Follow by Email

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Επιτάφιος για έναν ποιητή


Ποθούσε πάντοτε να τραγουδάει
να τραγουδάει για να ξεχνάει
την αληθινή ζωή του
που ήταν γεμάτη ψέματα
και να θυμάται την ψεύτικη ζωή του
που ήταν γεμάτη αλήθειες.

Octavio Paz

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο θάνατος θα'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια άδεια λέξη.
Κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
Θα’ ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

Μτφρ. Σωτήρης Τριβιζάς
Cesare Pavese

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Τα ενώτια

Σβήνουν ολοένα οι ίσκιοι των πτήσεων μες στα νερά
του καθρέφτη. (Ούτε ίχνος καν απ’ τη δική σου.)
Πέρασε και το σφουγγάρι και κυνήγησε τις άοπλες
λάμψεις έξω απ’ του χρυσού κατόπτρου τον κύκλο.
Τις πέτρες σου, τα κοράλλια, την πανίσχυρη εξουσία
που σε απάγει αναζητούσα· και διώχνω να φύγει
τη θεά που δεν σαρκώνεται, τους πόθους φέρνω
ίσαμε εκεί που δεν τους καίει η αστραπή σου.
Έξω τρίζουν έλυτρα, τρίζει, το τρελό τρίζει
ξόδι γνωρίζοντας πως δυό ζωές τώρα πια δεν μετράνε.
Στην κορνίζα γυρνούν και πάλι οι μαλακές
μέδουσες της εσπέρας. Το είδωλο το δικό σου
θα έλθει από κάτω: εκεί, στους λοβούς σου, άσαρκα
δυό χέρια τρέμοντα σου κρεμάνε τα κοράλλια.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Eugenio Montale

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ελεγείο της μοναξιάς

III

Έχω καιρό.  Έχω καιρό.
Ο δείχτης των δευτερολέπτων γυρίζει τόσο αργά, το μάτι μου
δεν μπορεί να τον περιμένει
Ο ήλιος του αιώνα γυρίζει τόσο αργά, ο ίσκιος μου δεν μπορεί
να τον περιμένει
Ο ίσκιος μου φεύγει ολομόναχος χοροπηδάει δίχως εμένα
ανεβαίνει στις γέφυρες ρίχνει κάτω τα δέντρα περνάει
μέσ' απ' τους τοίχους
Ο ίσκιος μου φεύγει δίχως εμένα στην ανεμοδαρμένη γέφυρα
Ο ίσκιος μου ερωτοτροπεί με τη μητρόπολη
ήταν πάνω στον Αμαζόνιο σαν μεγάλο μπαομπάμπ
Ο ίσκιος μου γοργοδιαβαίνει

Περπατώ. Περπάτησα. Θα περπατήσω
απο το μαγαζί ως την προκυμαία, απο την προκυμαία
στο μαγαζί
Το σκωτσέζικο κουστούμι μου έχει το χαλκοπράσινο χρώμα
των φθινοπωρινών φύλλων
Ο φούρναρης πέθανε ενώ φούρνιζε μισοφέγγαρα
Η δεσποινίς Λευκή Πασχαλιά του 4ου ορόφου τρελλάθηκε
Ο καιρός χαλάει. Οι εικόνες σκουριάζουν. Οι πόρτες θρυμ-
ματίζονται
Ο αδελφός είναι μόνος μέσα στην καταιγίδα
Το τραμ του γολγοθά είναι μόνο του στο υπόστεγό του
ο γάϊδαρος κλαίει μόνος στην Οδό Μικρών Πόνων
και σένα σ' αφήνω ν' αφανιστείς
είσε μονάχη, αγάπη μου, κι ονειρεύεσαι ένα λιβάδι της Ιταλίας
ενώ εγώ γράφω το ελεγείο της μοναξιάς

Περπατώ σαν τρελλός
έχω αργήσει φεύγοντας απ' το μαγαζί φεύγοντας από
την προκυμαία
όλα αυτά τα όνειρα για τη Μαδαγασκάρη έχουν πετάξει
όλα τα σύκα έπεσαν απο το δέντρο
η πέμπτη συμφωνία έφτασε κιόλας στο adagio.


