Follow by Email

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως
Ύστερα θα’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει απ’ τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ‘ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω

(Από τη Συλλογή "Μεταίχμιο Β")
Τάκης Σινόπουλος

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ένα κάποιο στείλε μου σήμα

Με τ' όνομά σου να σε φωνάζω πια δεν μπορώ.
Πλην όμως ένα κάποιο στείλε μου σήμα.
Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης
αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθανάτου
και όπως μια βαλανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,
είμαι μόνος και σε περιμένω.

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες
όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.
Με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο
είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο
και με ένα αυτί που το τύμπανό του
δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες
όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,
καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά
όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων,
είμαι μόνος.

Είμαι μόνος και σε περιμένω.


(από τη συλλογή “Κρυφός Κυνηγός”)
Γιώργος Μαρκόπουλος

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Απ’ το Συρτάρι

Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.
Aλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.
Aυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο —
α για μια μέρα μόνο, για μιαν  ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.
Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,
θα μ’ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει —
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’ αυτήν. 


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 
Κ.Π.Καβάφης

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το αλβανικό

Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
- Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
- Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
- Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
- Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
- Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
- Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία….

(Τα ποιήματα, Κέδρος)
Θωμάς Γκόρπας

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Μήδεια (απόσπασμα)


Έρωτα εσύ, με περισσή
όταν λαβώνεις δύναμη,
μήδ' όνομα καλό από σέ
μήδ' αρετή μπορεί να βγει.
Μα μετρημένα αν πορευθεί
η Κύπριδα, άλλη σαν αυτή
θεά δεν έχει νοστιμιά.
Ω, Δέσποινά μου, επάνω μου
με το χρυσό δοξάρι σου
μη ρίξεις την αφεύγατη
σαγίτα, πού 'χει την αιχμή
βαμμένη στην αποθυμιά.

(Ευριπίδου, Μήδεια, β΄στάσιμο, στίχοι 627 – 634, Μετάφραση: Παντελής Πρεβελάκης)
Ευριπίδης 

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Νυχτερίδα


Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπ’ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τ’ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μ’ έπιανες με το φακό σου
θα ‘βλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απ’ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απ’ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

Anne Sexton

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Τῆς ὀμορφιᾶς


Ἡ πιὸ γλυκιὰ παρθένα
Στολίζει τὸ δωμάτιο
Εὐφραίνει τὴν περισυλλογὴ

Ἂς ποῦμε πὼς εἴμαστε εὐτυχεῖς

Κι εἶναι ἡ σειρά μας
Νὰ βρεθοῦμε ἀθάνατοι,
Νὰ φιλήσουμε τὴν ὀμορφιὰ
Στὰ χείλη
Καὶ στὸ λεπτό της φόρεμα

Γιῶργος Σαραντάρης

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Σκύβαλο ἀθανασίας


Μὲ γρασωμένα τ᾿ ἄρβυλα στὴ φρικτὴ πάντοτες ἀνηφορίζω
λιμοκτονώντας ἀπὸ φλόγες τώρα- πιὰ
φαρσὶ ἐγκόσμιος
φαρσὶ δακρυσμένος
ἐσαεὶ χορογράφος τοῦ λεκτικοῦ μου
κι ἀνερώτηγα ἴασμος.
Κακοξόδευτη φώτιση σὲ μὸβ κι ἄλλες βραδύτητες
χαμερποῦς ὁρίζοντα
θρήσκευμα τοῦ σκύλου τ᾿ ἀλύχτημα ἢ ἕνα σόλοικο
παραισθητικὸ Σύμπαν
ἄνασσα φαραωνικὴ μέσ᾿ ἀπὸ μαθηματικὲς εὐλάβειες.
Εἶμαι ὁ ἀκούσιος της ὑπάρξεως
ἡ κράση μου δὲν εἶναι ἄνθος εἶναι ὠμότητα
διάκειμαι χιλιόχρονος ἂν καὶ πέφτω
σὲ ματωμένα δευτερόλεπτα αἰωνίως
μ᾿ ἔχουν ἐπισημάνει οἱ ἄνεμοι.

