Follow by Email

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πάθη της βροχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά




Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η μπαλάντα των μικροαστών

Κι όταν σμίξαν τα κορμιά τους
Ένοιωσε πως είν’ δική του
Μες στην ηδονή του σκότους
Ήταν μόνη πια μαζί του
Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Ούτε βιάζονταν να φτάσει
Αχ γλυκά την ψηλαφίζει
Κι η καρδιά της πάει να σπάσει
Το κουράγιο του μη χάσει
Προσευχή μικρή ψελλίζει

Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Και δε γνώριζε τη στάση
Για να μην την διακορεύσει
Πήγε κάποτε σε σπίτι
Εκεί γνώρισε την γεύση
Και της ηδονής τη κύτη

Το κορμί της ύδωρ λήθης
Ε, δεν ήταν κι ερημίτης
Κι όρκο πήρε πια ν’ αλλάξει
Αχ τη φλόγα για να σβήσει
Που της άναψε πανώρια
Βρήκε έναν άνδρα κυπαρίσσι
Πρόθυμο και δίχως όρια
Που την ξάπλωσε στην σκάλα
Και την έκανε τραμπάλα
Ως της σφίγγει τον αυχένα
Ε, δεν είναι και παρθένα
Της ανέβηκε η κάψη

Και την σκέψη του βλογάει
Να μην προχωρήσει ακόμη
Κείνη τη βραδιά του Μάη
Που της φίλησε την κόμη
Ψεύτης εκείνος αυτή πόρνη
Λέν όλο ντροπή και τύψη
Η βρωμιά πότε θα λείψει;

Bertold Brecht

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αιτών


Kατ αρχάς, είσαι ο άνθρωπός μας;
Έχεις
Γυάλινο μάτι, ψεύτικα δόντια ή μια πατερίτσα
Ορθοστάτη ή ένα γάντζο
Λαστιχένια βυζιά ή λαστιχένιο καβάλο;

Ράμματα που να δείχνουν ότι κάτι σου έχει αφαιρεθεί; Όχι όχι; Τότε
Κι εμείς πώς να σου δώσουμε έστω και το παραμικρό;
Πάψε να κλαις
Για άνοιξε το χέρι σου
Άδειο; Άδειο. Ιδού ένα χέρι

Να το γεμίσεις και μάλιστα πρόθυμο
Να φέρει φλιτζάνια τσάι και να διώξει τις έγνοιες
Και να κάνει ότι του πεις.
Θα το παντρευτείς;
Eίναι εγγυημένο

Να σου κλείσει τα μάτια στο τέλος
Και να διαλυθεί από τη λύπη.
Φτιάχνουμε νέο απόθεμα αλατιού.
Παρατηρώ ότι είσαι τελείως γυμνός.
Τι λες γι αυτό το κουστουμάκι -

Μαύρο και κολλαριστό πλην όχι κακής εφαρμογής.
Θα το παντρευτείς;
Είναι αδιάβροχο, είναι άθραυστο, σε προστατεύει
Από τη φωτιά και τις βόμβες που πέφτουν απ τη στέγη
Πίστεψέ με θα σε θάψουνε μ αυτό.

Τώρα το κεφάλι σου είναι, με το συμπάθιο, άδειο.
Έχω εισιτήριο για κείνο.
Για έλα γλύκα, βγες απ το ντουλάπι
Λοιπόν τι σκέφτεσαι για κ ε ί ν ο ;
Για ν αρχίσεις θα ναι άγραφο χαρτί

Αλλά στα εικοσιπέντε χρόνια θα γίνει αργυρή
Στα πενήντα χρυσή
Μια κούκλα ζωντανή, όπου κι αν την κοιτάξεις.
Μπορεί να ράβει, μπορεί να μαγειρεύει
Μπορεί να μιλάει να μιλάει να μιλάει

Δουλεύει, όλα πάνε μια χαρά.
Έχεις μια τρύπα, είναι κατάπλασμα
Έχεις ένα μάτι, είναι εικόνα
Αγόρι μου, είναι η τελευταία σου ευκαιρία.
Θα το παντρευτείς παντρευτείς παντρευτείς;

(Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Αμερική

Αμερική στα ‘δωσα όλα και τώρα είμαι ένα τίποτα.
Αμερική δύο δολάρια και είκοσι επτά σεντς 17 Ιανουαρίου, του 1956.
Δεν αντέχω μήτε τα λογικά μου.
Αμερική πότε θα πάψουμε τον ανθρώπινο πόλεμο;
Τράβα γαμήσου εσύ και η ατομική σου βόμβα.
Δε νιώθω καλά μη με σκοτίζεις.
Το ποίημα μου δεν θα το γράψω αν δεν έρθω στα συγκαλά μου.
Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;
Τα ρούχα σου πότε θα τα βγάλεις;
Πότε θα αντικρίσεις τον εαυτό σου μέσα απ’ το τάφο;
Πότε θα γίνεις ισάξια του εκατομμυρίου Τροτσκιστών σου;
Αμερική οι βιβλιοθήκες σου γιατί είναι γεμάτες δάκρυα;
Αμερική πότε θα στείλεις τα αυγά σου στην Ινδία;
Τις παράλογες απαιτήσεις σου τις σιχάθηκα.
Πότε μπορώ να μπω στο σούπερ μάρκετ και να ψωνίσω ότι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;

Στο κάτω κάτω Αμερική εγώ κι εσύ είμαστε τέλειοι όχι ο κόσμος που θα ‘ρθει.
Οι μηχανές σου παραείναι για μένα.
Μ’ έκανες να θέλω άγιος να γίνω.
Για να λύσουμε αυτό το ζήτημα θα πρέπει να υπάρχει άλλος τρόπος.
Ο Μπάρροουζ είναι στη Ταγγέρη δεν το βλέπω να επιστρέφει, κακό σημάδι.
Είσαι στ’ αλήθεια απειλή ή κάνεις πλάκα;
Προσπαθώ να μπω στο θέμα.
Αρνούμαι το πάθος μου να παρατήσω.
Αμερική μη με ζορίζεις ξέρω τι κάνω.
Αμερική τα άνθη της δαμασκηνιάς πέφτουν.
Εδώ και μήνες δεν διαβάζω εφημερίδες, κάθε μέρα κάποιος δικάζεται για φόνο.
Αμερική νιώθω συμπάθεια για τους Γουάμπλις.
Αμερική σαν ήμουν μικρός ήμουν κομμουνιστής και δεν μετανιώνω.
Καπνίζω μαριχουάνα σε κάθε ευκαιρία.
Κάθομαι μέρες στο σπίτι μου μονάχος όντας σε αδιέξοδο και κοιτάζω τα ρόδα
Μέσα στη ντουλάπα.
Όταν πηγαίνω στην Τσάιναταουν μεθάω και ποτέ δεν πηδιέμαι.
Το έχω πάρει απόφαση θα ‘χουμε φασαρίες.
Θα ‘πρεπε να μ’ έχεις δει να διαβάζω Μαρξ.
Ο ψυχαναλυτής μου πιστεύει πως έχω απόλυτο δίκιο.
Δεν θα το πω το Πάτερ Ημών.
Έχω μυστικά οράματα και κοσμικές δονήσεις.
Αμερική δεν σου ‘χω πει ακόμα τι έκανες στον Θείο Μαξ σαν ήρθε απ’ τη Ρωσία.
Σε εσένα μιλάω.
Θα αφήσεις το περιοδικό Τάιμ να ελέγχει τα αισθήματα σου;
Έχω μανία με το περιοδικό Τάιμ.
Το διαβάζω κάθε εβδομάδα.
Το εξώφυλλό του με κοιτάζει κάθε φορά που ξεγλιστράω στου ζαχαροπλαστείου τη γωνία.
Το διαβάζω στο υπόγειο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Μπέρκλεϋ.
Πάντοτε μου μιλά για τη υπευθυνότητα. Οι επιχειρηματίες είναι σοβαροί.
Οι παραγωγοί του σινεμά είναι σοβαροί. Όλοι είναι σοβαροί εκτός από μένα.
Μου φαίνεται πως είμαι εγώ η Αμερική.
Μιλάω ξανά στον εαυτό μου.
Η Ασία ξεσηκώνεται εναντίον μου.
Δεν έχω τη ευκαιρία του κινέζου.
Καλύτερα να αναλογιστώ τους εθνικούς μου πόρους.
Οι εθνικοί μου πόροι αποτελούνται από δυο τσιγαριλίκια με μαριχουάνα
εκατομμύρια γεννητικά όργανα μια αδημοσίευτη προσωπική λογοτεχνία
που πετάει σαν τζετ με 1400 μίλια την ώρα και είκοσι επτά χιλιάδες ψυχιατρεία.
Για να μην αναφέρω τις φυλακές μου ή τα εκατομμύρια των αδικημένων που ζουν
μέσα στις γλάστρες μου κάτω απ’ το φως πεντακοσίων ήλιων.
Κατάργησα τα μπορδέλα στη Γαλλία, σειρά τώρα έχει η Ταγγέρη.
Φιλοδοξώ να γίνω Πρόεδρος παρά το γεγονός πως είμαι Καθολικός.
Αμερική πώς να γράψω μια ιερή λιτανεία μες στη βλακεία που σε δέρνει;
Θα συνεχίσω όπως ο Χένρυ Φορντ οι στροφές μου είναι το ίδιο ατομικές όσο
και τα αυτοκίνητά του μα επιπλέον έχουν όλες τους διαφορετικά φύλα.
Αμερική θα σου πουλήσω τις στροφές μου για 2500 δολάρια το κομμάτι
με προκαταβολή δολάρια 500 λόγω των παλιών σου στροφών
Αμερική ελευθέρωσε τον Τομ Μούνευ
Αμερική σώσε τους Ισπανούς Δημοκράτες
Αμερική ο Σάκο και ο Βανζέτι δεν πρέπει να πεθάνουν
Αμερική είμαι τα παιδιά του Σκότσμπορο.
Αμερική σαν ήμουν επτά χρονών η μαμά μ’ έπαιρνε μαζί της σε κομμουνιστικών
οργανώσεων συγκεντρώσεις μας πούλαγαν στραγάλια μια χούφτα το κουπόνι
και το κουπόνι έκανε μια δεκάρα και οι ομιλίες ήταν ανοιχτές όλοι ήταν πράοι
και νοιάζονταν για τους εργάτες όλα ήταν τόσο τίμια δεν μπορείς
να φανταστείς πόσο ωραίο ήταν το κόμμα το 1935 ο Σκοτ Νίαρινγκ ήταν ένας
πελώριος γέροντας ένας πραγματικός κύριος η Μητέρα Μπλουρ το Αιώνιο Θηλυκό των απεργών του Μεταξιού με έκανε να κλαίω κάποτε είδα
Μπροστά στα μάτια μου τον Ίσραελ Άμτερ.
Όλοι τους πρέπει να ήταν κατάσκοποι.
Αμερική δεν θες στ’ αλήθεια πόλεμο.
Αμερική φταίνε ‘κείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.
Οι βρωμο-Ρώσοι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι και οι Κινέζοι. Κι εκείνοι οι βρωμο-Ρώσοι.

