Follow by Email

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…
André Breton

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

στ’

Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ’ αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν’ αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει στόμα που ανοίγει
Σ’ άλλο στόμα -κόκκινο παιχνίδι κλαδεμένο απ’ τον ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ’ ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ’ αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ’ ένα κύμα, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουνε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη ορμητήριο αναπάντεχο

Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ’ ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940)
 του Οδυσσέα Ελύτη

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Πεθαίνοντας


Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·

όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείς
μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ' άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα

την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς
μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια --
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

Κώστας Καρυωτάκης

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Αναμονή

Περίμενε πάντα και τα πάντα
Μια ολόκληρη ζωή

Περίμενε το τραμ τον ταχυδρόμο
Τον Άι-Βασίλη περίμενε
Τις γυναίκες περίμενε το καλοκαίρι
Με τ' αγριοπερίστερα
Αργότερα περίμενε τον εχθρό
Και το φίλο τον εχθρό και

Αποκαμωμένος τώρα περιμένει
Το θάνατο

Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)
Κλείτος Κύρου

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Το μαχαίρι


Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ' οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Από τη συλλογή Ευθύτης οδών, Homo humanus (Απρίλης 1959)
Άρης Αλεξάνδρου

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Θάνατοι


Είναι άνθρωποι που την κακήν ώρα
την έχουν μέσα τους.

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ' τη χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων·

ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια·

ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,
ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
και τον καημό δεν είπατε που γράφω·

μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.

από την συλλογή "Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων"
Κώστας Καρυωτάκης

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Περιμένοντας τὸ βράδυ


Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Υπήρξε Καιρός


Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;

Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.

Τώρα ειν' αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ' ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.

Κάτω απ' τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ' αγνότερα χέρια
και σαν τ' άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.

Dylan Thomas

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Αντικλείδι για μελανιές

Άν στερεώσω στ’ άρωμα σου βελόνα
θα ’χω πυξίδα;

Εδώ είναι ο τροπικός
με το σπασμένο στόμα
πέφτουνε μπόρες αιφνίδιες
και ξεθαρρεύει η μοχθηρή χλωρίδα στην καρδιά μου

είναι μια βάτος – δεν αρπάζει με τίποτα –
τι γκαζάκια δοκίμασα
τι βενζίνες και βασκανίες

μάλλον φταίνε κι εκείνες οι μπόρες

  ή

 δεν έχει Θεό

αυτή η ατέρμονη περιπλάνηση

Ποιος πούστης άγγελος
μου ’δωσε τρύπιο φλασκί
και δεν έχω μια σταλιά μελωδία

Αυτό που λέμε δρόμος
είναι μόνο ένα μέρος του δρόμου
κι όλες οι Παναγιές
   δεμένες στα δέντρα


Δεν είναι πια η καρδιά
είναι τα πεινασμένα της σίδερα

Γιάννης Στίγκας 

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Για την Αποκατάσταση του Μαύρου (άτιτλο)

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου.

( από τη συλλογή  «Το Ξύλινο Παλτό», Εκδόσεις Καστανιώτη 1982)
Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ο νεκρός

Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περίμεναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους.
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
(Τόσα και τόσα πράγματα πού δεν προβλέπονται
Τόσες συνέπειες ανυπολόγιστες, τόσες θυσίες,
Σε ποιους υπεύθυνους να διαμαρτυρηθείς, που να φωνάξεις;)
Και ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Φθινοπωρινή Διαθήκη