Μάιος 1989
Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η λάθος αγάπη


Είμαστε,
συναρτήσεις φλύαρων απόπατων,
αρμονικών χρωμάτων,
ανάπηρων λοστών
όταν λιώνει το σπίρτο απάνω στο χέρι μας,
και μόνο μέσα μας φωνάζουμε ωχ,
όταν διοργανώνουμε ειδικά πάρτι,
με τα λάθος φιλιά,
στο παιχνίδι της απάτης,
και την ώρα που χύνεται ο καφές,
δίνουμε ο ένας στον άλλον συμβουλές,
που έχουν μέσα τους τη λάθος αγάπη.

Γερμανικός ρομαντισμός,
Ισπανική υποχώρηση,
είναι φράσεις που μας πλήγωσαν,
και ποτέ δε μας χρησίμευσαν.

Μεθαύριο, θα πάμε παρέα στο γιατρό,
μεθαύριο θα ποντάρουμε παρέα στο Προ Πο,
κι αν είναι καλοήθης η αιμορραγία,
κι αν ίσως πιάσουμε κανένα δεκατρία,
θα έχουμε νετάρει στη φιλία το φακό.

Υπερβατικός ερωτισμός,
εσωτερική ματαίωση,
είναι φράσεις που μας βόλεψαν,
μες στο φόβο της απόρριψης.
Μόνο ένα πρωινό, ζωτικής σημασίας,
για λίγο ο κόμπος λύθηκε,
όταν ο ήλιος αναδύθηκε
(απ’ της Αθήνας το Ανατολικό βουνό).

Λένα Πλάτωνος

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σχῆμα τῆς ἀπουσίας Ι


Ὅ,τι ἔφυγε, ριζώνει ἐδῶ, στὴν ἴδια θέση, λυπημένο, ἀμίλητο
ὅπως ἕνα μεγάλο βάζο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ πουλήθηκε κάποτε
        σὲ δύσκολες ὧρες,
καὶ στὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας, ἐκεῖ ποὺ στέκονταν τὸ βάζο,
ἀπομένει τὸ κενὸ πυκνωμένο στὸ ἴδιο σχῆμα τοῦ βάζου, ἀμετάθετο,
ν᾿ ἀστράφτει διάφανο στὴν ἀντηλιά, ὅταν ἀνοίγουν πότε-πότε
        τὰ παράθυρα,
καὶ μέσα στὸ ἴδιο βάζο, πούχει ἀλλάξει τὴν οὐσία του
μὲ ἴδια κ᾿ ἰσόποσην οὐσία ἀπ᾿ τὸ κρύσταλλο τοῦ ἄδειου,
μένει καὶ πάλι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο κούφωμα, λίγο πιὸ ὀδυνηρὰ ἠχητικὸ
        μονάχα.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ βάζο διακρίνεται τὸ χρῶμα τοῦ τοίχου
πιὸ σκοτεινό, πιὸ βαθύ, πιὸ ὀνειροπόλο,
σὰ νἄμεινε ἡ σκιὰ τοῦ βάζου σχεδιασμένη σὲ μία σαρκοφάγο -
Καί, κάποτε, τὴ νύχτα, σὲ μίαν ὥρα σιωπηλή,
ἢ καὶ τὴ μέρα, ἀνάμεσα στὶς ὁμιλίες,
ἀκοῦς βαθιά σου κάποιον ἦχο ὀξύ, πικρὸ καὶ πολυκύμαντο
σάμπως ἕνα ἀόρατο δάχτυλο νὰ ἔκρουσε
κεῖνο τὸ ἀπόν, εὐαίσθητο, κρυστάλλινο δοχεῖο.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)
Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Χαμηλοφώνως


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

(από τη συλλογή Εντός παρενθέσεως, 1945)
Δ.Π.Παπαδίτσας

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ρόδα αειθαλή

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γιʼ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.