Η Ρωσία θέλει να μας φάει ζωντανούς. Η Ρωσία είναι τρελή υπερδύναμη. Θέλει να
κλέψει απ’ τα γκαράζ μας τα αυτοκίνητα.
Θέλει να κατακτήσει το Σικάγο. Χρειάζεται ένα αριστερό Reader’s Digest.
Θέλει να πάει τα εργοστάσια που φτιάχνουν αυτοκίνητα στη Σιβηρία.
Οι τρομεροί γραφειοκράτες της να ελέγχουν τα βενζινάδικα μας.
Δεν είναι καλή. Ξου. Αυτή θα μάθει γράμματα στους Ινδιάνους. Χρειάζεται
μεγάλους αραπάδες. Χα. Θα μας βάλει να δουλεύουμε δεκάξι ώρες τη μέρα.
Βοήθεια.
Αμερική τα πράγματα είναι σοβαρά.
Αμερική αυτή την εντύπωση σχηματίζω βλέποντας τηλεόραση.
Αμερική έτσι έχουν τα πράγματα;
Καλύτερα να μιλήσουμε στα ίσια.
Είναι αλήθεια πως δεν θέλω να πάω στο Στρατό ή να δουλεύω τόρνους
σε εργοστάσια εξαρτημάτων ακριβείας, είμαι μυωπικός και ψυχοπαθής
ούτως ή άλλως.
Αμερική βάζω τον ομοφυλόφιλο ώμο μου στον τροχό.