Ποιήματα (1920-1950) Μτφρ. Ε.Χ Γονατάς
Yvan Goll

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Για την ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα
Δε θα'χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ'έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ' αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα'χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ'τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

Γιάννης Ρίτσος

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις.

Horhe Luis Borges

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Τα νεκρά φύλλα

Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !

Μτφ. Μαριάννα Τζανάκη
Jacques Prévert

Γράψε λάθος


Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.

Κική Δημουλά

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Καλημέρα σκύλε

Βλέπω στο δρόμο ένα σκυλί
Του λέω: Τι κάνεις σκύλε;
Φαντάζεστε ποτέ να μ' απαντούσε;

Όχι; Ε, να λοιπόν που ωστόσο μ' απαντάει
Αν και γι' αυτό βεβαίως εσείς δε δίνετε πεντάρα
Έτσι όταν βλέπω γύρω μου ανθρώπους
Να προσπερνάνε τα σκυλιά χωρίς καν ένα βλέμμα

Νιώθω βαθιά ντροπή για τους γονιούς τους
Και των γονιών τους τους γονιούς
Γιατί μια τόσο φοβερή ανατροφή

Προϋποθέτει τρεις γενιές -δεν υπερβάλλω διόλου!-
Σύφιλη κληρονομική
Όμως προσθέτω

-Μην τυχόν και ταραχτεί κανένας-
Ότι τα πιο πολλά σκυλιά συνήθως δεν μιλάνε.


μτφρ. Αντώνης Φωστιέρης-Θανάσης Θ. Νιάρχος
Boris Vian

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω

Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,
μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.
Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω,
κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο
σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω,
σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.

Pablo Neruda

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

ΙV


Αν με τη μεσολάβηση του Κυρ-Νουρί του παραγγελιοδόχου
Η πολιτεία μου, η Ιστανμπούλ μούστελνε
Ένα κουτί από κυπαρισσόξυλο, ένα κουτί νυφιάτικο
Κι αν τάνοιγα έτσι κάνοντας να κουδουνίσει
το μικρό καμπανάκι της κλειδαριάς: Ιζίιιννννν

Να δυο τόπια υφάσματα της Σίλλης
Δυο ζευγάρια πουκάμισα
άσπρα μαντήλια κεντημένα με κλωστή ασημένια
άνθη λεβάντας μέσα σε μικρά τούλινα σακουλάκια
και συ – ω, αν έβγαινες κ’ εσύ μέσα από κει.

Θα σ’ έβαζα να κάτσεις άκρη – άκρη στο κρεββάτι μου
Θάβαζα κάτου από τα πόδια σου το λυκίσιο μου δέρμα
Και θα’μμένα μπροστά σου με τα χέρια μου δεμένα και σκυμμένο
το κεφάλι
Θα σε κοιτούσα, ω εσύ χαρά μου, θα σε κοιτούσα μαγεμένος
Πόσο όμορφη είσαι, Θεέ μου, α πόσο όμορφη
Ο αέρας και το νερό της Ιστανμπούλ μες το χαμόγελό σου
Όλη η ηδονή της πολιτείας μου μες στο βλέμμα σου
Ω σουλτάνα μου, ω αφέντρα μου, ω αν μ’ άφηνες
Κι αν ο Ναζίμ Χικμέτ ο σκλάβος σου τολμούσε
Θα’ 'ταν σάμπως ν'’ ανάσαινε και να φιλούσε όλη την Ιστανμπούλ στο
μάγουλό σου.
Όμως φυλάξου
φυλάξου μη μου πεις «έλα σιμά μου»
μου φαίνεται πως αν το χέρι σου άγγιζε το χέρι μου
θα σωριαζόμουνα νεκρός στο τσιμεντένιο πάτωμα.