(από τη συλλογή Λυσιμελής πόθος, 2008)
Τίτος Πατρίκιος

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Περί ύψους

Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).

Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.

Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.

(Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001)
Νάσος Βαγενάς

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα


Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, nλiθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Kωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω
στη μεθυσμέvn μου απογοήτευση
γυρεύovτας μια πόρνη ή ένα φίλo ή τηv ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής – λογής βολτάρουν τη νύχτα και σιδερένια σκυλιά
που κορνάρουν
γάτες στoυς σκουπιδοτενεκέδες
και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Kωστή Παλαμά, άμυαλε γερoξεφαvτωτή
καθώς έμπαινες μέσα στo μπαρ γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πiνovτας ένα διπλό ουiσκι.
Σ’ ακoλoύθησα μέσα από ομiχλες από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυvαικεiων μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνω στo σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα.
-Eiμαστε οι ζωvτανότεροι τoύτης της νύχτας-
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καxύπoπτα και τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι; Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύvn δασκάλευες με φωτιά και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας, όταν ξαφνικά n vύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στην καρέκλα παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας που άχνιζε.
Νιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων. Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα
της Αθήνας, πρoσκυvώvτας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα
ρου γέρο. Όποτε μου τη δώσει, θα σε σκοτώσω.

Λευτέρης Πούλιος

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Όνειρο

Ἕνα μικρὸ σὲ μιὰ κούνια εἶναι πεθαμένο.
Μιὰ μαυροφόρα (πιθανῶς ἡ μάνα του) κάθεται ἀπὸ πά-
νω του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς. Ἔπειτα σιγὰ σιγὰ τὸ ση-
κώνει, τὸ βάζει κάτω... τὸ μικρὸ σὰν παραζαλισμένο
ἀρχίζει νὰ περπατάει.
- Δές, λέω, εἶναι πεθαμένο κι ὅμως περπατάει.

Από τη συλλογή "Καταβύθιση", 1990
Μίλτος Σαχτούρης

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Χάος


Πού βαδίζουμε μέσα σ’ αυτό το χαμό
μέσα στη νύχτα

Αγαπημένη μορφή
ματιά
χαμόγελο
που ταξιδεύει στο Βορρά

Καράβια και φώτα
στο πέλαγο

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα έρημος

Πού να βαδίζουμε

Γιατί τόσο ασάλευτη η νύχτα
γιατί τόσο βαθύς ο ουρανός

Παντού σκοτάδι
νύχτα γυμνή

Μορφή καθάρια
που χάθηκες στη νύχτα

Θα πορευθούμε
βαθιά θλιμμένοι
μέσα στο δρόμο
των αστεριών

Ο καθένας στο αστέρι του
στη δική του χαρά
στα δικά του δάκρυα

Όχι χαμόγελα
τίποτε πια

[από τη συλλογή του "Ο Δύσκολος Θάνατος" , εκδόσεις Νεφέλη.]
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Η σούτρα του ηλιοτρόπιου