Allen Ginsberg

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μια άσκηση φυσικής άλυτη

Τώρα, μαλλιά ξεριζωμένα απάνω από τ’ αυτιά
τα υπόλοιπα αγκάθινα σrεφάνια
δαγκωμένα τοστ στα χέρια
νωπά, από μετάληψη ωφέλιμη στην πέψη
αδιαμαρτύρητες γλώσσες χωρίς γεύση
ομοιόμορφες αδιάβροχες φωνές
σε ποτ πουρί εκατομμυρίων χιτ
πάνω στο ίδιο μπιτ
αποστεωμένα πόδια σε αγώνα στάσης
σε βιτρίνα αθλητική εκεί
κάθε πρωί, κάθε πρωί...

2 παρά πέντε τις μικρές εβδομάδες
3 παρά πέντε τα μικρά Σάββατα
ανύπαντρες μαμάδες άγνωστοι αεροσυνοδοί
με βλέμμα καρφωμένο σε άγνωστη οροφή
η καρφωμένη μοτοσυκλέτα σε κουμπί εντολή
ολοκληρωτικού πολέμου
μέσα σε έγχρωμα καντράν

μέσα μας
στα γρήγορα, στα όρθια φτηνά ρεστοράν
η μασέλα ακριβείας διαμελίζει κάτι σημαντικό από μας
μια άσκηση φυσικής άλυτη
κι εμείς πίσω από ένα παραβάν πάνω σ ’ ένα πλακάτ
ιδιοφυείς παράλυτοι
άγρια κληρονομιά της κιβωτού του Αραράτ
Θεέ μας υπολογιστή
εννοούμε να σε περιμένουμε για τη λειτουργία
σε τροχιά οριστική, διαστρική, έστω κι ασύλληπτη.

Λένα Πλάτωνος

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μαθητευόμενος της οδύνης

Ξεκίνησε αυγή
χαράματα
να κλέψει τ’ άστρα
ξεκίνησε
νύχτα
και σκότωσε
όλα τα όνειρα
αυτό το άγαλμα
και μπλέκονταν ως βάδιζε
τα γυμνά πόδια του
στους βάτους
και μάτωναν στ’ αγκάθια

και τα ευγενικά ευλογημένα χέρια του
ίδια πουλιά της Άνοιξης χάιδευαν
τα γεράνια π'ονομάτιζε μια νύχτα αγάπης
και του παρθενικού ονειροκρίτη της
τις βαθιές πόρπες

και των βυζιών της
τις κραυγές τις κόκκινες
και τους κρυφούς θυσάνους

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


O φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.
Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!
Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.
Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Bertold Brecht

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Τρίπτυχο του δημοψηφίσματος

1
Σιγά σιγά πείστηκαν
ότι έπεισαν
αλλά ο σιωπηλός είπε όχι

δηλαδή
δεν κατάφεραν ν' αλλάξουν την εικόνα
ούτε πέτυχαν
να χαλαρώσουν το σφιγμένο πρόσωπο

ωστόσο
και σε πείσμα δικό τους
έφεραν εις πέρας
έναν ολόκληρο άθλο

να μην τους νικήσει ένα μέτωπο
ούτε ένα κόμμα
ούτε κανενός είδους μάχη
ούτε το χάρισμα κάποιου αρχηγού
αλλά να τους κατατροπώσει
σαν σύνολο
ο λαός

2
Για εφτά χρόνια
έτσι του είπαν
είχε την ελευθερία
είχε τη δικαιοσύνη
είχε την ευημερία
είχε την τάξη
είχε την ασφάλεια
είχε τη γαλήνη

πριν πάει να ψηφίσει
φρόντισε
να κοιταχτεί στον καθρέφτη
και τότε σιωπηλός
χωρίς ν' αμφιβάλλει ούτε μια στιγμή
ψήφισε την καταπίεση
και την αδικία
και την έλλειψη άνεσης
και την αταξία
και την ανασφάλεια
και την ταραχή

3
Για προφανείς λόγους
δεν ήταν ακριβώς
μια συνειδητή επιλογή
του συνόλου
αλλά μόνο το άθροισμα
εξακοσίων χιλιάδων
ατομικών
συνειδητών επιλογών

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ἐπίλογος

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.