Εδιάβηκα πολύ κοντά στο μίσος,
είναι σοβαρά τα ρίγη του,
οι γνώσεις του ιλιγγιώδεις.
Το μίσος είναι σπαθόψαρο,
κινείται στο αόρατο νερό
και τότε το βλέπεις να ’ρχεται
κι έχει αίμα στο μαχαίρι του:
το αφοπλίζει η διαφάνεια.
Τότε, γιατί μίσος
γι’ αυτούς που τόσο μας μίσησαν;
Εκεί βρίσκονται, κάτω απ’ το νερό,
κι ενεδρεύουν ξαπλωτοί
ετοιμάζοντας σπαθιά και ξιδόλαδο,
αραχνοϊστούς και ξυλοϊστούς.
Δε μιλάω για χριστιανισμούς,
δεν είναι κήρυγμα ούτε φτηνολογία,
μα είναι πως το μίσος έχει χάσει:
του πέσανε τα λέπια
στην αγορά του δηλητήριου,
και στο μεταξύ ο ήλιος βγαίνει
και κάθεσαι και δουλεύεις
και αγοράζεις το ψωμί σου και το κρασί σου.
Όμως το υπολογίζει στη διαθήκη του
Του μίσους θα του αφήσω
τα πέταλα του αλόγου μου,
τη ναυτική μου τη φανέλα,
τα οδοιπορικά παπούτσια μου,
τη μαραγκούδικη καρδιά μου,
το κάθε τι που έμαθα να κάνω
και ό,τι με βοήθησε να αντέχω,
ό,τι είχα γερό και καθαρό,
αδιάσπαστο και αποδημητικό,
κι έτσι να μπορεί να μαθευτεί στον κόσμο
πως όσοι έχουν δάσος και νερό
μπορούν να κόψουν και ν’ αρμενίσουν,
μπορούν να πάνε και να γυρίσουν,
μπορούν να πονέσουν και ν’ αγαπήσουν,
μπορούν να φοβούνται και να δουλεύουν,
μπορούν να είναι και να συνεχίζουν,
μπορούν ν’ ανθίζουν και να πεθαίνουν,
μπορούν να ’ναι απλοί και σκοτεινοί,
μπορούνε και χωρίς αυτιά,
μπορούν ν’ αντέξουν στη δυστυχία,
μπορούν να περιμένουν ένα λουλούδι,
τέλος, μπορούμε να υπάρχουμε,
αν και δεν δέχονται τις ζωές μας
μερικοί πουτάνας γιοι.

Μετάφραση, Δανάη Στρατηγοπούλου
Pablo Neruda

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ἡ Στάχτη


Φύσαγε ὁ ἀγέρας
ἀνέβαζε τὴ στάχτη τους
τὴν πήγαινε στὸν οὐρανὸ
φοβόταν ἐκείνη φοβόταν
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.

Πάψε τρελέ του ἔλεγε
δὲν εἴμαστε πιὰ στὴ γῆ
δὲν ἔχουμε πιὰ δέρμα
δὲν ἔχουμε μαλλιὰ
δὲν ἔχουμε μήτε μάτια.

Γίναμε στάχτη τῆς ἔλεγε
ὅμως μὲ βλέπεις καὶ σὲ βλέπω
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στάχτη
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη.

Εἶμαι ἡ στάχτη σου τοῦ ἔλεγε
καὶ εἶσαι ἡ στάχτη μου
μὰ ποῦ ἀνεβαίνουμε ποῦ πᾶμε
κι ὅλο φυσάει κι ὅλο σὲ χάνω
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.

Πάψε τρελέ του ἔλεγε.

Γιώργος Παυλόπουλος

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί
τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.
Οι νεκροί μετακομίζουν σ’άλλα σώματα αφήνοντας
μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.
Ο ουρανός το γυρίζει γρήγορα στο γαλάζιο.
Ένας καυτός ήλιος περνάει
σφυρίζοντας πάνω απ’το κεφάλι μου.
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα», μου έλεγε
τις προάλλες ένας ταξιτζής.
«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν
δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».

Νάσος Βαγενάς

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Μεγαλυνάρι


Τ' όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι.
Τ' όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ' όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου: ρινίσματα ήλιου.
Τ' όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου: στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.
Τ' όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ' όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ' όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ' όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου: ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι.
Τ' όνομά σου: ομιλία δυο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ' όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ' όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου: ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ' όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλλων.
Τ' όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα.

Τ' όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ' όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ' όνομά σου: ένας άρτος βαλμένος στην άκρη της γης, που περίσσεψε.