Περπάτησα στις πλευρές της αποβάθρας με τις μπανάνες και τα κονσερβοκούτια και κάθισα κάτω απ’ τον πελώριο ίσκιο μιας μηχανής της Σάουθερν Πασίφικ να δω το ηλιοβασίλεμα πάνω απ’ τους λόφους με τα χαμόσπιτα και να κλάψω.
Ο Τζακ Κέρουακ έκατσε δίπλα μου πάνω σ’ έναν σπασμένο σκουριασμένο πάσσαλο, σύντροφος μου, είχαμε τις ίδιες σκέψεις της ψυχής, ταλαίπωροι και μελαγχολικοί με μάτια θλιμμένα, ζωσμένοι απ’ τις ατσάλινες ροζιασμένες ρίζες των δέντρων των μηχανημάτων.
Το λιγδιασμένο νερό του ποταμού καθρέφτιζε τον κόκκινο ουρανό, ήλιος πεσμένος στις τελευταίες κορυφές του Φρίσκο, κανένα ψάρι σ’ αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης
σ’ αυτά τα βουνά, μονάχα εμείς εδώ τσιμπλήδες με πονοκέφαλο από μεθύσι σαν
παλιοί αλήτες στην ακροποταμιά, κουρασμένοι και σαΐνια.
Κοίτα το Ηλιοτρόπιο μου ‘πε, υπήρχε μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη σαν άνθρωπος, καθισμένη ξερή στην κορφή ενός σωρού από αρχαίο πριονίδι-
-Έτρεξα ‘κει μαγεμένος- ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, μνήμες του Μπλαίηκ-
τα οράματά μου- το Χάρλεμ και η κόλαση των ποταμών στα Ανατολικά, γέφυρες που κλαγγάζουν Λιγδιασμένα Σάντουιτς του Τζο, χαλασμένα παιδικά καροτσάκια, μαύρα φαγωμένα λάστιχα αυτοκινήτων ξεχασμένα και σκασμένα, το ποίημα της ακροποταμιάς, καπότες και καθίκια, ατσάλινα μαχαίρια, τίποτα ανοξείδωτο,
μονάχα η λασπερή βρόμα και τα κοφτερά σαν ξυράφι τεχνουργήματα που περνάνε στο παρελθόν- και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, τσακισμένο ταλαίπωρο και σκονισμένο με τη λέρα και την καταχνιά και τον καπνό των γέρικων ατμομηχανών στο μάτι του- στεφάνι με θολά πέταλα τσαλαπατημένο και διαλυμένο σαν στραπατσαρισμένο στέμμα,
σπόρια πεσμένα απ’ το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο- όπου να ‘ναι- στόμα
ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες λησμονημένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένος σκληρός ιστός αράχνης,
φύλλα που προεξέχουν απ’ το κοτσάνι σαν χέρια, χειρονομίες απ’ την όλο πριονίδι ρίζα, σπασμένα κομμάτια σοβά πεσμένα απ’ τα μαύρα του κλωνάρια, μια ψόφια μύγα
στο αφτί του,
Ανίερο στραπατσαρισμένο παλιόπραμα, ηλιοτρόπιό μου Ω ψυχή μου,
σ’ αγάπησα τότε!
Η λέρα δεν ήταν ανθρώπου λέρα, μα θανάτου και ανθρώπινων ατμομηχανών,
όλο τούτο το κάλυμμα της σκόνης, τούτο το πέπλο σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού
δέρματος, η καπνιά στα μάγουλα, τούτο το βλέφαρο μαύρου μαρτυρίου, τούτο
το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή τεχνητό εξόγκωμα χειρότερο κι απ’ τη βρόμα βιομηχανικό- μοντέρνο- όλος τούτος ο πολιτισμός που λερώνει το τρελό χρυσό σου στέμμα-

κι εκείνες οι θολές σκέψεις του θανάτου και τα σκονισμένα μάτια χωρίς αγάπη και
τ' απομεινάρια και οι μαραμένες ρίζες κάτω στον σπιτικό σωρό της άμμου και στο πριονίδι,

τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα κότσια και τα σωθικά του αυτοκινήτου που κλαίει και βήχει, τα άδεια έρημα κονσερβοκούτια με τις
σκουριασμένες τους γλώσσες στερημένες, τι άλλο να κατονομάσω,
τις καπνισμένες στάχτες κάποιου πούρου της ψωλής, τα μουνιά στα καροτσάκια, και τα γαλακτερά στήθια των αυτοκινήτων, φθαρμένοι κώλοι καρεκλών και σφιγκτήρες
των δυναμό-
όλα πλεγμένα μέσα στις μουμιοποιημένες σου ρίζες- κι εσύ στέκεσαι εκεί εμπρός μου στο ηλιοβασίλεμα, κι όλη σου η δόξα στην μορφή σου!
Υπέροχη ομορφιά του ηλιοτροπίου! Τέλεια και εξαίρετη αγαπημένη ύπαρξη του ηλιοτροπίου! Ένα γλυκό φυσικό μάτι στο νέο φευγάτο φεγγάρι, που σηκώθηκε
ζωντανό και συνεπαρμένο αρπάζοντάς με στην σκιά του σούρουπου, την μηνιαία χρυσή αύρα της ανατολής!
Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου, χωρίς να φταίνε εκείνες που ‘σαι ‘συ μες στη βρόμα, ενώ καταριόσουν τους ουρανούς του σιδηρόδρομου και την λουλουδένια ψυχή σου;
Φτωχό νεκρό λουλούδι είσαι; πότε λησμόνησες πως λουλούδι ήσουν; πότε κοίταξες
το πετσί σου κι αποφάσισες πως ήσουν μια ανίκανη βρόμικη παλιά ατμομηχανή;
το φάντασμα της ατμομηχανής; το φάσμα και η σκιά μιας άλλοτε τρελής ισχυρής Αμερικάνικης ατμομηχανής;
Δεν ήσουν ποτέ ατμομηχανή Ηλιοτρόπιο, ήσουν ένα ηλιοτρόπιο!
Μην ξεχνάς τα λόγια μου! Κι εσύ Ατμομηχανή, ήσουνα μια ατμομηχανή!
Κι έτσι άρπαξα τον χοντρό σκελετό του ηλιοτρόπιου και τον κράτησα σφιχτά στο πλευρό μου σαν σκήπτρο, και δίνω το κήρυγμα μου στην ψυχή μου, και στην ψυχή
του Τζακ, και σ’ όποιου άλλου που θα ακούσει, την ψυχή.
-Δεν είμαστε το πετσί μας το βρόμικο, δεν είμαστε η φοβερή ανεμοδαρμένη σκονισμένη αφάνταστη ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας,
ευλογημένα απ’ την ίδια μας τη σπορά και χρυσά μαλλιαρά γυμνά κατορθωμένα σώματα που γίνονται τρελά μαύρα κανονικά ηλιοτρόπια το ηλιοβασίλεμα, που τα κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τον ίσκιο της τρελής ατμομηχανής της ακροποταμιάς στο ηλιοβασίλεμα του Φρίσκο με τους λόφους και τα κονσερβοκούτια, το βράδυ της ρέμβης και της φαντασίας.

Allen Ginsberg


Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Ανάμεσα στα σκέλια μου θέλω ν'αστράψεις

Έρχεται η νύχτα και η έκστασή σου γυμνή θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
Να σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιώνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
ανάμεσα στα σκέλια μου θέλω ν’ αστράψεις
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλομιάζουν
θέλω τα ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε.
Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα σου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δος μου τροφό την κνήμη σου.
Ύστερα ας κοιμηθούμε του αδελφού μου αδέλφι
μια και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα
 Δεν υπάρχουν λέξεις
τρίχες μόνο
μέσα στον δίχως πρασινάδα κόσμο
όπου τα στήθια μου είναι βασιλιάδες
δεν υπάρχουν ανδραγαθίες
το πετσί μου μόνο και τα μερμήγκια
που ανάμεσα στις πληθω-
ρικές μου κνήμες γαυριάζουν
της σιωπής φορούν τις μάσκες και δουλεύουν
Έρχεται η νύχτα και η έκστασή σου
το σώμα μου βαθύ, αυτό το δίχως
νόηση χταπόδι
χάφτει το πέος σου που σειέται
πάνω στη γέννησή του

 Έρχονται τα πρωτοβρόχια.
 Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
 Των χεριών σου οι τυφλές μηχανουργίες
μέσα στους κόλπους μου τους ανατριχιασμένους
της παραλυμένης γλώσσας σου οι αργές κινήσεις
μέσα στα παθητικά αυτιά μου
η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως
κόρες μάτια σου πνιγμένη
μέσα στην κοιλιά σου ο θάνατος
που το μυαλό μου τρώει
όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη.

