Follow by Email

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Θα νικήσουμε(Venceremos)

Αποκομμένος απ’' όλους κι απ’' όλα σε μαγεμένη τροχιά.
Πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα τίποτα δεν με ακουμπά.
Στον παράξενό μου χρόνο.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ'’ αγκαλιάσω να μ'’ αγκαλιάσεις, να ξεγελιέσαι, να ξεγελιέμαι
να σ’' αγαπήσω, να μ’' αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσο δούλι
σαν ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά, μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά,
στων προσώπων μας τις ζάρες.

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάντζα καμιά.
Ντύθηκε η μέρα τα ρούχα της νύχτας και η ψυχή μου πηδά, στου απέραντου την ψίχα.

θες ν'’ αγγίξεις την αλήθεια, για βγες απ’' έξω, απ’ τη συνήθεια.
Σύρε κι έλα να με λούσεις κι ας είμαι της καθαρευούσης.
Να σ’' αγαπήσω, να μ' ’ αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσο δούλι.
Δρεπανοφόρα άρματα περνάν, στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν,
ασυγκίνητο σ'’ αφήνει.

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα, θωρακισμένε καιρέ.
Με μια πικρή, παγερή τρυφεράδα σε θυσιάζουν μωρέ
μα αυταπάτες πια δεν έχω.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα.
Δες θα φτιάχνουμε στιχάκια, να περπατάν σαν καβουράκια.
Πλάγια και ακριβά τα χάδια, φως αχνό μες τα σκοτάδια.
Μ'’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ, στο μαγγανοπήγαδο της ήττας μου περνώ.
Venceremos, Venceremos

Νικόλας Άσιμος

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ είμαι ανοίξτε



Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Μετάφραση Ανδρέας Εμπειρίκος
Andre Breton

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

To χαμόγελό σου


Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Νάξο και στα γύρω νησιά
ήταν έντονη η ανάμνηση της αρχαίας Σφίγγας
Είχε τα χείλη σου ξέρεις
και το χαμόγελό σου...

Αυτό το “σαχλαμάρες λες  αλλά μ’ αρέσει να σ’ ακούω”
το “δε σε καταλαβαίνω  αλλά είμαι πλάι σου κι αρκεί”
το “να σου βάλω ένα  αίνιγμα;
ποιος ξέρει τι να σκέφτεσαι  για μένα;”
το “περνάω μέτρια αλλά η ζωή είναι τόσο γλυκιά”
το “αχ και να μπορούσα όσα θέλω”

Το χαμόγελό σου...
και ρυτίδες να το περικύκλωναν
και με την αφή να το ‘βλεπα
όταν πια δε θα μπορούσα με τα μάτια
θα το αναγνώριζα ανάμεσα  σε χιλιάδες

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Το σύνταγμα της ηδονής



Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
      Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π. Καβάφης

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Το άπειρο


Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος
ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μας κρύβουν
τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω
οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις
τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη
κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω
μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα
συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου
μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,
και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας
που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου
πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.
Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.


Μετάφραση :  Νάσος Βαγενάς
Giacomo Leopardi


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Σ'έχω τόσο ονειρευτεί


Σ' έχω τόσο ονειρευετεί που πιά δεν είσαι αληθινή.
Προφταίνω άραγε ν' αγγίξω αυτό το σώμα που παλλε-
ται, να φιλήσω πάνω σ' αυτό το στόμα μια αγα-
πημένη φωνή που γεννιέται;
Σ' 'εχω τόσο ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμέ-
να σφίγγοντας τη σκιά σου, ν' αγγίζουν το στή-
θος μου, ίσως δεν θα μπορούσαν να τυλίξουν το
κορμί σου.
Και είναι πολύ πιθανό, αν γίνει αληθινό το όραμα που με
κατέχει χρόνια τώρα, να μεταμορφωθώ κι εγώ-
σε μια σκιά.
Ω! πλάστιγγες των αισθημάτων!
Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που σίγουρα δεν μπορώ πια να
ξυπνήσω. Αποκοιμιέμαι όρθιος, το κορμί μου έ-
χει εκτεθεί σ' όλες τις μορφές της ζωής και του
έρωτα, και συ, η μόνη που μετρά σήμερα για μέ-
να, είσαι τόσο μακριά που είναι πιο εύκολο ν'
αγγίξω οποιαδήποτε άλλα χείλη ή μέτωπο παρά
το δικό σου σώμα.
Σ' έχω τόσο ονειρευετεί, έχω τόσο μιλήσει, περπατήσει
και πλαγιάσει με το φάντασμά σου, ώστε το μό-
νο που μου απομένει είναι να είμαι ένα φάντα-
σμα μες στα φαντάσματα, πιο σκιά κι από τον ί-
σκιο που περπατά- και θα συνεχίζει να βαδίζει
χαρούμενα- πάνω στο ηλιακό ρολόι της ζωής
σου.