Τ' όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957)
του Νικηφόρου Βρεττάκου

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Πρωί

Άνοιξε τα μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαύρο πανὶ πλατιά καὶ τέντωσέ το
άνοιξε τα μάτια καλά στύλωσε τα μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς το μαύρο πανὶ ξεδιπλώνεταi
όχι μέσα στον ύπνο μήτε μέσα στὸ νερό
μήτε σαν πέφτουνε τα βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξά σαν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πως το μαύρο δέρμα του τυμπάνου
σκεπάζει ολόκληρο τον ορίζοντά σου
όταν ανοίξεις τα μάτια ξεκούραστος, έτσι.
Ανάμεσα στὴν ισημερία της άνοιξης και την ισημερία
του φθινοπώρου
εδώ είναι τα τρεχάμενα νερά εδώ είναι ο κήπος
εδώ βουίζουν οι μέλισσες μες στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αυτιά ενὸς βρέφους
καὶ ο ήλιος να! και τα πουλιά του παραδείσου
ένας μεγάλος ήλιος πιο μεγάλος απ᾿ το φως.

Γιώργος Σεφέρης

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964)
Τάσος Κόρφης

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Στο παράθυρο

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Είναι μια όαση τρυφερή
Στης ασφάλτου την έρημο

Δε μπορείς ν' αγγίξεις τη μορφή της
Είσαι ήδη μέσα στο πρόσωπό της

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Δεν αποσύρεται νωρίς στα ενδότερα
Ούτε βιάζεται να κλείσει τις κουρτίνες
Μένει ακίνητη εκεί σού χαρίζεται ολόκληρη
Ώσπου να νυχτώσει και να χαθεί
Μέσα στο μαύρο της το κάδρο

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995) (2001)
Ιάκωβος Καμπανέλλης

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ποῦ εἶσαι


Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε

«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα 'ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949)
Κλείτος Κύρου

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Ακόμη κι οι ελέφαντες

Τι δύσκολο να σε δω να σου χαμογελάσω
να προσποιηθούμε όλοι
να φανταστώ ένα μέλλον που να σε περικλείει
να πω ότι θα γυρίσουμε θα γυρίσεις
ν' αναπνεύσεις τον αέρα της γειτονιάς σου
να δεις την παραλία την καρδιά της ημέρας
ν' απολαύσεις τα σταφύλια τα ροδάκινα
αυτή την πολυτέλεια του φτωχού
πώς να μιλήσουμε γι' αυτά τα απλά πράγματα
που νοστιμεύουν τη ζωή και τη ζωή σου
αν ξέρουμε ότι ακολουθούν τα ίχνη σου
και κανείς δεν πρέπει να σε φυλάξει ή να σε κρύψει
ούτε θα μπορέσει να πείσει το λαγωνικό σου
ούτε να πεθάνει για σένα ούτε να ξεσπάσει
σ' ένα κλάμα-κλειδί για να μείνεις
ζωντανός ανάμεσά μας
στην αρχή η εξορία ήταν
μόνο το αγκάθι του να ζεις μακριά
τώρα είναι κι αυτό του να πεθαίνεις μακριά
ήδη η λίστα έχει τέσσερις-πέντε
η μοναξιά ο καρκίνος και οι σφαίρες
τους αποτέλειωσαν και ποιος ξέρει
όσο περισσότεροι είναι τώρα τόσο λιγότεροι
στην περιπλανώμενη χώρα
η γουλιά είναι ακόμη πιο πικρή
γιατί να πεθαίνεις εξόριστος είναι η ένδειξη
ότι όχι μόνο σε σένα αλλά σε όλους
μας αφαίρεσαν αυτό το τελευταίο δικαίωμα
να εγκαταλείψουμε το τρένο στον σταθμό
όπου άρχισε το ταξίδι
 μας αφαίρεσαν
αυτόν τον σπιτικό θάνατο που ξέρει
από ποια μεριά κοιμόμαστε και τι όνειρα
φέρνει η αγρύπνια
γι' αυτό όταν δέχομαι ότι φεύγεις
χωρίς να έχεις επιστρέψει και μάλιστα στην αγκαλιά
ενός λαού που είναι αδερφός
σου υπόσχομαι
ν' αγωνιστώ όχι μόνο για ν' αλλάξω τη ζωή
αλλά και για να προστατέψω τον θάνατο
τον δικό μας
που είναι μήτρα και γέννηση
να πεθαίνεις όπου θέλεις
 όπως απαιτούν
ακόμη κι οι ελέφαντες.

Mario Benedetti

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Το δέντρο

Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

Δ.Π.Παπαδίτσας

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Τροχιά

Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.
Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.
Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.

Έκτωρ Κακναβάτος