Το κενό στο κεφάλι μου επάνω
μέσα στο στόμα μου ο ίλιγγος
κι εσύ στη ράχη μου
πάνω στη στέγη γάτος
που ένα μάτι μασουλάει γλυκερό
μάτι προσκυνητή που το θεό του
αναζητάει.
 Η σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές
ασίγαστες, που είναι η κόλασή μου.
 Μέσα στο κόκκινο βελούδο της κοιλιάς σου
στων μυστικών κραυγών σου μέσα το μαυράδι
έχω εισδύσει
κι η γη χορεύοντας τραγουδώντας αιωρείται
κόκκινη απ’ τα σπλάχνα σου η γη
από το δηλητήριο δαγκωμένα
το αίμα ένας δαίμονας τυφλός
των νυχτών σου ποταμός αόμματος
ροκανίζει τις αστάθειές σου
το κάψιμο απ’ τους εμπαιγμούς σου
μέσα στο κόκκινο του θανάτου σου
ατλάζι
μες στον τρισκότεινο διάδρομο των
ομματιών σου μπήκα
κι η γη χορεύει τραγουδά αιωρείται
και ξεβιδώνεται από αγαλλίαση η κεφαλή μου.

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…

Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.

(Μετάφραση Έκτωρ Κακναβάτος , Εκδόσεις Κείμενα, 1978 “Τα ερωτικά της Τζόις Μανσούρ”)
Joyce Mansour

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Παραλυτικός

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι

Που μ' αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα

Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,

Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.

Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο

Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ' επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια

Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ' ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου

Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα  στο ασέλωτο άλογό μου

Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.

Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.

(Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

 (από την Υψικάμινο)
 Ανδρέας Εμπειρίκος

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Δώρο Γενεθλίων

Τι είναι αυτό πίσω απ το πέπλο; Είναι άσχημο; Είναι όμορφο;
Λαμπυρίζει, έχει στήθη, έχει άκρες;

Είμαι σίγουρη, είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν σκύβω ήσυχα στη μαγειρική μου, το νοιώθω να κοιτάζει, το νοιώθω να σκέφτεται

«Αυτή είναι που για χάρη της θα εμφανιστώ,
Αυτή είναι η εκλεκτή, με τις μαύρες κόγχες των ματιών και την ουλή;

Που μετράει το αλεύρι, βγάζοντας το περίσσιο,
Επιμένοντας σε κανόνες σε κανόνες σε κανόνες.

Είναι αυτή για τον Ευαγγελισμό;
Θεούλη μου, τι γέλιο!»

Όμως λαμπυρίζει, δεν σταματάει και νομίζω με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή μαργαριταρένιο κουμπί.

Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω μεγάλη επιθυμία για δώρο τη χρονιά αυτή.
Στο κάτω κάτω, μόνο κατά τύχη είμαι ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί την ώρα εκείνη, με όποιο τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που φεγγοβολούν σαν κουρτίνες,

Διάφανα σατέν παραθύρου το Γενάρη
Άσπρα σαν βρεφικά στρωσίδια, αστραφτερά, με ανάσα νεκρή. Ω φίλντισι!

Πρέπει να ναι κάποιος χαυλιόδοντας εκεί, μια κολώνα-φάντασμα.
Δεν το βλέπεις, δεν μου καίγεται καρφί τι είναι.

Μα μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην γίνεσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για πράγματα φριχτά.
Aς καθίσουμε πάνω του, ένας σε κάθε μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το λούστρο, τα ποικίλα καθρεφτίσματά του.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν φαγητό νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Ο κόσμος θα υψωθεί σε μια στριγκλιά και το κεφάλι σου μαζί,
Υποταγμένο, μπρούτζινο, ασπίδα αρχαϊκή,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι δεν είναι έτσι.

Μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα πιο κει.
Ούτε καν θα μ ακούσεις να τ ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε πέσιμο κορδέλας, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δεν νομίζω να μ έχεις άξια γι αυτή την εχεμύθεια.

Αν ήξερες μόνο πώς τα πέπλα σκότωναν τις μέρες μου.
Για σένα υπάρχουν μόνο διαφάνειες, αέρας καθαρός.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατοί από δαύτα. Μονοξείδιον του άνθρακος.

Γλυκά γλυκά εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατο, με τους εκατομμύρια

Πιθανούς κόκκους που σημαδεύουν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ντυμένη ασημί για την περίσταση. Ω αριθμομηχανή -

Σου είναι αδύνατον ν αφήσεις κάτι να περάσει και να φύγει ακέραιο;
Πρέπει να σφραγίζεις με μωβ κάθε κομμάτι,

Πρέπει να σκοτώνεις  ό,τι μπορείς;
Υπάρχει ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Ανασαίνει απ τα σεντόνια μου, το ψυχρό νεκρό κέντρο

Όπου ζωές χυμένες πήζουν και κοκαλώνουν και γίνονται παρελθόν.
Μην το αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, δάχτυλο το δάχτυλο.

Μην αφήσεις να έρθει με λέξη του στόματος, θα είμαι εξήντα χρονών
Την ώρα που θα έχει φτάσει ολόκληρο, πολύ ανήμπορη να το κάνω κάτι.

Μόνο ρίξε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαρύτητά του, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα πως το χεις πάρει σοβαρά.

Τότε θα υπήρχε μια ευγένεια, τότε θα υπήρχαν τα γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα χάραζε, θα τρυπούσε

Αγνό και καθαρό όσο το κλάμα ενός μωρού,
Και το Σύμπαν θα γλιστρούσε απ το πλευρό μου.

(Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Το χέρι

Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται
Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο
Φεύγουν τα πέταλά της ένα - ένα
Μέσ' στην ανταύγεια του φουστανιού της.
Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται
Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων
Μέσ' στα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή την μπλούζα
Που φάνταξε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Πριν χτυπήσω


Πριν χτυπήσω και ανοίξει η σάρκα,
Με χέρια ρευστά στη μήτρα παισμένος,
Εγώ που ήμουν ασχημάτιστος σαν το νερό
Που σχημάτισε τον Ιορδάνη πλάι στο σπίτι μου
Υπήρξα αδελφός της θυγατέρας της Μνεθά
Κι αδελφή του υιοθετημένου σκουληκιού.
Εγώ που ήμουν αδιάφορος σ’ Άνοιξη και Καλοκαίρι,
Που δεν ήξερα τον ήλιο και τη σελήνη με τ’ όνομά τους,
Ενω ήμουν ακόμη μια λιωμένη μορφή,
Τα μολύβδινα αστέρια, το βροχερό σφυρί
Στριφογυρισμένο απ΄τον πατέρα μου στο θόλο του.
Ήξερα το μήνυμα του Χειμώνα,
Το φερμένο χαλάζι, το παιδικό χιόνι
Κι ο άνεμος ήταν μνηστήρας της αδελφής μουֹ
Άνεμος μέσα μου ορθωμένος, η χθόνια δροσιάֹ
Οι φλέβες μου ξεχύθηκαν με τους αγέριδες της ανατολήςֹ
Ανεπίτευκτος ήξερα τη νύχτα και τη μέρα.
Έτσι ανεπίτευκτος ακόμη και υπέφεραֹ
Ο τροχός των ονείρων τα κρινένια κόκκαλά μου
Έστριψε σ’ ένα ζωντανό μηδενικό.
Και σάρκα ψαλιδίστηκε να διασχίσει τις γραμμές
Κρεμάλες στο συκώτι
Και βάτα τα κουλουριασμένα συλλογικά.
Το λαρύγγι μου ήξερε τη δίψα πριν τη δομή
Του δέρματος και των φλεβών γύρω στην πηγή
Που λέξεις και νερό κάνουν ένα μίγμα
Ασφαλές ώσπου το αίμα να τρέξει γεμάτοֹ
Η καρδιά μου ήξερε την αγάπη, η κοιλιά μου την πείναֹ
Μύρισα το σκουλήκι στην κένωσή του.
Κι ο χρόνος έχυσε τη θνητή μου πλάση
Να συμπαρασυρθώ ή να πνιγώ στις θάλασσες
Φιλιωμένος πια με την αρμυρή περιπέτεια
Φουσκονεριών που δεν άγγιξαν ποτέ τις ακτές.
Εγώ που ήμουν πλούσιος φτιάχτηκα ο πλουσιότερος
Ρουφώντας το κρασί των ημερών.
Εγώ γεννημένος απο σάρκα και φάσμα δεν ήμουν
Μήτε φάσμα, μήτε άνθρωπος, μα φάντασμα θνητό.
Και τσακίστηκα απ’ την φτερούγα του θανάτου.
Ήμουν θνητός ως τη στερνή
Μεγάλη ανάσα που έφερε στον πατέρα μου
Το μύνημα του ψυχορραγούντος Χριστού του.
Εσύ που γονατίζεις σε σταυρό και βωμό,
Θυμήσου με και σπλαχνίσου τον,
Αυτόν που έκανε τη σάρκα και τα κόκκαλά μου πανοπλία
Και διπλοσταύρωσε της μάνας μου τη μήτρα.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το κίνητρο