Μετ. Βερονίκη Δαλακούρα
Ρόμπερτ Ντεσνός

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Άκου, το κέρας θλίβεται

Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση
κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει
κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει
με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.

Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή
που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)
από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή
και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.

Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,
σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,
με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.

Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:
ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,
που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας
Paul Verlaine

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτικό


Χορέψαμε

Γραμμές και όνειρα στα φώτα της νυχτερινής αγκάλης
άνοιξη διάχυτη στη γαλήνη των πάρκων

Ουρανός καθάριος
γυμνός από ξέρες και λάσπη

Ακούμε τους ήχους
τα κλαδιά που ακινητούν στην αιωνιότητα

Τα βήματά μας
σ' έναν παλμό ροδίου

Από την Συλλογή "Αισθηματική ηλικία"
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Άννα

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει
Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο
να σε φτάσω.

Άρης Αλεξάνδρου

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Σκοπιά

Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτική διαθήκη


«Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται
τώρα σας λέω πως είχα τσέπες
στο γυμνό μου δέρμα.
Στην ανακομιδή στα τρίχρονα
όλοι εσείς που 'χατε νταραβέρια με το σώμα μου
σύρτε τη λήθη σας μέχρι το λάκκο
θα βρείτε κει κομμάτια γλώσσας χείλη
κραυγές χνούδια λαιμών κοντές ανάσες
ελάτε να σκυλέψετε με τη σειρά σας
ό,τι σας σκύλεψα είναι άθικτο σας περιμένει
έχω μια μουσική για σας από τα πλήκτρα των δοντιών
ελάτε
τ' αρπαχτικά σας δάχτυλα  καυτά να νιώσω
για τελευταία φορά στα κόκαλά μου».

Γιάννης Βαρβέρης

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Το κυρίαρχο σκουλήκι


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν, έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

ποιήματα 1831-1849, εκδ. Κοροντζή
Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Ιπτάμενοι Σχηματισμοί


Ξημέρωσε το σήμερα
με τους κραδασμούς της χτεσινής επάρκειας.
Πώς πλήθυνα έτσι σ' αυτόν τον περίπατο
του απρόσμενου
και πώς εισχώρησα έτσι απαλά
στη διάσταση του χειραφετημένου χρόνου;
Είναι άξιον απορίας,
όμως μπορείς και όχι
μια και χιλιάδες των ημερών ακούσματα
προφήτευσαν την ανεύρεση των αγνοούμενων είμαι.

Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται
το αύριο να κοστολογήσω,
δεν ξέρω αν στην αβλαβή επιδίωξη του λιγοστού
μού επιτρέπεται την άρνηση να θεσμοθετήσω,
ούτε ξέρω,
αν στον κώδικα της ενταξιακής συνάθροισης
μού επιτρέπεται το ανένταχτο ν' αθροίσω.
Μια μονοδρόμηση όλη κι όλη
που ξέπνοα κυνηγά την υποσημείωση
στην τοποθεσία των ψιλών γραμμάτων.

Ω εσύ λαθραναγνώστη ήλιε των συστολών μου
σε πόσες σελίδες ακόμη θα μονομαχήσω
και με πόσες λέξεις ακόμη θα διασταυρωθώ
ως μνηστήρας κι εραστής
ως αντίζηλος μιας εκ προθέσεως διαστροφής.
Είτε το θέλεις, είτε όχι
η ανυπόδητη αντοχή μου
στα κατατόπια της αφθαρσίας με σέρνει
σ' εκείνη, δεν ξέρω αν το θυμάσαι,
την πυκνή αραίωση του απροσπέλαστου.

Και είναι ώρα να ξεκουραστώ
από το κάποτε των καιρών
και είναι ώρα να ξεπλύνω την αίσθηση
του απωλεσθέντος ίσκιου
που κουβαλώ κατάσαρκα των απομνημονευμάτων.