 Επιστολές και ποιήματα(1942-1946)
Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος
Nazim Hikmet

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Αμοργός(απόσπασμα)

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Νίκος Γκάτσος

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του

Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του
Που κυβερνούν από καρπό σε ώμο
Ξεσκεπάζει το κεφάλι που σαν κοιμισμένο στοιχειό
Στηρίζει το θνητό μου κυβερνήτη
Την περήφανη ράχη που ξεπετιέται
Όλο στροφές και συστροφές.
Κι αυτά τα δύστυχα νεύρα
Κουβάρι ν’ ανεβαίνουν στο κρανίο
Πόνος στο ερωτοστέρητο χαρτί
Παραδίδω στην αγάπη με τις άναρχες καλικατζούρες μου
Που αρθρώνουν όλη την πείνα του έρωτα
Και μιλούν για την αρρώστια του κενού στη σελίδα.
Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα πλευρά μου
Και βλέπει την καρδιά του
Να πατά γυμνή σαν Αφροδίτη
Της σάρκας την ακτή
Και να πνέει την αιματόχρωμη πτυχή της
Μανδύας τη νεφρική μου υπόσχεση
Υπόσχεται μια θέρμη μυστική.
Κρατά το νήμα του νευρικού κιβωτίου του
Επαινώντας την πλάνη τη θνητή
Γέννησης και θανάτου απάτες αναίσχυντων κλεφτών
Και τον άνακτα της πείνας
Τραβά την αλυσίδα κινείται η δεξαμενή.

Dylan Thomas

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Ο εχθρός


Μια καταιγίδα η νιότη μου ήταν σκοτεινιασμένη,
που τήνε σκίζει εδώ κι εκεί φωτός αναλαμπή·
στον κήπο μου οι νεροποντές τη γύμνια έχουν σπαρμένη,
και του έχουν μείνει λιγοστοί ροδόχρωμοι καρποί.

Να, το χινόπωρο άγγιξα των ιδεών, κι ακόμα
το φτυάρι και το δίκρανο θα πάρω μια φορά,
κι απ’ την πλημμυρισμένη γη, μαζεύοντας το χώμα,
θα κλειώ τις τρύπες που άνοιξαν σαν τάφους τα νερά.

Κι οι νέοι ανθοί του ονείρου μου, ποιος ξέρει αν βρούνε πάλι
στο χώμα αυτό που πλύθηκε σαν άμμο στ’ ακρογιάλι
κρύφια τροφή να πάρουνε, δύναμη κι ευωδιά.

Ω, αλίμονο, ω, αλίμονο, τη ζωήν ο Χρόνος κλέβει
κι ολοένα ο Σκοτεινός Εχθρός, που τρώει μας την καρδιά,
απ’ το αίμα που εμείς χάνουμε ορθώνεται κι αντρειεύει!

Charles Baudelaire

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Ώσις



'Εστω κι αν η γαλήνη απλώνεται στα χόρτα
Ουδέποτε τ' ανασαλέματα δεν παύουν
Αυτά μας ζουν και ζούμε εμείς εντός τους
Τα πρώτα ανασαλέματα τα πρώτα αρχέτυπα
Της ίδιας άλικης ορμής που προωθεί τις ώσεις
Σπαθάτα χελιδόνια μέσ' στον ήλιο
Και πουπουλένια νυχτοπούλια μέσ' στο σκότος
Θαρθούν τ' ανασαλέματα θαρθούν τα ρίγη
Κι' όταν ακόμα ακινητούν τ' αστέρια
Στους βελουδένιους των βυθούς.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Είναι τα ποτάμια

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

«Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα
Horhe Luis Borges

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Είμαι ένα πλάσμα

Σαν αυτό το λίθο
του Σαν Μικέλε
τόσο ψυχρό
τόσο σκληρό
τόσο στεγνό
τόσο ανθεκτικό
τόσο ολότελα
ξέψυχο

Σαν αυτόν το λίθο
είναι το κλάμα μου
το κρυφό

Τον θάνατο
ξεπληρώνουμε
ζώντας

Giuseppe Ungaretti

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου


Στο ημερολόγιο γράψαμε: "Κυκλών και καταιγίς".
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν - Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πωσε κάποιον,
 κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με...Κάποτες όπου 'χα πιει πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με...Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ' την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ' την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε...ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ' έναν μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε...ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...

Νίκος Καββαδίας

Μαξ


Η Μαξ κι εγώ
δυο αδερφές έξαλλες,
δυο συγγραφείς έξαλλες,
δυο καταπονημένες,
κάναμε μια συμφωνία.
Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.
Να του επιβληθούμε.
Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.
Όταν έσπασε την πλάτη της,
κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.
Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο
μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.
Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα
ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή
θα μιλάμε ορθά-κοφτά,
θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,
θα το πάρουμε όπως έρχεται.
Ναι,
όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του
δεν θα ’μαστε ευγενικές.

Anne Sexton

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Δυο κορμιά


Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δυό κύματα,
ενώ ωκεανός είναι η νύχτα.
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δυό πέτρες
κι έρημη χώρα είναι η νύχτα.

Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δεντρόριζες
μπερδεμένες μες σε μιά νύχτα.
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε μαχαίρια
μέσα στο αστροπελέκι της νύχτας.
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι αστέρια και πέφτουν μαζί
σε ουρανό που χάσκει ολόαδειος

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Οκτάβιο Παζ

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Σχέδιο για άλλοθι

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ' άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει

 Έκτωρ Κακναβάτος

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Ύπνος βαρύς σαν μόλυβδος


στον Philippe Soupault 

Ο αγουροξυπνημένος κοιμώμενος ατενίζει τη ζωή με μάτια μικρού παιδιού
Κοιμώμενε πιο σύννεφο σκιάζει το γαλάζιο του μετώπου σου
Ο άνθρωπος κουνάει ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από την καταιγίδα
Θα ήθελε να παίξει στις τέσσερις γωνιές μα δεν μπορεί Είν’ ολομόναχος
Η σφαίρα του ήλιου ματαίως του δίνεται
Ματαίως τα γείσα των γεφυρών
Ματαίως
Ο Ερρίκος ο Δ΄ τον προσκαλεί σ’ ένα παιχνίδι κυνηγητό
Ο κόσμος κυλά κατ’ απ’ τα πόδια του και δίπλα του οι περαστικοί έχουν πάντα το ίδιο πρόσωπο
Οι πιο βιαστικοί μοιάζουν πιο νέοι κι οι πιο ηλικιωμένοι βαριούνται τη ζωή τους(2)
Βλέποντας την δεν θα πιστεύαμε πως η πόλη δεν είναι από χαρτόνι ούτε πως τα βράδυα
Ψεύτικη σαν τις κόρες των ματιών των γυναικών και των επιστήθιων φίλων
Τι κινδύνους διατρέχω Ακίνητος στο παραπέτο του σύμπαντος
Αν ήταν να χαθώ σ’ αυτή τη δαγεροτυπία η όψη των σπιτιών στις οχτώ η ώρα θερινή
Ο ίλιγγος η διακόσμηση γίνονται το πρόσωπο της ζωής
Το πρόσωπο της κόρης εκείνης που τόσο αγάπησα
Για τις παλάμες της τα μάτια της και την ηλιθιότητα της
Πόσο ψευδόσουν υπέροχα τοπίο του έρωτα
Κι εκείνη η μικρή σπηλιά στο κούφωμα των ώμων σου
Και τ’ ανατριχιάσματα που κυλούσαν σαν τις σταγόνες στο πρόσωπο μου
Οργή οργή μα τραγουδούσες με χαμηλή φωνή σαν να ‘σουν η πιο αθώα στη γη
Και δεν έβρισκες παρά σύμφωνα κουφά
Ήχοι τραβηγμένοι από το αίμα για να ονοματίσουν τα χείλη τα χάδια
Ό,τι χόρευε ανάμεσα σε δυο σώματα η φλόγα της επιθυμίας κερί
Το βούισμα των μυγών στα φρούτα είμαι εγώ
Κι όταν αφηνόμουν ελεύθερος άφηνες με νόημα το μπράτσο σου να κρέμεται ώριμο
Μπορεί δίχως κόπο να νυστάζει
Δεν είναι νεκρό Κινείται σ’ έναν κόσμο πιο ελαστικό
Μη μου μιλάτε για το φως του ήλιου
Προσμένω την κόρη της ανάμνησης να ξαναγεννηθεί
Τρύπα φρικτή στη μνήμη
Μια λίμνη που μπορεί κανείς να δει ανθρώπους να πνίγονται να καταβυθίζονται να κρατούν από την ασφυξία το λαιμό τους αλλά να μην μπορούν να πιουν ούτε μια γουλιά νερό
Καμία μεταμέλεια δεν δύναται να σε ξυπνήσει
Κι αισθάνεσαι το κρεβάτι κάτω από τους νεφρούς σου
Ίσαμε και το έσχατο τούτο στήριγμα να κατακρημνιστεί και να κατρακυλήσεις στο κενό
Σε μια χώρα του ονείρου υπόγεια
Ξαναπέφτω λοιπόν κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια
Τα βιβλία είναι ακόμα πορφυρά και επίχρυσα
Δεν υπάρχει παρά μονάχα μία γραμμή για το μέλλον
Εκεί ανάμεσα στ’ αναρριχητικά φυτά δασών οικείων
Ανάβαμε φωτιές με σπασμένα κλαδιά ξερά κι η πυξίδα έδειχνε ακόμα το Βορρά
Αρκεί οι βαστάζοι να μην εξεγείρονταν
Αρκεί οι κοιμώμενοι να μην ξυπνούσαν
Σώμα μου σε φωνάζω μ’ ένα όνομα που τα χείλη έχουνε λησμονήσει από την πρώτη μέρα της δημιουργίας
Το σώμα μου το σώμα μου είν’ ένας κόκκινος χορός είν’ ένα μαυσωλείο μια πιστολιά στα περιστέρια πίδακας πυρετός
Ποτέ ξανά δεν θα τραβήξω τον νέον αυτόν από την αγκαλιά του δάσους.    