«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»

Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.

Μανόλης Ἀναγνωστάκης

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Περιμένοντας τους βαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 
Κ.Π.Καβάφης

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Σεισμός

Και τώρα το τελευταίο μας μήνυμα.
Αφιερωμένο σε κάθε λογής περιθώριους,
παραπεριθώριους και φλαμπουροκουβαλήστρες
σ' όλους αυτούς που πολεμήσαν.

Μόνο ένας σεισμός μας σώζει, φοβερός κατακλυσμός
μαϊντανός να γίνουν όλα, να χαθεί ο πολιτισμός.
Όπως η Ατλαντίς.

Η ισοπέδωση με έκανε κι εμένα καραφλό, φοράω κάσκα
εσύ μου πας στο σινεράμα, Κρίσνα Χάρε
κι εγώ, σοφός μ' ένα στομάχι φερμουάρ,
να μένει πάντοτε κλειστό όταν πεινάει,
μα και στη λόξα του να λέει au revoir.

Άμα δε σου πέσει η μούρη πως μωρέ θ' αντιληφθείς
τι σου λέει ένας σαμάνος κι ένας οραματιστής.
Όπως η Ατλαντίς.

Η ισοπέδωση με έφαγε κι ας ήμουνα βουνό, μου `καναν μπάνιο
η επανάσταση η όλη του πλανήτη,
ούτε ένα ράφι να μου φτιάξει δεν μπορεί,
απολογήσου μπρος σε μένα τον νεφρίτη,
μη βολοδέρνεις μες στο ψέμα σου μωρή.

Τώρα μαστουριάστε όλοι με τραγούδια του τεκέ
μοναχά τεκέ δεν βρίσκεις που να βρεις και ναργιλέ.
Όπως και Ατλαντίς.

Αν το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο θεός, εγώ τι φταίω;
Αντίς να φτιάξουνε σε μένα εκκλησίες
να με λατρέψουν σαν συμπέρασμα γυμνό
χωρίς θεόλογα και παπαδοπορδίες
παν και τις φτιάχνουνε στον ίδιο το θεό.

Μόνο ένας σεισμός μας σώζει, απ' το πλέγμα δηλαδής
μαϊντανός να γίνουν όλα, να βουλιάξει όλη η γης.
Όπως η Ατλαντίς.

Νικόλας Άσιμος

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη
σουβλερή γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Joyce Mansour

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κινούμενη Άμμος



Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Jacques Prevert

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης


Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά.

 (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
Anna Akhmatova

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Πόθος


Πᾶμε στὸ κάμπο πέρα κεῖ τ᾿ ἀπόβραδο
πιασμένοι ἀπὸ τὸ χέρι ὡραῖο κοράσι
ὁ ἀχὸς τῆς πολιτείας τῆς ἀρρωστιάρικης
ποτὲ νὰ μὴ μπορέση νὰ μᾶς φτάσῃ.

Καὶ κεῖ στὸν κάμπο πέρα τὸν ἀνθόσπαρτο
ὅπου γιορτάζει πάντα ἡ φύσι
ἀγκαλιαστοὶ θὰ νοιώσουμε τὸν ἔρωτα
ὡς ὅτου ἡ ψυχὴ νὰ μᾶς ἀφήσῃ.

Καὶ χελιδόνι νὰ γενῇ γοργόφτερο
ψηλὰ στὸν οὐρανὸ νὰ φτερουγίσῃ
νὰ διαλαλήσῃ ἐκεῖ μὲ τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ὅ,τι εἴχαμε ποθήσει.

* Ψευδώνυμο: Πέτρος Βαλχαλάς. Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας 
στὶς 22 Ἰανουαρίου 1928, ἀρ. φύλλου 114, σελίδα 7.

Νίκος Καββαδίας

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το Mετέπειτα


Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις
αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις

εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.
Aνάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,

θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.
Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
Ευαγγελίου του Χριστού — ζωής αδιασπάστου.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π.Καβάφης

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.

Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;

(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη)
Ηeinrich Heine

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

25η ραψωδία της Οδύσσειας

Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλες τους
άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νιότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το συκώτι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.

Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μού καναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.

Και νά μαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομμύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθιά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.

Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώρης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.

Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.

Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.

Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφοσύνη
και τα ποιήματα.

Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφήσανε μια νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στοίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδυ, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν' ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομμένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθιά, βαθιά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλοσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Anne Sexton

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας


- 1 -

Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Φρουροί ασάλευτοι προσμένουν διαταγές
Και αν μερικοί συμπολιτεύονται με τους ολέθρους
Και άλλοι κοιτάζουν τ'άλογα στα δόντια
Μάχεται τους ολέθρους ο αιγίπαν
Κι ενώ κροτούν επίμονα τα τύμπανα
Γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

Και το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει.

Συν γυναιξί και τέκνοις
Οι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στα ξέφωτα
Γιατί τα τύμπανα αντηχούν στα ηλιακά των πλέγματα
Και οι κραδασμοί μέσ' απ' τη γη ξεχύνονται
Σπάργωσιν φέρνοντας στα σώματα και τις ψυχές.

- 2 -

Και το μεγάλο πανηγύρι συνεχίζεται.
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Άλλοι παλεύουν παίζοντας στα χώματα
Πίδακες αναπηδούν από τη γη
Επιταχύνειται η έκκρισις των σιελογόνων
Τα ντέφια των αθιγγανίδων πάλλονται
Όσον και οι μαστοί των όταν
Σαν αυροφίλητες μπρατσέρες βολτατζάρουν
Στα κύματα των χορευτικών στροβίλων
Δίνοντας σάρκα και οστά στους μύθους
Δίνοντας σάρκα και οστά στους ζωντανούς ρυθμούς
Με όρθιες τις ρώγες στους αρσενικούς ανέμους
Με όρθιους τους στημόνες των μυστικών ανθέων
Κάτω απ' το σέλας των πλατυγύρων φορεμάτων
Όταν τ' αγόρια ορθώνονται με την ψυχή στο στόμα
Και ο Σείριος καλεί την Ανδρομέδα
Κι οι γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

- 3 -

Τι κι αν δε φαίνονται του στερεώματος τ' αστέρια
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ακούονται οι φωνές των ουρανίων σωμάτων
Και πάλλεται ο αήρ και αντιβοούν της πανηγύρεως τα πλήθη
Και ενώ με λόγια αστράπτοντα ξεσπούν οι χρησμοί
Εκθλίβεται απ' τους κορμούς των δένδρων το ρετσίνι
Ευφραίνονται μες στο τριφύλλι οι μόσχοι
Και χρεμετίζουν τ' άλογα καθώς
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Και σείονται οι αθιγγανίδες

Και αγαλλιούν μπρος στους γυμνούς μαστούς τ' αγόρια
Ολίγος κόσμος έμεινες στις πόλεις
Μες στις αυλές στους δρόμους στις πλατείες
Οι απομένοντες καρατομούν τα βλοσυρά του παρελθόντος χρόνια
Διότι οι μοίρες γράψαν στα ντουβάρια


- 4 -

Τα ριζικά των νέων εποχών
Κι αίφνης παντού όπου τα δέντρα υψώνονται
Σε κήπους σε δενδροστοιχίες
Και ας είναι ο μήνας Μάριτος
Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους
Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις
Των δονουμένων τζιτζικιών.

Κι αίφνης κοντά στης πανηγύρεως τον χώρο
Μέσα από σπήλαιον βαθύ προβαίνει
Ως άνθρωπος Νεαντερντάλειος
Ως άνθρωπος απόλυτος οριστικώς erectus

Πολύ πριν ακουσθή η κλαγγή των λεγεώνων
Πρωτόκλητος και αρχέτυπος προβαίνει
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ως μέγας αναμάρτητος Αδάμ
Μ' ένα λαλίστατον ειρηνικό πουλί στον ώμο
Ως άρχων της γης μοιραίος προβαίνει
Αναζητών λαόν πιστόν και αγέλας καλιμμάστων νεανίδων
Βαρύγδουπος κισσοστεφής προβαίνει
Θανάτω θάνατον πατήσας
Ο νέος αιών.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Η πέτρα του ήλιου

  (απόσπασμα)


Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,
Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,
Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες
Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον
Ω δάσος από μαγικές κολόνες,
Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω
Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

Octavio Paz

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Στες Σκάλες

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 
Κ.Π.Καβάφης