Μια νωχελική συνήθεια τώρα με φιλοξενεί
κι ήταν προχτές το σούρουπο
που άκουσα να λέει κάτι για τους γδάρτες
που στελέχωναν το σθένος της επιτάχυνσης,
μα δεν έδωσα σημασία.
Α τώρα πια το πήρα απόφαση,
δεν μπλέκω τις φτερούγες μου
στα συρματόσχοινα των συνωστισμένων αξιώσεων,
μια πανάρχαια περγαμηνή του αυθεντικού
που έχει πέσει στα χέρια μου
κι όχι τυχαία
μπορεί να συνηγορήσει προς αυτήν ή την άλλη
κατεύθυνση της παρέκκλισής μου.

Και δε με νοιάζει που πρέπει ν' αφήσω
το ανεξήγητο στην επίκτητη διάθεσή του
ούτε και με πειράζει που πρέπει να προσδώσω
στο απροσδιόριστο τα θέλγητρα της απροδιοριστίας του,
μόνο που σ' αυτήν την ανώφελη οφειλή
συνωμότης μου το όνειρο και
δικαίωμά μου η φυγή.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999)
Ρουμπίνα Θεοδώρου





Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Να ειπωθούν όλα

Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις
Και μου λείπει ο καιρός, και μου λείπει το θάρρος
Ονειρεύομαι ξετυλίγω στην τύχη τις εικόνες μου
Εχω άσχημα ζήσει, κι έχω μάθει άσχημα να μιλώ καθαρά.

Να ειπωθούν όλα για τους βράχους, τη λεωφόρο και τα λιθόστρωτα
Τους δρόμους και τους διαβάτες τους τα λιβάδια και τους βοσκούς
Το χνούδι της άνοιξης και τη σκουριά του χειμώνα
Το κρύο και τη θέρμη συνθέτοντας ένα και μόνο καρπό

Θέλω να δείξω το πλήθος και κάθε άνθρωπο χώρια
Μαζί μ΄ ό,τι τον ζωντανεύει και ό,τι τον απελπίζει
Και κάτω από τις ανθρώπινες εποχές κάθε τι που φωτίζει
Την ελπίδα του και το αίμα του την ιστορία του και τη λύπη του

Θέλω να δείξω το τεράστιο πλήθος διαιρεμένο
Το πλήθος διαμοιρασμένο όπως σε κοιμητήριο
Και το πλήθος πιο δυνατό απ΄ τη σκιά του την ακάθαρτη
Έχοντας γκρεμίσει τους τοίχους του έχοντας νικήσει τ΄ αφεντικά του

Την οικογένεια των χεριών, την οικογένεια των φύλλων
Και το περιπλανώμενο ζώο χωρίς προσωπικότητα
Τον ποταμό και τη δροσιά γονιμοποιά και εύφορα
Τη δικαιοσύνη όρθια την εξουσία καλά φυτεμένη

(1951)

Απόδοση Παναγιώτης Φραντζής, με βάση τη μετάφραση του Σπύρου Τζουβέλη
Paul Eluard

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Υποθήκαι

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν’ αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονιέρα σου φύλλο.

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Αυτή η γη είναι δική σου


 Αυτή η γη είναι δική σου, αυτή η γη είναι δική μου
Απ' την Καλιφόρνια μέχρι το νησί της Νέας Υόρκης
Απ' τα κοκκινόδεντρα δάση μέχρι τα νερά του Ρεύματος Του Κόλπου
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς περπατούσα στις στροφές της εθνικής οδού
Είδα από πάνω μου τον απέραντο ουρανό
Είδα κάτω την χρυσή κοιλάδα
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Περιπλανήθηκα, σουλατσάρισα και ακολούθησα τα ίδια μου τα βήματα
Στην λαμπερή άμμο των αδαμάντινων ερήμων αυτής της χώρας
Και άκουγα παντού γύρω μου την ίδια φωνή
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Όταν ο ήλιος πρόβαλλε φωτεινός και πήγαινα περίπατο
Και τα σιτοχώραφα μου έγνεφαν και τα σύννεφα της σκόνης κυλούσαν
Καθώς η ομίχλη διαλυόταν μια φωνή έψαλλε
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Καθώς συνέχιζα να περπατώ είδα μια επιγραφή
Έγραφε «Απαγορεύεται Η Διέλευση»
Αλλά στην άλλη πλευρά δεν έλεγε τίποτα
Εκείνη η πλευρά φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα
Στη σκιά του καμπαναριού είδα τους συνανθρώπους μου
Δίπλα στο κτίριο της Πρόνοιας είδα τους συνανθρώπους μου
Και καθώς στέκονταν εκεί πεινασμένοι στάθηκα και εγώ και ρώτησα
Αυτή η γη έχει φτιαχτεί για εσένα και για εμένα;
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με σταματήσει
Καθώς περπατώ στη λεωφόρο της ελευθερίας
Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με κάνει να γυρίσω πίσω
Αυτή η γη φτιάχτηκε για εσένα και για εμένα


