
κι ο ουρανός είναι ροζ
όχι είναι μαύρος
τα παπούτσια σου μυρίζουνε
σαν γαύρος
και στα μάτια σου λάμπει συγνεφιά
τίποτα δεν αλλάζει για δεύτερη φορά
μόνο τα καρτελάκια στα καταστήματα
όχι είναι μαύρος
λες και οι μέρες είναι φτιαγμένες από χάλυβα
δεν μπορούμε να ζήσουμε
με τη μιζέρια στα δάχτυλα
μια Εγνατία από φόβο
μία στοργική του μίσους κατάντια

ο ουρανός δεν ήταν ποτέ ροζ
τα χιαστά πόδια στα σκοτάδια
πλέκουν το χρήμα με αίμα συνεπές
δεν ήταν ποτέ καθαρά
μη βλέπεις το ελληνοπρεπές

στο ξενοδοχείο Ξενοφών
ο ουρανός είναι μαύρος


ΙV.
τα χέρια του μυρίζουν λιβάνι κι αίμα
να τον φάτε ρε τον μαλάκα
και να του γράψετε στο δέρμα
της ιστορίας τα γράσα τα χρονικά
του τρόμου για τη σιδερομάσα
όταν οι σταυροί καρφώνουν
στο λαιμό μια μετανάστρια

V.
κάνε μου ένα χάζι
θέλω να μάθω
να ξεμένω από μιζέρια
κι αν στους παλμούς σου
ένα απομεσήμερο
με αφήσεις να κρυφτώ
τα υγρά των κάμπων ψηλαφιστά
στον κόσμο του κορμιού σου θα ψάξω
να χυθώ μέσα
σαν έκκλητο παράσιτο
να ανακατευτώ
ώσπου κάπου στα μισά
να προλάβεις να με πάρεις του απείρου
πριν σαν κομήτης
σβήσω και μηδενιστώ

VI.
Ακαιοβάτης

σε ένα σούρουπο
άπλωσε πούπουλα να γίνουν φράγκα
κι έκλαιγε ολημερίς κι ολονυχτίς
μέχρι να περάσουν χίλια βράδια
να του καεί η ψυχή ως τα άκρα
ώσπου άνοιξε μία ευαισθησία
τα χαρτιά της ένα-ένα μαύρα
και του έκλεισε τα μάτια
τον πήρε ο ύπνος βαριά
σε έναν χορό σε βάτο ανάποδα
σχοινιά κουβάρια
ξύθηκε το βασίλεμα
και δεν υπήρχε κανείς να μετρήσει
των φυτών γύρω του ακαιοβάτη
τα απειλητικά κουφάρια


Αντιγόνη Ηλιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου