Follow by Email

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή Πρωί


Ι
Η απολαυστική γαλήνη της μέσα στο neglige
τα πορτοκάλια κι ο καφές, το ηλιόλουστο δωμάτιο
κι η ολοπράσινη ελευθερία του παπαγάλου
πάνω στο χαλί, διώχνουν μακριά
τις άφωνες σκιές του αρχαίου μαρτυρίου.
Όμως ξανά΄ονειροπολεί και τότε νιώθει μέσα της
ν’ απλώνεται το ρίγος της παλιάς καταστροφής
όπως όταν το πέλαγος έξαφνα σκοτεινιάζει.
Τα πορτοκάλια, ευωδιαστά, τα πράσινα λαμπρά φτερά
μοιάζουν ν’ ανήκουν σε μια ακολουθία νεκρών
που ξετυλίγεται πάνω από θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο.
Η μέρα είναι μια θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο
σταματημένη για να τη διασχίσει μέσα στ’ όνειρό της
και να ‘ρθει
στην Παλαιστίνη τη βουβή
τον τόπο του αίματος, τον τάφο.

μτφρ. Σ. Καββαδάς
Wallace Stevens

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Μάσκες


Ήτανε βράδυ στο ποτάμι
κι η νύχτα με μαβιά παλάμη
ξέπλεκε κάθε της πλοκάμι
μες στο νερό που πόντιζε τη βαριά μας καρδιά

Ήταν το βράδυ ένα μετάξι
και στην ψυχή είχε βάλει τάξη
η σκέψη που όλα τα 'σωσε προτού να γεννηθούν

Κάποτε ανάβαν παραθύρια
κάποτε γέρναν τα γιοφύρια
και τα μουντά κι άναρθρα κτίρια
μας έδειχναν πως οι καρδιές χαλνούν ότι ποθούν

Μείναμε μόνοι δίχως γνώμη
ίσως μας πείραξε το ρόμι
που η νύχτα μητριά μας ποτίζει πυκνό
και μες στους δρόμους τα φανάρια
χορεύανε τρελά, σαν ζάρια

Πότε γοργά και πότε ανάρια
που κάποιο χέρι πέταγε λευκά απ' τον ουρανό

Γιώργος Σεφέρης


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Καθαρές κουρτίνες


Αγάπες που αγαπώ και πάθη που επιτρέπω :
Ένας ζεστός καφές το πρωί.
Το διάβασμα (όσο γίνεται πιο αργά) της εφημερίδας.
Μια βροχή πότε-πότε για να πλένει τα αισθήματα.
Το χώμα στα καινούρια σου τακούνια.
Η θάλασσα το απόγευμα με λίγη συννεφιά.
Γαρύφαλλα. Πολλά γαρύφαλλα.

Ακόμη : «Ο άνθρωπος που πηδάει πάνω απ' την πόλη» του Σαγκάλ.
Ν' ανεβαίνω παλιά ξύλινα σκαλοπάτια.
Το χέρι μου στο στήθος σου.
Κάποια ποιήματα του Καβάφη.

Όμως κυρίως το χέρι μου στο στήθος σου.

Νάσος Βαγενάς

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρα της Στάχτης

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


(Μετ: Γιώργος Μίχος)
Ρόκε Ντάλτον

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Παντούμ


Τ᾿ ἀστέρια κρατοῦν ἕναν κόσμο δικό τους
στὸ πέλαγο σέρνουν φωτιὲς τὰ καράβια
ψυχή μου λυτρώσου ἀπ᾿ τὸν κρίκο τοῦ σκότους
πικρή, φλογισμένη ποὺ δέεσαι μὲ εὐλάβεια.

Στὸ πέλαγο σέρνουν φωτιὲς τὰ καράβια
ἡ νύχτα στενεύει καὶ στέκει σὰν ξένη
πικρή, φλογισμένη ποὺ δέεσαι μὲ εὐλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιὸς νόμος σὲ δένει.

Ἡ νύχτα στενεύει καὶ στέκει σὰν ξένη
στὸ μαῦρο μετάξι τὰ φῶτα ἔχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιὸς νόμος σὲ δένει
καὶ τί θὰ σοῦ μείνει καὶ τί θὰ σ᾿ ἀφήσει.

Στὸ μαῦρο μετάξι τὰ φῶτα ἔχουν σβήσει
ἀκούγουνται μόνο τοῦ χρόνου τὰ σεῖστρα
καὶ τί θὰ σοῦ μείνει καὶ τί θὰ σ᾿ ἀφήσει
ἂν τύχει κι ἀστράψει βουβὴ πολεμίστρα.

Ἀκούγονται μόνο τοῦ χρόνου τὰ σεῖστρα
μετάλλινη στήλη στοῦ πόνου τὴν ἄκρη
ἂν τύχει κι ἀστράψει ἡ βουβὴ πολεμίστρα
οὔτε ὄνειρο θά ῾βρεις νὰ δώσει ἕνα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στοῦ πόνου τὴν ἄκρη
ψηλώνει ἡ στιγμὴ σὰ μετέωρο λεπίδι
οὔτε ὄνειρο θά ῾βρεις νὰ δώσει ἕνα δάκρυ
στὸ πλῆθος σου τὸ ἄυλο ποὺ σφίγγει σὰ φίδι.

Ψηλώνει ἡ στιγμὴ σὰ μετέωρο λεπίδι
σὰν τί νὰ προσμένει νὰ πέσει ἡ γαλήνη;
στὸ πλῆθος σου τὸ ἄϋλο ποὺ σφίγγει σὰν φίδι
δὲν εἶναι ὁ οὐρανὸς μηδὲ ἀγγέλου εὐφροσύνη.

Σὰν τί νὰ προσμένει νὰ πέσει ἡ γαλήνη;
Σ᾿ ἀνθρώπους κλειστοὺς ποὺ μετροῦν τὸν καημό τους
δὲν εἶναι οὐρανὸς μηδὲ ἀγγέλου εὐφροσύνη
τ᾿ ἀστέρια κρατοῦν ἕναν κόσμο δικό τους.

Γιώργος Σεφέρης

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη

Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις
πως δεν χρειάζεται ωκεανός  για να πνιγείς.
Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.

Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.
Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Γιὰ τὴ ζωή

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Τὶς πιὸ ὄμορφες μέρες μας δὲν τὶς ζήσαμε ἀκόμα
Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θά ῾θελα νὰ σοῦ πῶ
Δὲ στό ῾πα ἀκόμα.


(ἀπόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Nazim Hikmet 

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το έντομο

Από τους γοφούς σου ως τα πέλματα σου
θέλω να κάνω ένα μακρύ ταξίδι.

Είμαι πιο μικρός κι από έντομο.

Προχωρώ απ’ αυτούς τους λόφους,
έχουν το χρώμα της βρόμης,
έχουν σημάδια πολύ λεπτά
που μόνο εγώ γνωρίζω,
εκατοστά καμένα,
ωχρές προοπτικές.

Εδώ υπάρχει ένα μικρό βουνό.
Ποτέ δεν θα φύγω απ’ αυτό.
Ω! τι γιγάντιο μούσκλι!
Κι ένας κρατήρας, ένα τριαντάφυλλο
από φωτιά που έχει πάρει υγρασία.

Τα πόδια σου κατεβαίνω
σαν να γνέθω μια σπείρα
ή ταξιδεύω κοιμισμένος
και φτάνω ως τα γόνατα σου
με τη στρογγυλή σκληράδα
σαν να φτάνω στις στέρεες κορυφές
μιας διάφανης ηπείρου.

Από τα πόδια σου γλιστράω,
στα οκτώ ανοίγματα
ανάμεσα στα μυτερά, αργοκίνητα,
σε σχήμα χερσονήσων, δάκτυλα σου,
κι από αυτά στο κενό του λευκού σεντονιού
πέφτω, ψάχνοντας τυφλός
και πεινασμένος το περίγραμμα σου
καυτού αγγείου!

Pablo Neruda

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Σαλώμη

Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
        την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
                στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
        «ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
                Aστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
                ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
                Πλήν την επιθυμία του την χθεσινή
        ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα που στάζουνε βλέπει κι αηδιάζει.
                Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθεί
                προστάζει από εμπροστά του, κ’ εξακολουθεί
        του Πλάτωνος τους διαλόγους να διαβάζει.

Κ.Π.Καβάφης

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Υπό την απειλή του θέλω


Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.

Κική Δημουλά

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Η λατρεία

Ἀκούσατε ποτὲ νὰ σᾶς φωνάζουν ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀκρογιαλιὰ
χέρια κομψοτεχνήματα μετέωρα
φίλες χαρούμενες βγάζουν καπνὸ ἀπ’ τὰ μάτια
κι ἔχουν τριπλοδεμένο ἕνα χρυσὸ βραχιόλι στὰ μαλλιὰ
στὴν ἄμμο χαρτογύφτισσες ρίχνουν ἀλλόκοτα χαρτιὰ
ἀνοίγουν ἕνα πελώριο μαῦρο μάτι
Ἐδῶ – λένε – καὶ καρφώνουν τὸ χαρτὶ στὴν ἄμμο μὲ τὸ δάχτυλό τους
Πόρνες φοροῦν καπέλα ὀργισμένα
κι αὐτὲς δὲν ἔχουνε χρυσὸ βραχιόλι
δὲν ἔχουνε ξανθὸ καπνὸ
ὄνειρου εὐτυχίας
ἔχουνε ὅμως μιὰ σειρὰ δόντια ὁλόχρυσα
λένε – Αὐτὰ τὰ δόντια ποὺ τὰ βλέπετε
ἴσως δέ σας ἀρέσουν
τὰ ’χουμε γιὰ τοὺς ἐραστές μας
καταλαβαίνετε τὸν πόνο μας
σύμφωνοι
Ὅλοι σύμφωνοι
μιὰ μπόχα συμφωνίας ἀνθίζει τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ
ἄνθρωποί μου ἄγγελοι ἄγγελοι χρυσοὶ
ἀνοῖξτε μὲ λίγο ροδόνερο τὰ πρησμένα μάτια σας
ἐδῶ παρακάτω εἶναι τὸ σπίτι ἐνὸς θεοῦ
(ὑπάρχουν πολλοὶ θεοὶ μὴν παραξενεύεστε)
λοιπὸν αὐτὸς ὁ θεὸς
δέχεται ἀπὸ τὴν Ἄνοιξη ἕως τὸν Κεραυνὸ
ἐλᾶτε μαζί μου νὰ σᾶς τὸν συστήσω
γιατί ἀλλιῶς θὰ μείνετε σὰν Πάσχα δίχως κόκκινο αὐγὸ
σὰν τὸ ζητιάνο ποὺ δὲν ξέρει τί νὰ κάνει τὸ δισάκι του
σὰν τὴ γυναίκα ποὺ δὲν ξέρει τί νὰ κάνει τὸ φιλί της
καὶ σὰν τὸ βοσκὸ ποὺ ψάχνοντας γιὰ τὰ χλωμὰ τ’ ἀρνιά του
περιπλανήθηκε καὶ χάθηκε στὸ χάος τῆς ψυχῆς του