απόδοση στα ελληνικά:  Θάνος Μαντζάνας
Woody Guthrie



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ἔρημος σὰν τὴ βροχή


Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Τα βάσανα της αγάπης


        Du musst das Leben nicht verstehen,
                         dann wird es werden wie ein Fest.
                                    R.M. RILKE

καθώς ανέμισαν
τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια
μου
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά
την είδα
- και την επρόσεξα -
την ωραία
νεαρή
κόρη

με συνεκίνησε
η αρμονία
των κινήσεών της
η ραδινότης των μελών
του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός
της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο
από το
κομψό
ολόδροσο
πλάσμα

κι' αμέσως σκέφτηκα
- και "φιλοσόφησα" -
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
- μα είμαι βέβαιος -
να υποφέρη
μαρτυρικά
να δυστυχήση
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι' έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το
πλασματάκι

και να ματώνη η καρδιά του
ν' απελπίζεται
ως θ' αποδίδη
έστω και
κόκκο νου
στ' ολότελα
άδειο
μικρό
κρανίο



(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)
Νίκος Εγγονόπουλος

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ψιθυριστά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν 
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μου

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου 
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια 
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή 
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω 

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες 
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα 
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία 
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν 
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα 
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ 
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά 
Δεν πα να λένε έπειτα 
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες 
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες 
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται 
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα 
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους 
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα 
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν 
Επειδή 

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους  

Louis Aragon

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Αμέρικα

Ας γίνουμε εραστές θα παντρέψουμε τις περιουσίες μας μαζί
Έχω κάποια ακίνητη περιουσία εδώ στην τσάντα μου
Έτσι αγοράσαμε ένα πακέτο τσιγάρα και τις πίτες της κυρίας Γουάγκνερ
Και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για την αμερική
Κάθυ, είπα όπως ανεβήκαμε σε ένα Γκρέυχαουντ Εξπρές στο Πίτσμπεργκ
Το Μίσιγκαν μου φαίνεται σαν όνειρο πια
Μου πήρε τέσσερις μέρες με ωτοστόπ απ' το Σάγκινα
Έφυγα να ψάξω για την αμέρικα

Γελούσαμε στο λεωφορείο
Παίζαμε παιχνίδια με τις φάτσες
Εκείνη είπε πως ο άνδρας με την καμπαρντίνα ήταν κατάσκοπος
Είπα πρόσεχε στην πραγματικότητα το παπιγιόν του είναι κάμερα

Πέτα μου ένα τσιγάρο, νομίζω έχει ένα στο παλτό μου
Καπνίσαμε το τελευταίο μία ώρα πριν
Οπότε κοίταξα το σκηνικό, εκείνη διάβασε το περιοδικό της
Και το φεγγάρι ανέβηκε πάνω από ένα ανοιχτό πεδίο

Κάθυ, είμαι χαμένος, είπα, αν και ήξερα ότι κοιμόταν
Είμαι άδειος και πονάω και δεν ξέρω γιατί
Μετρώντας τα αμάξια στα διόδια του Νιου Τζέρσεϋ
Έχουν όλοι φύγει να ψάξουν για την αμέρικα
Όλοι να ψάξουν για την αμέρικα
Όλοι να ψάξουν για την αμέρικα

Paul Simon

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ

S’i’ credesse che mia risposta fosse
a persona che mai tornasse al mondo,
questa fiamma staria sanza più scosse;
ma però che già mai di questo fondo
non tornò vivo alcun, s’i’ odo il vero,
sanza tema d’infamia ti rispondo.
Dante Alighieri,
La Commedia Divina: Inferno,
Canto XXVII 61-66

Πάμε λοιπόν εσύ κι εγώ,
καθώς απλώνεται το δειλινό στην ουρανό
Σαν ναρκωμένος με αιθέρα ασθενής στο χειρουργείο.
Πάμε, μέσ' από κάποια μισοέρημα στενά,
Αποτραβιούνται τα μουρμουρητά τα σιγανά
Των χωρίς ησυχία
Νυχτών σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Και ρεστοράν με πριονίδια και κελύφη από στρείδια :
Στενά, που σαν συζήτηση ανιαρή τραβάνε
Με στόχο δόλιο να σε πάνε
Σε μια ανυπόφορη αμφιβολία ...
Ω, μη ρωτάς "Τι είναι αυτή η σκέψη;"
Ας κάνουμε, έλα, την επίσκεψη.


Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.
Η κίτρινη ομίχλη που τη ράχη της τρίβει στα τζάμια,
Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει το μουσούδι της στα τζάμια,
Γλείφτηκε στις γωνιές του απογεύματος,
Και χασομέρησε στις λίμνες κάτω απ' τις υδρορροές
Άφησε πάνω της να πέσει η αιθάλη απ' τις καπνοδόχους,
Γλίστρησε απ' την ταράτσα μ' έναν πήδο ξαφνικά,
Και, βλέποντας πως ήταν ένα ήπιο βράδυ του Οκτώβρη,
Γύρω απ' το σπίτι κουλουριάστηκε κι αποκοιμήθηκε βαθιά.

Κι αλήθεια, θα υπάρξει χρόνος
Για την κίτρινη καπνιά που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου
Τρίβοντας τη ράχη της πάνω στα τζάμια
Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος
Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει τα πρόσωπα που συναντάς
Θα υπάρξει χρόνος να καταστρέψεις και να δημιουργήσεις,
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών
Που υψώνονται και σου σεβίρουν μια ερώτηση στο πιάτο
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος για αμέτρητα διλήμματα,
Και για εκατοντάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
Πριν απ' το τσάι και τα βουτήματα.



Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.

Κι αλήθεια θα υπάρξει χρόνος
Να αναρωτηθώ "Τολμώ; Τολμώ;"
Χρόνος για να γυρίσω, τα σκαλιά να κατεβώ,
Μ' ένα σημείο φαλακρό στη μέση του κρανίου μου -
(Θα πουν: "Α, πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!")
Το πρωινό παλτό μου, το κολάρο μου σφιγμένο κάτω απ' το πιγούνι,
Ο λαιμοδέτης μου πλούσιος και σεμνός, στερεωμένος όμως
από μια απλή καρφίτσα -
(Θα πουν: "Μα πόσο είναι αδύνατα τα χέρια και τα πόδια του!")
Τολμώ
Να ενοχλώ το σύμπαν;

Σε μια στιγμή υπάρχει χρόνος
Για αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που μια στιγμή θα ανατρέψει.


Διότι γνωρίζοντάς τα ήδη όλα αυτά, γνωρίζοντάς τα όλα αυτά -
Γνωρίζοντας τ' απογεύματα, τ' απομεσήμερα, τα πρωινά,
Έχω μετρήσει τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ
Γνωρίζω τις φωνές που χάνονται σε θανάσιμης πτώσης εφέ
Πίσω απ' τη μουσική, από ένα μακρινό δωμάτιο.
Λοιπόν, πώς θα τολμούσα;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, γνωρίζοντάς τα όλ' αυτά -
Τα μάτια που σε καθηλώνουν σε μια φράση τυπική,
Κι εφόσον είμαι τυπικός και ισορροπώ πάνω σε μια καρφίτσα,
Κι εφόσον είμαι καρφιτσωμένος και συστρέφομαι στον τοίχο,
Λοιπόν, πώς θ' άρχιζα
Να φτύνω τα υπολείμματα των ημερών μου και των τρόπων;
Και θα τολμούσα πώς;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα χέρια, γνωρίζοντάς τα όλ' αυτά -
Χέρια με μπρασελέ και άσπρα και γυμνά
(Μα κι απλωμένα στο φως της λάμπας, με χνούδι ανοιχτόχρωμο!)
Να' ναι το άρωμα από φουστάνι
Που έτσι να παρεκτρέπομαι μα κάνει;
Χέρια αφημένα στο τραπέζι, ή τυλιγμένα σ' ένα σάλι.
Πώς θα τολμούσα, λοιπόν;
Και πώς θα άρχιζα;


Θα πω, έχω περάσει, σούρουπο από δρομάκια
Και είδα τον καπνό που ανεβαίνει απ' τις πίπες
Μοναχικών ανθρώπων, με πουκάμισα, γερμένων στα παράθυρα;
Θα πρέπει να' μουν δυο τραχιές δαγκάνες οστρακόδερμου
Που διατρέχουν τον πυθμένα σιωπηλών ωκεανών.