Από τη συλλογή "Η αέναη κίνηση(1)" 
(1925)
Louis Aragon

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Σπαρασμός

Γύρω ἡ μαυρίλα,
μέσα ἡ καρδιά μου.
Στὸ πάτημά μου
τρίζουν τὰ φύλλα.

Νερό, ἀργοκύλα!
Στολίδια γάμου
ξεσκίδια χάμου.
Ἀνατριχίλα.

Μέσ᾿ στὸ βιβλίο
σκυμμένα μάτια,
καὶ δὲ διαβάζω.

Σιωπή, ἐρμιά, κρύο.
Πέρα; Παλάτια.
Σκοινιά. Σπαράζω.

Κωστής Παλαμάς

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

παρακαλώ

μες στη νύχτα τώρα να σκεφτόμαστε τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
και να μη μας νοιάζει για τις γυναίκες που έφυγαν, και να μη μας νοιάζει καν για τα χρόνια
που χάθηκαν για πάντα
να μπορούσαμε
μόνο να βρούμε λίγη γαλήνη τώρα ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης
όχι γαλήνη για τον κόσμο μόνο λίγη εγωιστική γαλήνη
για μένα
για να ξαπλώσω μέσα της σαν σε πράσινο ζεστό
νερό, μόνο λίγη, μόνο μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, μες στη νύχτα μες στη νύχτα καθώς σκεφτόμαστε
τα χρόνια που χάθηκαν και τις γυναίκες που έφυγαν μέσα σ' αυτή τη νύχτα
μέσα σ' αυτή την πολύ μακριά
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.

Charles Bukowski

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Ηδονισμός

Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι
Σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω

Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

Βραδινή φωτιά Β’, 1944
Άπαντα, τομ. ΙΑ΄, σελ. 109
Κωστής Παλαμάς

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Ο όρθρος


Φρενήρης μα ευσταθής
O πώλος της ημέρας εισελαύνει
Στο στόμα της ανοίξεως και μέλπουν τα πουλιά
Mε την αιθρία μέσα στη φωνή τους
Kαθώς αυλοί που αντιλαλούνε σε χλωρίδα
Δρακός αγγέλων εν εκστάσει διατελούντων
Σαν ανεμώνες που προέρχονται
Aπό τα πέταλα της ηδονής.

(από την Eνδοχώρα, Άγρα 1980)
Ανδρέας Εμπειρίκος

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Σειρήνα

Τι θέλετε ; η πόρτα φυλαγόταν .
Τι θέλετε ; ήμασταν φυλακισμένοι .
Τι θελετε ; ο δρόμος ήταν αμπαρωμένος .
Τι θελετε ; η πόλη είχε υποταχτεί .
Τι θελετε ; πέθαινε της πείνας .
Τι θελετε ; ήμασταν άοπλοι .
Τι θελετε ; η νύχτα είχε πέσει .
Τι θελετε ; είχαμε αγαπηθεί .

Paul Eluard

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

(Από την ενότητα «Προσευχές»)
Αργύρης Χιόνης