Κάποτε θα ξανάρθω με μακριά μαλλιά μουσκεμένα από την οργή της θάλασσας με φωνή βροντερή που θα πάλλει στο διάστημα για να κατοικήσω και πάλι σ’ αυτή τη γη αλλά όχι σαν ποιητής

Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω πως είμαι παρείσακτος και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα κι οσμές πυρωμένης βροχής για να επιζήσω από τ’ άγρια θηρία τους μαστροπούς και τα νήπια όνειρα

Και θα κάνω πέρα τους δισταγμούς και τις ικεσίες και τις λάγνες συσπάσεις που θα φράζουν τυχόν το δρόμο μου και θα χορεύω στο σκοπό των νέων παλικαριών κι όταν θα φτάνω σε σύναξη ανθρώπων

Να τος θα λεν αυτός που θα εκπορθήσει τα τείχη της ντροπής αυτός που έζησε στην εποχή των παθών και του λυρικού του λόγου αυτός που έρχεται τώρα να κηρύξει τη λατρεία του ήλιου

Και θα αναπνέουμε φως σ’ έναν κόσμο φωτεινό κι οι κύκλοι του έρωτα θα γυρίζουν αδιάκοπα μες στους ιριδισμούς τους και θα εξαργυρώνω το τίμημα της μοναξιάς που τόσο ακριβά την αγόραζα μέσα στο αλόγιστο πλήθος

Και θα ζήσω μια γήινη ζωή χαρισάμενη γλιστρώντας σε αγκαλιές γυναικών πότε στο χόρτο και πότε στην άμμο τραγουδώντας μεσ’ από τα στόματα των παιδιών μου ίδιο πτηνό σε σκιερά φυλλώματα κατά το δειλινό

Και θα ζω μέσα στον άνεμο και θα βάζω το αυτί μου στη γη για ν’ ακούω τους σφυγμούς της και θ’ ακούω μέσα της βαθιά ξεχασμένους νεκρούς να μιλούν μεταξύ τους

Και θα τρέχω στα ποτάμια και στα δάση και στο αίμα σας κι απελεύθερος θα βλέπω στα μεγάλα σας μάτια τον ουρανό κι όχι σαν ισόβιος αιχμάλωτος μέσα στα στεγανά της Ποίησης


Που έκανε τη ζωής μας τόσο εύθραυστη
Και σύντομη

Κι όμως μοναδική.

Κλείτος Κύρου