Και το απομεσήμερο, τ' απόγευμα κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Κατευνασμένο από δάχτυλα μακριά,
Σε νάρκη... κουρασμένο... ή προσποιούμενο αδιαθεσία,
Απλωμένο στο δάπεδο, εδώ, ανάμεσα σε σένα και σε μένα.
Θα' πρεπε μετά το τσάι και τα κέικ και τ' αναψυκτικά
Να' χω το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της;
Όμως, κι αν θρήνησα και νήστεψα, και θρήνησα και προσευχήθηκα,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (που φαλακραίνει)
φερμένο πάνω σ' ένα δίσκο,
Δεν είμαι προφήτης - κι εδώ δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Έχω δει τη στιγμή που τρεμοσβήνει η μεγαλοσύνη μου,
Κι έχω δει τον αιώνιο Θυρωρό να μου κρατάει το παλτό, χασκογελώντας,
Και, για να μην πολυλογώ, φοβήθηκα.


Και θ' άξιζε, μετά απ' όλα αυτά,
Μετά απ' τα φλυτζάνια, τη μαρμελάδα, το τσάι,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα στις κουβέντες μας,
Θα άξιζε, ενώ
Πρέπει να καταπιώ μ' ένα χαμόγελο το θέμα,
Το σύμπαν να συνθλίψω σ' ένα μπολ,
Να το αλείψω σε μια αμφιβολία ανυπόφορη, θα άξιζε
Να πω: "Είμαι ο Λάζαρος, έρχομαι από τους νεκρούς,
Έρχομαι να σας πω τα πάντα, θα σας πω τα πάντα"-
Αν έλεγες, ταχτοποιώντας το κεφάλι της στο μαξιλάρι:
"Αυτό δεν είναι αυτό που εννοούσα,
Δεν είναι αυτό καθόλου"
Και θ' άξιζε εντέλει,
Θ' άξιζε,
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τις αυλόπορτες και τους ψιχαλισμένους δρόμους,
Μετά τις νουβέλες και τα φλυτζάνια, μετά τις φούστες που σέρνονται στο πάτωμα-
Κι αυτό, και τόσα άλλα;-
Είναι αδύνατον να πω τι εννοώ ακριβώς!
Όμως, σαν κάποιος προβολέας μαγικός που διαπερνώντας τα νεύρα σκιαγραφεί σε μια οθόνη:
Θα άξιζε
Ταχτοποιώντας ένα μαξιλάρι ή ρίχνοντας μια σάρπα,
Και στρέφοντας προς το παράθυρο αν έλεγες:
"Αυτό δεν είναι αυτό,καθόλου,
Δεν είν' αυτό που εννοούσα!"


Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκηψ Άμλετ, ούτε και είχα πρόθεση να είμαι
Είμαι ένας αξιωματούχος παραστάτης, ένας που θα κάνει
Να σημειωθεί μια πρόοδος, ν' αρχίσει μια σκηνή ή δυο,
Τον πρίγκηπα να συμβουλέψει, αναμφίβολα εργαλείο βολικό,
Ευλαβικό, ευτυχές που χρησιμοποιείται,
Πολιτικός, προσεχτικός και λεπτολόγος
Όλο ψηλές προτάσεις, όμως λίγο αμβλύνους
Καμιά φορά, πραγματικά, σχεδόν γελοίος -
Καμιά φορά, σχεδόν, ο Γελωτοποιός.

Γερνάω... Γερνάω...
Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα μπατζάκια.
Θα χτενίσω προς τα πίσω τα μαλλιά μου; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;
Θα φορέσω άσπρο κοστούμι φανελένιο και θα περπατώ στην παραλία.
Έχω ακούσει τις σειρήνες, μία προς μία, να τραγουδούν.

Δε νομίζω πως θα τραγουδήσουνε για μένα.

Να καλπάζουνε στην ακροθαλασσιά, πάνω στα κύματα τις έχω δει
Να χτενίζουνε την άσπρη χαίτη των κυμάτων που ανεμίζει
Όταν ο αέρας τα νερά, λευκά και μελανά, αναρριπίζει.

Στης θάλασσας τα δώματα, με τα θαλασσοκόριτσα
Τα τυλιγμένα φαιοπόρφυρες φυκιάδες, ξεχαστήκαμε
Κι ώσπου να μας ξυπνήσουνε ανθρώπινες φωνές, πνιγήκαμε.

"T.S.Eliot -Ποιήματα", Εκδόσεις Printa, μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη
Thomas Eliot