Μίλτος Σαχτούρης

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Βρόχος

Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

«J'i cueilli ce brin de bruyère»

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία
Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη.

G. Apollinaire

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Γλυκιά Χορεύτρια

Η κόρη πάει χορεύοντας εκεί
στη φυλλόσπαρτη, νιοθέριστη, απαλή
χλοερή απλωσιά του κήπου∙
ξέφυγε από νιότη πικρή
ξέφυγε από τη συντροφιά της
ή από το μαύρο σύννεφό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Αν άνθρωποι ξένοι φανούν απ’ το σπίτι
για να την πάνε μακριά, μην πείτε
πως είν’ ευτυχισμένη όντας τρελή∙
πάρτε τους ευγενικά πιο κει,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Yeats William Butler

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω…

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

 (για την κόρη του)
Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή,
μα μιας στιγμής η έλλειψη.
Δε μας σκοτώνει μια σκιά,
μα η απουσία η μοιραία μιας σκιάς,
χαμένης πιθανώς στο χάσμα
ετούτης της ασύγκριτης αιωνιότητας
της παράλογης.
Δε μας σκοτώνει η έλλειψη της ζωής,
μα το ζάρι μιας μοίρας γλυκόπικρης
σε παρτίδα πάνω αόρατη.
Δε μας σκοτώνει ο θάνατος∙
μας σκοτώνει ο ερχομός στη ζωή.


μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη
Roberto Juarroz

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Kουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου

κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην
καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι καμώνεται
από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)
                                                        φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από  τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

E.E. Cummings

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σ' όσους σπάσανε σ' όσους κρατάνε

Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Η θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.


(1962)
Ντίνος Χριστιανόπουλος



Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Σε ζελοφάν

Σε ζελοφάν τα ομοιόμορφα μυαλά σας περπατάν
Και πολεμάν για να με ψήσουνε πως κι έτσι μ' αγαπάν.
Ιλουστρασιόν οι κοινωνίες των μοντέρνων οικισμών
Σε σουσπανσιόν κοιμάται η σύγχρονη Πυθία των χρησμών.

Νάταν να μετακούναγα ολόκληρο πλανήτη
Στις αποθήκες υλικών, θεσμών και σούπερ αγαθών να βάλω δυναμίτη.
Νάταν και να πιπίλαγα ξανά το δάχτυλό μου
Σαν τα μικρά μικρά παιδιά (ουά) που βρέχονται συχνά να βρω τον εαυτό μου.

Μισοτιμής σου έχουν κλέψει τη φαρέτρα της ζωής
Κι ότι κι αν πεις δε θα με κάμεις συνεργό υποταγής
Αναλαμπές σ' ένα χορό που δε φτουράει ο Γκιλγκαμές
Και είμαι οφφ απ' το κουτί των πειραμάτων του Παυλώφ.

Όσο κι αν με κομμάτιασαν στο διάβα μου με νάρκες
Ωσάν της σαύρας την ουρά συχνά, μιλάω σοβάρα, ανάπλασα τις σάρκες
Κι όσο κι αν με καθήλωσαν να ζω σαν τα σκουπίδια
Η ανθρωπότη δεν μπορεί κι αυτή θα υπονομευθεί από τη γη την ίδια.

Νικόλας Άσιμος




Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα’ θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματα μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελο σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μην με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταιη ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

Τίτος Πατρίκιος

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Σβήσε τα μάτια μου


Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Rainer Maria Rilke

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Άσμα Μικρό


Aφιερωμένο στον  Ε.Β.
(από την συντάκτρια του παρόντος ιστότοπου)

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

Νίκος Καρούζος



Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσειֹ η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσειֹ αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
‘Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φωςֹ η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό τουֹ και μισό στάζει
Αργά σ’ έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασίαֹ ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσειֹ κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

Dylan Thomas

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ο βοσκός των προβάτων

Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να
 πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.


Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!
Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να ‘χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!
Αλλά, το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…
Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω.
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.
Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.


Fernando Pessoa